Monday, April 20, 2026

Δοκιμασίες της καλοσύνης


Στην υπηρεσία του καλού.

Το να είμαι ζωντανός δεν αρκεί. Ούτε να μην πονάω. Να έχω την υγεία μου θα μπορούσα και ζώντας κάτω από γέφυρες, κάποια λεφτά σαν επαίτης να βγάζω, με απομεινάρια ακριβών εστιατορίων να τρέφομαι πολυτελώς, θα μπορούσα να έχω κι ένα σκυλί παρέα, στην κοινωνία των αστέγων να ήμουν μέλος, χωρίς τη μοναξιά της γκαρσονιέρας να ζω. Αν πάλι είχα γυναίκα και παιδιά, ούτε αυτό θα αρκούσε κι ας είχα δεύτερο σπίτι εξοχικό, κρυφή ερωμένη μια συνάδελφο από τη δουλειά, κάποια δουλειά θα έβρισκα με τα πολλά, αλλά όλα αυτά δεν θα ήταν αρκετά. Ταξίδια θα μπορούσα βέβαια να κάνω, για να ξεφεύγω από την ανεπάρκεια όλων αυτών, μα κάποια στιγμή θα βαριόμουν τουρίστας να είμαι, στα θέατρα να πηγαίνω, συναυλίες, γκαλερί, γκαλά και άλλα πολλά δεν θα ήταν πάλι αρκετά. Ούτε να ανέβαζα παραστάσεις ο ίδιος, να τιμόμουν με βραβεία, να με καλούσαν σε δείπνα θα μου έλεγε κάτι τελικά. Όλα αυτά τα νιώθω λιγοστά.
Μόνο στην υπηρεσία του καλού αισθάνομαι πλήρης.

Αυτό έγραψα στις 10.4.26, σε μια ανάρτησή μου στο Facebook.

 

Πράγματι, η αφιέρωσή μου στο καλό νιώθω να μου «κάνει καλό». Με λυτρώνει από το άγχος της αναγνώρισης (το αδιέξοδο εγώ) καθώς με εισάγει σε μια ανώτερη κατάσταση, υπεράνω ατομικών επιδιώξεων (με τα σχετικά τους άγχη). Μου δίνει την αίσθηση της συνέχειας και μετά τον θάνατό μου, καθώς το καλό που κάνω στους άλλους με συνδέει με αυτούς που συνεχίζουν στη ζωή μετά από εμένα μαζί με όσα τους έχω προσφέρει. Το καλό που κάνω μπορεί να μου επιστραφεί και όσο ζω, ακόμη ένας λόγος να προσφύγω σε αυτό, αν και ακούγεται ωφελιμιστικός. Το όφελος, όμως, του καλού δεν περιορίζεται στο άτομο που το πράττει ούτε σε αυτό που το εισπράττει, αλλά διαχέεται. Φτιάχνει έναν κόσμο πιο φιλικό και διευκολύνει τη ζωή των ανθρώπων, γενικότερα. Γενικά, πολλά τα οφέλη του. Αν είναι όμως έτσι, τι το εμποδίζει να κυριαρχήσει; Για ποιο λόγο δεν γενικεύεται η καλοσύνη μεταξύ των ανθρώπων; Πού σκοντάφτει και ποιο είναι το πρόβλημα με το καλό;

Ας δούμε αρχικά πού μπορεί να σκοντάφτει. Έχω την εντύπωση ότι πολλοί παίρνουν την απόφαση να είναι καλοί, ως την ενδεδειγμένη στάση σε αυτή τη ζωή (όπως διακήρυξα και εγώ) αλλά στην πορεία πτοούνται από τις δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται η διακηρυγμένη καλοσύνη τους. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να τις εξετάσουμε, μήπως βρούμε σε τι συνίστανται και πώς ξεπερνιούνται. Αν το καταφέρουμε, θα έχουμε αποδώσει την καλοσύνη αναβαθμισμένη σε πιο λειτουργική εφαρμογή για να κυκλοφορήσει ευρέως σε νέα («open beta») έκδοση.  

