Monday, April 20, 2026

Δοκιμασίες της καλοσύνης

 

Στην υπηρεσία του καλού.

Το να είμαι ζωντανός δεν αρκεί. Ούτε να μην πονάω. Να έχω την υγεία μου θα μπορούσα και ζώντας κάτω από γέφυρες, κάποια λεφτά σαν επαίτης να βγάζω, με απομεινάρια ακριβών εστιατορίων να τρέφομαι πολυτελώς, θα μπορούσα να έχω κι ένα σκυλί παρέα, στην κοινωνία των αστέγων να ήμουν μέλος, χωρίς τη μοναξιά της γκαρσονιέρας να ζω. Αν πάλι είχα γυναίκα και παιδιά, ούτε αυτό θα αρκούσε κι ας είχα δεύτερο σπίτι εξοχικό, κρυφή ερωμένη μια συνάδελφο από τη δουλειά, κάποια δουλειά θα έβρισκα με τα πολλά, αλλά όλα αυτά δεν θα ήταν αρκετά. Ταξίδια θα μπορούσα βέβαια να κάνω, για να ξεφεύγω από την ανεπάρκεια όλων αυτών, μα κάποια στιγμή θα βαριόμουν τουρίστας να είμαι, στα θέατρα να πηγαίνω, συναυλίες, γκαλερί, γκαλά και άλλα πολλά δεν θα ήταν πάλι αρκετά. Ούτε να ανέβαζα παραστάσεις ο ίδιος, να τιμόμουν με βραβεία, να με καλούσαν σε δείπνα θα μου έλεγε κάτι τελικά. Όλα αυτά τα νιώθω λιγοστά.
Μόνο στην υπηρεσία του καλού αισθάνομαι πλήρης.

Αυτό έγραψα στις 10.4.26, σε μια ανάρτησή μου στο Facebook.

 

Πράγματι, η αφιέρωσή μου στο καλό νιώθω να μου «κάνει καλό». Με λυτρώνει από το άγχος της αναγνώρισης (το αδιέξοδο εγώ) καθώς με εισάγει σε μια ανώτερη κατάσταση, υπεράνω ατομικών επιδιώξεων (με τα σχετικά τους άγχη). Μου δίνει την αίσθηση της συνέχειας και μετά τον θάνατό μου, καθώς το καλό που κάνω στους άλλους με συνδέει με αυτούς που συνεχίζουν στη ζωή μετά από εμένα μαζί με όσα τους έχω προσφέρει. Το καλό που κάνω μπορεί να μου επιστραφεί και όσο ζω, ακόμη ένας λόγος να προσφύγω σε αυτό, αν και ακούγεται ωφελιμιστικός. Το όφελος, όμως, του καλού δεν περιορίζεται στο άτομο που το πράττει ούτε σε αυτό που το εισπράττει, αλλά διαχέεται. Φτιάχνει έναν κόσμο πιο φιλικό και διευκολύνει τη ζωή των ανθρώπων, γενικότερα. Γενικά, πολλά τα οφέλη του. Αν είναι όμως έτσι, τι το εμποδίζει να κυριαρχήσει; Για ποιο λόγο δεν γενικεύεται η καλοσύνη μεταξύ των ανθρώπων; Πού σκοντάφτει και ποιο είναι το πρόβλημα με το καλό;

 

Καλοσύνη και έρωτας

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η καλοσύνη είναι η ερωτική. Μπορεί κάποιος να είναι καλός μαζί μας αλλά εμείς να ποθούμε κάποιον άλλον που μας αγνοεί. Στον έρωτα δεν μετράει η καλοσύνη αλλά η γοητεία. Η γοητεία είναι εκλεκτική, δεν εμπνέεται από την ισοτιμία αλλά από την υπεροχή. Γύρω από αυτήν υπάρχει διαγκωνισμός για το ποιος θα επικρατήσει. Το ερωτικό παιχνίδι δεν είναι «δημοκρατικό» αλλά «αριστοκρατικό» καθώς τα εμπλεκόμενα άτομα έλκονται προς ό,τι θεωρούν άριστο για αυτά, ενώ υποτιμούν ερωτικά ό,τι θεωρούν κατώτερό τους. Αυτή η έλξη προς το ανώτερο έχει εξελικτική λειτουργία, με τον έρωτα να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός για τη βελτίωση του είδους, πέρα από την απλή αναπαραγωγή του (την οποία εξασφαλίζει το σεξ).