 

 

ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ

 

ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑΣ

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η καλοσύνη είναι η ερωτική. Μπορεί κάποιος να είναι καλός μαζί μας αλλά εμείς να ποθούμε κάποιον άλλον που μας αγνοεί. Στον έρωτα δεν μετράει η καλοσύνη αλλά η γοητεία. Η γοητεία είναι εκλεκτική, δεν εμπνέεται από την ισοτιμία αλλά από την υπεροχή. Γύρω από αυτήν υπάρχει διαγκωνισμός για το ποιος θα επικρατήσει. Το ερωτικό παιχνίδι δεν είναι «δημοκρατικό» αλλά «αριστοκρατικό» καθώς τα εμπλεκόμενα άτομα έλκονται προς ό,τι θεωρούν άριστο για αυτά, ενώ υποτιμούν ερωτικά ό,τι θεωρούν κατώτερό τους. Αυτή η έλξη προς το ανώτερο έχει εξελικτική λειτουργία, με τον έρωτα να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός για τη βελτίωση του είδους, πέρα από την απλή αναπαραγωγή του (την οποία εξασφαλίζει το σεξ).

Ο έρωτας διαφέρει από το σεξ, όπως διαφέρει και από την αγάπη. Το σεξ μπορεί να συμβεί και μέσα από την υποτίμηση του άλλου, ενώ ο έρωτας μόνο ως προτίμηση λειτουργεί. Η αγάπη, από την άλλη,  δεν έχει τα στοιχεία πόθου που έχει ο έρωτας. Η αγάπη είναι κοντά στην καλοσύνη, ενώ ο έρωτας διαφέρει. Η ένταση της διαφοράς του έρωτα από την καλοσύνη μπορεί να πάρει διαστάσεις που να έρθουν σε σύγκρουση. Πρόκειται για δύο διαφορετικές δυνάμεις, με διαφορετική κατεύθυνση. Η καλοσύνη τείνει στην ενότητα, ενώ ο έρωτας ωθεί στη διαφοροποίηση. Η μία είναι κεντρομόλος δύναμη, η άλλη φυγόκεντρος. Η ισορροπία ανάμεσά τους κρίνει την ευστάθεια του συστήματος των σχέσεών μας.  

Η δυναμική ισορροπία που απαιτεί το γίγνεσθαί μας, για να εξελισσόμαστε (όχι η στατική ισορροπία, της στασιμότητας) χρειάζεται τόσο τον ερωτικό δυναμισμό όσο και τη συγκράτηση της καλοσύνης. Η συμπληρωματικότητά τους είναι απαραίτητη. Για να επιτευχθεί χρειάζεται την αναγνώριση της διαφοράς τους και την αποδοχή αλλήλων.

Ανάμεσα στη έρωτα και στην καλοσύνη μπορεί να υπάρχει συμπληρωματική σχέση, με αναγνώριση της διαφοράς τους. Δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους, αλλά διαφορετικά. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Υπάρχουν, μάλιστα, περιπτώσεις που το ένα προκαλεί το άλλο, όπως να νιώθουμε πλέρια καλοσύνη μέσα στην ευτυχία του έρωτα που ζεις ή να μας εμπνέει έρωτα η καλοσύνη κάποιου. Απλά, η ερωτική δυναμική μας βάζει σε μια τροχιά που μπορεί να προκαλέσει κραδασμούς στην απόφασή μας να υπηρετήσουμε στο καλό.

 

 

ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Ανάλογα με την ερωτική δοκιμασία, η καλοσύνη αντιμετωπίζει τη δοκιμασία της ατομικής εξέλιξης, η οποία θέτει πάλι το ζήτημα της διαφοροποίησης έναντι της ενότητας. Εδώ το εγώ τείνει να κινηθεί διαφοροποιούμενο από το εμείς για λόγους δικής του εξελικτικής ανάγκης. Όσο και αν αγαπάμε τους ανθρώπους μας, μπορεί να χρειαστεί να τους εγκαταλείψουμε για να ακολουθήσουμε τα «όνειρά» μας.

Τα «όνειρα» κάθε ατόμου αποτελούν φαντασιακές προβολές του ενεργειακού του πλεονάσματος υπό τη μορφή των επιθυμιών. Οι επιθυμίες το οδηγούν στη διάθεση του πλεονάσματός του σε γόνιμες συναντήσεις για την παραγωγή μορφών που ανταποκρίνονται στα θέλω του. Αν οι μορφές που δίνουμε στα «έργα και στις ημέρες» μας δεν αντιστοιχούν στις επιθυμίες μας, αλλά υποχωρούμε  από αυτές, για να είμαστε καλοί  με τους άλλους και να μην τους στενοχωρήσουμε, τότε «μιζεριάζουμε». Η αίσθηση της μιζέριας μπορεί να κάνει δυσάρεστη την καλοσύνη, οπότε προτιμούμε τη σκληρότητα προς τους άλλους, που τους αφήνουμε να τα «βγάλουν πέρα μόνοι»  (εκτός αν δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν), γιατί εμείς πρέπει να προχωρήσουμε.

Να σημειώσουμε ότι δεν μιλάμε για επιθετική σκληρότητα και άσκηση κακού εναντίον των άλλων προκειμένου να πετύχουμε  τους σκοπούς μας. Η άσκηση του κακού δεν αποτελεί δοκιμασία για την καλοσύνη. Είναι κάτι αντίπαλό της και αναγνωρίζεται εύκολα ως εχθρικό. Οι δοκιμασίες της καλοσύνης βρίσκονται στις δικές της δυσκολίες, όταν θέλουμε να είμαστε καλοί αλλά για μια σειρά λόγων βρισκόμαστε σε εσωτερική σύγκρουση.  Η λύση της σύγκρουσης βρίσκεται και εδώ πάλι στη συμπληρωματική σχέση ενότητας και διαφοράς, με αμοιβαία αναγνώριση και συνύπαρξη του εγώ και του εμείς, ώστε ούτε εγώ να κινούμαι εναντίον του συνόλου, αλλά ούτε και το σύνολο να με καταπνίγει.

 

ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Για να δώσω στα «έργα και στις ημέρες» μου τη μορφή που θέλω, χρειάζομαι τα μέσα και τους πόρους που θα με βοηθήσουν να τα καταφέρω. Καθώς οι πόροι είναι περιορισμένοι, μπορεί να έρθω σε ρήξη με τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι τους χρειάζονται και αυτοί. Από την άλλη, δεν μπορώ να υποχωρήσω από τη μορφοποιητική μου αναγκαιότητα γιατί είναι συνθήκη της ύπαρξής μου.

Είμαστε μετασχηματιστές του ενεργειακού μας πλεονάσματος σε μορφές, αλλά δεν αρκεί μόνο το δικό μας πλεόνασμα στη μορφοποίησή τους.  Χρειαζόμαστε τα μέσα, την ύλη, τα αντικείμενα, τους άλλους, τη συνεργασία τους, τον χρόνο τους, την ανταπόκρισή τους, κλπ. Όλα αυτά δεν είναι δεδομένα.  

Ακόμη και κήρυκας του καλού να θέλω να γίνω, θα χρειαστώ τον χρόνο των άλλων να με ακούσουν την ίδια στιγμή που διεκδικούν τον χρόνο τους και πάρα πολλοί άλλοι, με τα δικά τους «διαφημιστικά μηνύματα». Ποιος θα κερδίσει;

Κάθε μέρα που ξημερώνει, ξεκινάει και ένας αγώνας των εν δυνάμει μορφών που φέρουμε μέσα μας να γίνουν πράξη. Στο τέλος της μέρας κάποιες θα τα έχουν  καταφέρει και κάποιες όχι.  Υπό το φως της μέρας διεξάγεται ένας «ανηλεής αγώνας» των μορφών για επικράτηση. Πώς μπορεί αυτός να συνυπάρχει με την καλοσύνη;