Ο έρωτας διαφέρει από το σεξ, όπως διαφέρει και από την αγάπη. Το σεξ μπορεί να συμβεί και μέσα από την υποτίμηση του άλλου, ενώ ο έρωτας μόνο ως προτίμηση λειτουργεί. Η αγάπη, από την άλλη,  δεν έχει τα στοιχεία πόθου που έχει ο έρωτας. Η αγάπη είναι κοντά στην καλοσύνη, ενώ ο έρωτας διαφέρει. Η ένταση της διαφοράς του έρωτα από την καλοσύνη μπορεί να πάρει διαστάσεις που να έρθουν σε σύγκρουση. Πρόκειται για δύο διαφορετικές δυνάμεις, με διαφορετική κατεύθυνση. Η καλοσύνη τείνει στην ενότητα, ενώ ο έρωτας ωθεί στη διαφοροποίηση. Η μία είναι κεντρομόλος δύναμη, η άλλη φυγόκεντρος. Η ισορροπία ανάμεσά τους κρίνει την ευστάθεια του συστήματος των σχέσεών μας.  

Η δυναμική ισορροπία που απαιτεί το γίγνεσθαί μας, για να εξελισσόμαστε (όχι η στατική ισορροπία, της στασιμότητας) χρειάζεται τόσο τον ερωτικό δυναμισμό όσο και τη συγκράτηση της καλοσύνης. Η συμπληρωματικότητά τους είναι απαραίτητη. Για να επιτευχθεί χρειάζεται την αναγνώριση της διαφοράς τους και την αποδοχή αλλήλων.

 

Καλοσύνη και ατομική εξέλιξη

Ανάλογα με την ερωτική δοκιμασία, η καλοσύνη αντιμετωπίζει τη δοκιμασία της ατομικής εξέλιξης, η οποία θέτει πάλι το ζήτημα της διαφοροποίησης έναντι της ενότητας. Εδώ το εγώ τείνει να κινηθεί διαφοροποιούμενο από το εμείς για λόγους δικής του εξελικτικής ανάγκης. Όσο και αν αγαπάμε τους ανθρώπους μας, μπορεί να χρειαστεί να τους εγκαταλείψουμε για να ακολουθήσουμε τα «όνειρά» μας.

Τα «όνειρα» κάθε ατόμου αποτελούν φαντασιακές προβολές του πλεονάσματός του υπό τη μορφή των επιθυμιών. Οι επιθυμίες το οδηγούν στη διάθεση του πλεονάσματός του σε γόνιμες συναντήσεις για την παραγωγή μορφών που ανταποκρίνονται στα θέλω του. Αν οι μορφές που δίνουμε στα «έργα και στις ημέρες» μας δεν αντιστοιχούν στις επιθυμίες μας, αλλά υποχωρούμε  από αυτές, για να είμαστε καλοί  με τους άλλους και να μην τους στενοχωρήσουμε, τότε «μιζεριάζουμε». Η αίσθηση της μιζέριας μπορεί να κάνει δυσάρεστη την καλοσύνη, οπότε προτιμούμε τη σκληρότητα προς τους άλλους, που τους αφήνουμε να τα «βγάλουν πέρα μόνοι»  (εκτός αν δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν), γιατί εμείς πρέπει να προχωρήσουμε.

Να σημειώσουμε ότι δεν μιλάμε για επιθετική σκληρότητα και άσκηση κακού εναντίον των άλλων προκειμένου να πετύχουμε  τους σκοπούς μας. Η άσκηση του κακού δεν αποτελεί δοκιμασία για την καλοσύνη. Είναι κάτι αντίπαλό της και αναγνωρίζεται εύκολα ως εχθρικό. Τα προβλήματα της καλοσύνης βρίσκονται στις δικές της δυσκολίες, όταν θέλουμε να είμαστε καλοί αλλά για μια σειρά λόγων βρισκόμαστε σε εσωτερική σύγκρουση.  Η λύση της σύγκρουσης βρίσκεται και εδώ στη συμπληρωματική σχέση ενότητας και διαφοράς, με αμοιβαία αναγνώριση και συνύπαρξη του εγώ και του εμείς, ώστε ούτε εγώ να κινούμαι εναντίον του συνόλου, αλλά ούτε και το σύνολο να με καταπνίγει.