Καλό και άγρια φύση

Ο αγώνας για επικράτηση των μορφών είναι ορατός στη φύση. Ακόμη και το πιο ταπεινό φυτό ανταγωνίζεται άλλα για χώμα και ήλιο. Ριγμένοι οι σπόροι των μορφών στον πλανήτη  σπεύδουν να πιάσουν τόπο, να καταλάβουν επικράτεια, να ορίσουν περιοχές ανάπτυξης, κυνηγιού, αναπαραγωγής,  κλπ. Αυτή η δυναμική ισορροπεί στο πλανητικό οικοσύστημα με τρόπο που το ένα είδος τρέφει το άλλο. Η αλληλοεξόντωση τους συμβαίνει σε ένα πλαίσιο αλληλεξάρτησης όπου κανένα είδος δεν υπερβαίνει τα όρια που του τίθενται. Ένα σαρκοφάγο ζώο δεν θα σκοτώσει περισσότερα θηράματα από όσα μπορεί να φάει. Τα χρειάζεται για την επιβίωσή του. Δεν θέλει την καταστροφή τους. Αν επιτίθεται να σκοτώσει, το κάνει για να τραφεί. Δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Δεν είναι επιλογή του. Δεν είναι ούτε κακό, ούτε καλό. Είναι στη φύση του.

Το καλό και το κακό χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Το ανθρώπινο οικοσύστημα δεν βρίσκεται στην κατάσταση της ισορροπημένης ανακύκλωσης που βλέπουμε στην υπόλοιπη φύση. Είναι δυναμικό και εξελίσσεται εκτός του αυστηρού πλαισίου του φυσικού οικοσυστήματος. Γι’ αυτό μπορεί να το βλάψει. Όμως, αυτό δεν είναι λόγος να καταδικάσουμε την εξελικτική δυναμική του ανθρώπου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντια στη δική του φύση. Η καταδίκη του ανθρώπου δεν λύνει το πρόβλημα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς θα πλαισιωθεί αυτή η υπερβάλλουσα δύναμή του για να λειτουργεί δημιουργικά και όχι καταστροφικά.

Η μορφοποιητική αναγκαιότητα του ανθρώπου έχει στοιχεία ανταγωνισμού και παραβίασης κοινωνικών ισορροπιών που στέκονται εμπόδια στην ανάδυση νέων μορφών. Κινείται με μια ορμή που μπορεί να μοιάζει βίαιη, όμως η βία αυτή δεν ασκείται για να καταστρέψει άλλες μορφές αλλά για να δημιουργήσει νέες. Η γενικευμένη καταδίκη της ανθρώπινης ορμητικότητας από τη θρησκευτική ηθική (με το μοτίβο του ανθρώπου παραβάτη, που πρέπει να τιμωρηθεί) δεν επιτρέπει να διακρίνουμε καθαρά την καταστροφική βία από τη δημιουργική ορμή. Η μια πρέπει να καταδικάζεται, η άλλη να αγκαλιάζεται παρόλο που μπορεί να «πονάει».  

«Πονάει» να σε αφήνουν για να εξελιχθούν, να χάνεις από τον καλύτερο, να προτιμούν άλλον από εσένα ως πιο ταλαντούχο,  προικισμένο, γοητευτικό, ικανό, κλπ. Αν είναι όμως όντως έτσι, αν χάνεις από το καλύτερο, τότε αυτό εξυπηρετεί προοπτικά το γενικότερο καλό. Θέλει ένα άλμα να συλλάβεις αυτήν την ευρεία προοπτική, να υπερβείς το εγώ σου και να δεις το σύνολο. Αυτό το άλμα το δίνει η καλοσύνη.  Η καλοσύνη αποδέχεται την ασυγκράτητη ορμή του (μορφο)ποιητικού ατόμου. Δέχεται την «προδοσία» του και τη  δημιουργική του «βία» (εφόσον δεν επιτίθεται στους άλλους, αλλά τους παραμερίζει). Αυτό είναι το μεγαλείο της.

Νικητές και ηττημένοι

Όπως ο ηττημένος αγκαλιάζει τον νικητή, έτσι και ο νικητής οφείλει να αγκαλιάζει τον ηττημένο για να μετέχει της καλοσύνης. Ο ασπασμός της καλοσύνης άρει τα άτομα από τη συνθήκη στην οποία έτυχε να βρεθούν, που κάποια ευνόησε και κάποια όχι. Τα βγάζει από το συμβεβηκός και τα άρει στο Είναι. Έτσι, ενώ ως προς το μορφοποιητικό γίγνεσθαι κάποιοι νικούν και κάποιοι χάνουν, ως προς το Είναι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Όλοι «είναι» (υπάρχουν) ή «δεν είναι» (δεν υπάρχουν). Το πώς είναι δεν έχει για το Είναι σημασία.

Οι  άνθρωποι ξέρουμε ότι είμαστε θνητοί και ότι μας περιμένει η ίδια μοίρα όλους, νικητές και ηττημένους. Όσο ζούμε, μοιραζόμαστε το είναι. Όταν πεθάνουμε, παύουμε να είμαστε. Όσο είμαστε, πιανόμαστε χέρι-χέρι καθώς βαδίζουμε ισορροπώντας πάνω στο κενό της ανυπαρξίας. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ανταγωνιζόμαστε μορφοποιητικά, ξέρουμε ότι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να έχει τόση πολύ μεγάλη σημασία ώστε να «πατήσουμε επί πτωμάτων» αφού στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε. Η καλοσύνη μπορεί να αντλήσει δύναμη από αυτήν την επίγνωση και να μείνει στο ύψος της, ως στάση σοφίας, παρά τις δοκιμασίες της από τις μορφοποιητικές προκλήσεις. Αυτές την κάνουν πιο δυνατή και πιο συνειδητή ως στάση υπερβατική που μας βγάζει από το επιμέρους και μας φέρνει σε επαφή με το όλον.

Καλοσύνη μέσω της ήττας ή της νίκης

Όποιος φέρει την καλοσύνη μέσα του, μπορεί να την ξεχάσει αν βγει νικητής, αποκτήσει ισχύ και νιώσει ανώτερος από τους άλλους. Μπορεί τότε να φερθεί με υπεροψία και αναλγησία. Μέχρι που μια ήττα θα τον γκρεμίσει από το «θρόνο» του και θα νιώσει ξανά ίδιος με όλους αυτούς τους «κακόμοιρους» συνανθρώπους του και θα τους συμπονέσει. Αυτή θα είναι μια θεραπευτική ήττα.  

Από την άλλη, οι ηττημένοι δεν είναι αναγκαστικά συμπονετικοί. Μπορεί να γίνουν κακεντρεχείς και φθονεροί. Ούτε οι νικητές είναι αναγκαστικά εγωπαθείς. Μπορεί να γίνουν γενναιόδωροι και δοτικοί. Να νιώσουν τέτοια δικαίωση των προσπαθειών τους που να μοιράσουν τα δώρα της νίκης τους στους άλλους. Είναι θέμα χαρακτήρα.

 

Το θέμα του χαρακτήρα.

Όταν βλέπουμε να διαφέρουν τόσο δύο μικρά αδέρφια (ακόμη και δίδυμα), μεγαλωμένα με τον ίδιο τρόπο, όπου το ένα είναι καλοσυνάτο, πράο, συμφιλιωτικό και το άλλο διεκδικητικό, εριστικό, ανταγωνιστικό, αποδίδουμε τη διαφορά τους στον χαρακτήρα τους. Ο χαρακτήρας είναι ένα φυσικό δεδομένο, όπως και άλλα χαρακτηριστικά μας. Κάποια από αυτά, μάλιστα, προκαλούν ανισότητες, με άλλους να είναι όμορφοι ή εύστροφοι ή εύσωμοι και κάποιους όχι τόσο. Στο θέμα του καλότροπου ή κακότροπου χαρακτήρα, έχουμε διαφοροποίηση της καλοσύνης με τον καλότροπο να την έχει πιο εύκολη από τον κακότροπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κακότροπος δεν την έχει καθόλου. Χρειάζεται εκπαίδευση να την αναπτύξει. Η εκπαίδευση στην καλοσύνη γίνεται μέσω της ίδιας της καλοσύνης όπου το δύστροπο  παιδί αντιμετωπίζεται με κατανόηση και αγάπη. Δεν φέρεται επίτηδες κακά, είναι του χαρακτήρα του.  

ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑ

Η ανωτερότητα της καλοσύνης δεν σημαίνει ότι απαξιεί να αντιμετωπίσει την κακία. Η κακία είναι μια απόπειρα βίαιης κατάλυσης των μορφών που δεν δικαιολογείται από καμία μορφοποιητική διαδικασία και είναι καταδικάσιμη. Η καλοσύνη οφείλει να προστατεύσει το γίγνεσθαι από καταστροφικές παρεμβάσεις και να πατάξει ό,τι τις προκαλεί. Η μεγαθυμία της δεν πρέπει να παρεξηγηθεί για αφέλεια έναντι των κακών προαιρέσεων που μπορεί να έχουν κάποια αδιόρθωτα άτομα και να τα οδηγούν σε συμπεριφορές απαράδεκτες. Η έγκαιρη αντιμετώπιση όσων παραφέρονται μπορεί να τα επαναφέρει στην τάξη και αν αυτά επιμένουν, τότε πρέπει να απομονωθούν ως επικίνδυνα.

Η αντίδραση, όμως, της καλοσύνης έναντι της κακίας πρέπει να γίνεται μέσα από το πνεύμα της, με τρόπο καλό, ήρεμο και αποφασιστικό. Όχι σαν πράξη εκδίκησης, με μίσος και βία. Καμία χαιρεκακία εναντίον του παραβάτη, αλλά πόνος για το κακό του, που μας αναγκάζει να τον απομονώσουμε. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιούμαστε να τον καταδικάσουμε σε σωματική ή θανατική ποινή. Απομονώνουμε τη συμπεριφορά του, όχι το είναι του. Το είναι κάθε όντος βρίσκεται πέραν του κακού και του καλού. Ανήκει στο κοσμικό Είναι, μέρος του οποίου είμαστε και εμείς. Δεν έχουμε δικαίωμα επ’ αυτού.

Η βλακεία

Εκτός από κακή προαίρεση υπάρχει και η βλακεία, που αποτελεί επίσης μεγάλη δοκιμασία για την καλοσύνη. Οι βλάκες έχουν στρεβλή αντίληψη για κάποια πράγματα την οποία αρνούνται να επανεξετάσουν, παρά τις επισημάνσεις ορθότητας που τους γίνονται. Η «ξεροκεφαλιά» τους μπορεί να είναι γραφική αλλά και τραγική αν οδηγεί αυτούς και όσους επηρεάζουν στον χαμό. Η βλακεία στον βαθμό που αποτελεί κίνδυνο για το γίγνεσθαι και τους άλλους ανθρώπους πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα.

Η απληστία

Η καλοσύνη δεν μπορεί να αδιαφορεί απέναντι στο γεγονός του δυσανάλογου πλουτισμού όσων επιτήδειων καταφέρνουν να «ρίξουν» τους άλλους στις συναλλαγές τους, αλλοιώνοντας τον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης υπέρ τους. Η αλλοίωση που επιτρέπει τους επιτήδειους να πλουτίσουν δυσανάλογα γίνεται με διάφορους τρόπους. Εξαπατούν, εκβιάζουν, εκμεταλλεύονται τους άλλους, σχηματίζουν καρτέλ, οργανώνουν λόμπι, ελέγχουν μέσα επικοινωνίας και κυβερνήσεις, επηρεάζουν πολιτικές, επιβάλλουν τα συμφέροντά τους δια της βίας αν χρειαστεί, οδηγούν ακόμη και σε πολεμικές επεμβάσεις, εξοντώνουν ανταγωνιστές, κλπ. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι η απληστία. Απέναντι στην απληστία δεν μπορείς παρά να αντισταθείς, να θέσεις αυστηρά όρια και να την πατάξεις αν τα παραβιάσει. Είναι τέτοια η φύση της που δεν περιορίζεται με άλλον τρόπο. Δεν παίρνει από καλά λόγια και θεωρεί την καλοσύνη αφέλεια προς εκμετάλλευση.