 

Καλοσύνη και μορφοποιητική αναγκαιότητα

Για να δώσω στα «έργα και στις ημέρες» μου τη μορφή που θέλω θα χρειαστεί, πέρα από το να διαφοροποιηθώ από τους άλλους, να κερδίσω τους πόρους που χρειάζομαι για να τα καταφέρω. Αυτό μπορεί να με φέρει σε σύγκρουση μαζί τους, καθώς οι πόροι είναι περιορισμένοι. Από την άλλη, δεν μπορώ να υποχωρήσω από τη μορφοποιητική μου αναγκαιότητα γιατί είναι συνθήκη της ύπαρξής μου.

Είμαστε μετασχηματιστές του ενεργειακού μας πλεονάσματος σε μορφές, αλλά δεν αρκεί μόνο το δικό μας πλεόνασμα στη μορφοποίησή τους.  Χρειαζόμαστε τα μέσα, την ύλη, τα αντικείμενα, τους άλλους, τη συνεργασία τους, τον χρόνο τους, την ανταπόκρισή τους, κλπ. Όλα αυτά δεν είναι δεδομένα.  

Ακόμη και κήρυκας του καλού να θέλω να γίνω, θα χρειαστώ τον χρόνο των άλλων να με ακούσουν τη ίδια στιγμή που διεκδικούν τον χρόνο τους χίλιοι άλλοι. Κάθε μέρα που ξημερώνει, ξεκινάει και ένας αγώνας των εν δυνάμει μορφών που φέρουμε μέσα μας να γίνουν πράξη. Στο τέλος της μέρας κάποιες θα τα έχουν  καταφέρει και κάποιες όχι.  Υπό το φως της μέρας διεξάγεται ένας «ανηλεής αγώνας» των μορφών για επικράτηση. Πώς μπορεί αυτός να συνυπάρχει με την καλοσύνη;

(Καλό και άγρια φύση)

(Ο αγώνας για επικράτηση των μορφών είναι ορατός στη φύση. Ακόμη και το πιο ταπεινό φυτό ανταγωνίζεται άλλα για χώμα και ήλιο. Ριγμένοι οι σπόροι των μορφών στον πλανήτη  σπεύδουν να πιάσουν τόπο, να καταλάβουν επικράτεια, να ορίσουν περιοχές ανάπτυξης, κυνηγιού, αναπαραγωγής,  κλπ. Αυτή η δυναμική ισορροπεί σε ένα οικοσύστημα όπου το ένα είδος τρέφει το άλλο. Η αλληλοεξόντωση τους συμβαίνει σε ένα πλαίσιο αλληλεξάρτησης όπου κανένα είδος δεν υπερβαίνει τα όρια που του τίθενται. Ένας λύκος δεν θα φάει περισσότερα πρόβατα από όσα μπορεί, και αν επιτεθεί να τα σκοτώσει θα το κάνει για να τραφεί. Δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Δεν είναι επιλογή του. Δεν είναι ούτε κακός, ούτε καλός. Είναι στη φύση του.  

Το καλό και το κακό χαρακτηρίζουν συμπεριφορές των ανθρώπων μεταξύ τους και με άλλα όντα. Το ανθρώπινο οικοσύστημα δεν βρίσκεται στην κατάσταση ισορροπημένης ανακύκλωσης που βλέπουμε στην υπόλοιπη φύση. Είναι δυναμικό και εξελίσσεται εκτός του αυστηρού πλαισίου του υπόλοιπου φυσικού οικοσυστήματος. Γι’ αυτό μπορεί να το βλάψει. Όμως, αυτό δεν είναι λόγος να καταδικάσουμε την εξελικτική δυναμική του ανθρώπου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντια στη δική του φύση. Η καταδίκη του ανθρώπου δεν λύνει το πρόβλημα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς θα πλαισιωθεί αυτή η υπερβάλλουσα δύναμη του ανθρώπου για να λειτουργεί δημιουργικά και όχι καταστροφικά.)