Αχαριστία, φθόνος, εξαπάτηση, κλπ.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις δεν είναι λιβάδι σπαρμένο με άνθη. Μπορεί να κρύβει φίδια και δηλητηριώδη φυτά. Το δηλητήριο στις σχέσεις εκχέεται συνήθως από άτομα που είναι τα ίδια δηλητηριασμένα από το κακό. Δεν μπορούν να αγαπήσουν, να εμπιστευθούν, να δοθούν και να δώσουν, να μοιραστούν. Εποφθαλμιούν τους άλλους, κοιτάζουν πώς να υφαρπάξουν ή να εκμεταλλευτούν. Διακατέχονται μάλλον από αίσθημα έλλειψης, στέρησης και μειονεξίας. Δεν νιώθουν από μόνα τους ικανά, ούτε καν να συγκρουστούν ανοιχτά. Η συμπεριφορά τους είναι  συχνά ύπουλη και γι’ αυτό μπορεί να αιφνιδιάσει την καλοσύνη, να τη βρει απροετοίμαστη και να την βγάλει «εκτός εαυτού», δηλαδή να την αναιρέσει. Αυτό που μπορεί να κρατήσει την καλοσύνη στο επίπεδό της είναι η αντίληψη ότι πρόκειται για άτομα στερημένα και δυστυχή. Να μην παρασυρθεί σε αντεκδίκηση αλλά να τα αντιμετωπίσει σαν προβληματικές περιπτώσεις, που χρήζουν θεραπείας.

 

ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΡΡΑΞΕΙΣ

Η εξέλιξη του ανθρώπου καθορίστηκε από ομαδοποιήσεις που συγκέντρωσαν πλούτο και δύναμη, χρησιμοποιώντας συχνά βία εναντίον άλλων ομάδων. Ακόμη και σήμερα η ανθρωπότητα είναι χωρισμένη σε ομάδες (εθνικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, ταξικές, κλπ.) που αλληλοϋποβλέπονται και μπορεί να επιτεθούν σε όσες εκδηλώσουν αδυναμία. Η πάλη ισχύος ανάμεσά τους, όπως και ανάμεσα στα άτομα, θα μπορούσε να θεωρηθεί «φυσική», καθώς κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην «άγρια φύση», όπως είδαμε πριν. Όπως και εκεί, όμως, η αποδοχή μιας τέτοιας συμπεριφοράς ή όχι κρίνεται σε σχέση με τη μορφο-ποιητική αναγκαιότητά της. Αυτήν πρέπει να την εξετάσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τα σημερινά δεδομένα.

Σήμερα θα έπρεπε κανονικά οι πόλεμοι και οι κάθε είδους συρράξεις να θεωρούνται απαρχαιωμένοι και βάρβαροι τρόποι επίλυσης των εντάσεων μεταξύ των ομάδων. Μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι η βία στις διεθνείς σχέσεις πρέπει να αποφεύγεται γιατί είναι εις βάρος όλων. Γι’ αυτό ίδρυσαν διεθνείς οργανισμούς ειρηνικής επίλυσης των διαφορών τους. Παρόλα αυτά, υπάρχουν ακόμα πολλά κατάλοιπα αυτής της βάρβαρης συμπεριφοράς που δεν εννοεί να εκσυγχρονιστεί. Η καλοσύνη πρέπει να την αντιμετωπίσει ως εχθρική προς το παγκόσμιο γίγνεσθαι, το οποίο οι πολεμοχαρείς ομαδοποιήσεις υπονομεύουν επαναφέροντάς το σε μια πρωτόγονη κατάσταση.

Η καλοσύνη δεν μπορεί να περιορίζεται στα πλαίσια μόνο μιας συγκεκριμένης ομάδας και να αντιμετωπίζει τις άλλες ως ξένες ή εχθρικές. Αν φροντίζουμε μόνο τους δικούς μας και αδιαφορούμε ή εχθρευόμαστε τους άλλους αυτό είναι ιδιοτέλεια. Η καλοσύνη διακρίνεται από ανιδιοτελή στάση προς τον άλλον, όπου άλλος είναι ο οποιοσδήποτε άλλος. Είναι μια στάση ζωής και δεν αλλάζει αν απέναντί μας βρίσκεται ένας άγνωστος. Δεν έχει να κάνει με το ποιόν του άλλου, αλλά με τη δική μας ποιότητα. Αποτελεί τρόπο συμπεριφοράς που εμπνέεται από τον αλτρουισμό.