Η μορφοποιητική αναγκαιότητα του ανθρώπου έχει στοιχεία ανταγωνισμού και παραβίασης κοινωνικών ισορροπιών που στέκονται εμπόδια στην ανάδυση νέων μορφών. Υπάρχει κάποια βιαιότητα σε αυτήν τη διαδικασία. Η βία όμως αυτή δεν ασκείται για να καταστρέψει άλλες μορφές αλλά για να δημιουργήσει νέες. Η γενικευμένη καταδίκη της ανθρώπινης δυναμικής από τη θρησκευτική ηθική (με το μοτίβο του ανθρώπου παραβάτη, που πρέπει να τιμωρηθεί) δεν επιτρέπει να διακρίνουμε καθαρά την καταστροφική βία από τη δημιουργική «βία». Η μια πρέπει να καταδικάζεται, η άλλη να αγκαλιάζεται παρόλο που μπορεί να «πονάει».

 «Πονάει» να σε αφήνουν για να εξελιχθούν, να χάνεις από τον καλύτερο, να προτιμούν άλλον από εσένα ως πιο ταλαντούχο,  προικισμένο, γοητευτικό, ικανό, κλπ. Αν είναι όμως όντως έτσι, αν χάνεις από το καλύτερο τότε αυτό εξυπηρετεί προοπτικά το γενικότερο καλό. Θέλει ένα άλμα να συλλάβεις αυτήν την ευρεία προοπτική, να υπερβείς το εγώ σου και να δεις το σύνολο. Αυτό το άλμα το δίνει η καλοσύνη.  Η καλοσύνη αποδέχεται την ασυγκράτητη ορμή του (μορφο)ποιητικού ατόμου. Δέχεται την «προδοσία» του και τη  δημιουργική του «βία». Αυτό είναι το μεγαλείο της.

(Νικητές και ηττημένοι)

Όπως ο ηττημένος αγκαλιάζει τον νικητή, έτσι και ο νικητής οφείλει να αγκαλιάζει τον ηττημένο για να μετέχει της καλοσύνης. Ο ασπασμός της καλοσύνης αίρει τα άτομα από τη συνθήκη στην οποία έτυχε να βρεθούν μέσα από έναν συνδυασμό παραγόντων που κάποια τα ευνόησαν και κάποια όχι. Τα βγάζει από το συμβεβηκός και τα άρει στο Είναι. Έτσι, ενώ ως προς το μορφοποιητικό γίγνεσθαι κάποιοι επικρατούν και κάποιοι όχι, ως προς το Είναι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Όλοι είναι ή δεν είναι. Το πώς είναι δεν έχει σημασία.

Οι  άνθρωποι ξέρουμε ότι είμαστε θνητοί και ότι μας περιμένει η ίδια μοίρα όλους, νικητές και ηττημένους. Όσο ζούμε, μοιραζόμαστε το είναι. Όταν πεθάνουμε παύουμε να είμαστε. Όσο είμαστε, πιανόμαστε χέρι-χέρι καθώς βαδίζουμε ισορροπώντας πάνω στο κενό της ανυπαρξίας. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ανταγωνιζόμαστε μορφοποιητικά, ξέρουμε ότι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να έχει τόση μεγάλη σημασία ώστε να «πατήσουμε επί πτωμάτων» αφού στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε. Η καλοσύνη μπορεί να αντλήσει δύναμη από αυτήν την επίγνωση και να μείνει στο ύψος της, ως στάση σοφίας, παρά τις δοκιμασίες της από τις μορφοποιητικές προκλήσεις. Αυτές την κάνουν πιο δυνατή και πιο συνειδητή ως στάση υπερβατική που μας βγάζει από το επιμέρους και μας φέρνει σε επαφή με το όλον.

No comments:

Post a Comment