Προβλήματα του αλτρουισμού

Είναι λίγο δύσκολο να αγκαλιάσεις τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν αυτή τη στιγμή στη γη, σαν να είναι όλοι «δικοί σου». Δεν μπορείς να το κάνεις ούτε για τους λίγους που ζουν στην πολυκατοικία σου. Αδιαφορείς για τους περισσότερους, θες την ησυχία σου, κι αν στην ταράξουν φωνάζεις την αστυνομία. Αν, βέβαια, ζητήσει κάποιος βοήθεια θα τον προστρέξεις, όμως, δεν θα βοηθήσεις τον επαγγελματία επαίτη ή το πρεζόνι που ζητιανεύει για τη δόση του. Θα προστατευθείς από όποιον δεν σου εμπνέει εμπιστοσύνη, θα βάλεις συστήματα ασφαλείας δια παν ενδεχόμενο και δεν θα ανοίξεις την πόρτα σε «περίεργους».  

Οι άνθρωποι για τους οποίους ενδιαφέρεσαι ενεργά είναι λίγες δεκάδες, με πρώτους αυτούς από το προσωπικό σου περιβάλλον, μετά αυτούς από τον κοινωνικό και επαγγελματικό σου περίγυρο, κατόπιν τους ομοειδείς σου (ομοϊδεάτες, ομότεχνους, ομόθυμους, κλπ.) Όσο μεγαλώνει ο κύκλος τόσο το ενεργό ενδιαφέρον οδεύει προς την αδιαφορία και την απάθεια. Παράλληλα με τους κύκλους της συμπάθειάς σου προς τους άλλους υπάρχουν αυτοί της αντιπάθειας προς όσους τρέφεις αρνητικά αισθήματα. Η αντιπάθεια μπορεί να κλιμακωθεί μέχρι εχθρότητα αν αντιλαμβάνεσαι τους άλλους ως απειλή. Αν μάλιστα σε βλάψουν μπορεί να φτάσει σε μίσος όπου θες να ανταποδώσεις το κακό. Όλα αυτά είναι «ανθρώπινα». Πού βρίσκεται, όμως, η καλοσύνη μέσα σε όλα αυτά;

Η καλοσύνη βρίσκεται στην καλή σου πρόθεση και στη συνειδητή σου απόφαση να την κάνεις θέση. Αν η απόφασή σου είναι να κάνεις το καλό, τότε μπορεί να σου είναι άγνωστα αυτά τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, να μη νιώθεις προσωπικό ενδιαφέρον για όλους αυτούς γύρω σου, να σου φαίνονται κάποιοι αντιπαθείς  ή ακόμη εχθρικοί, αλλά δεν θα παρασυρθείς σε αντιπαλότητες, ούτε θα φερθείς με αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών σου. Θα φροντίζεις οι πράξεις σου να έχουν θετικό πρόσημο υπέρ του κοινού καλού στο εύρος της εμβέλειάς τους και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Μπορεί να μην τους περιλαμβάνουν όλους, να αφήνουν κάποιους από έξω, αλλά δεν θα κινηθούν εναντίον τους. Η αντιπαλότητα μόνο ως υπεράσπιση του κοινού καλού από όσους το επιβουλεύονται είναι θεμιτή, όπως, άλλωστε, και επιβεβλημένη.

Καλοσύνη και αυτοθυσία

Καλός δεν είναι αυτός που αμελεί τον εαυτό του υπέρ κάποιου άλλου. Ο εαυτός είναι και αυτός κάποιος που χρειάζεται καλοσύνη. Η εγκατάλειψη του εαυτού δείχνει κάποια κακή σχέση μαζί του που την αποφεύγουμε και στρεφόμαστε στους άλλους, σαν υποκατάστατα.

Το εγώ είναι η βάση του εμείς. Αν το εγώ είναι κενό, δεν θα γεμίσει με εμείς. Θα παραμείνει κενό. Το εγώ θέλει εμένα τον ίδιο που το έχω να του δώσω προσοχή, είναι δικό μου και με χρειάζεται. Αν το αγνοήσω για να συντρέξω άλλα εγώ, τότε τρέχω στο κενό. Μια τέτοια υπερβολή αλτρουισμού έχει σαθρή βάση και κρύβει κάτι κούφιο, μέσα στο οποίο η καλοσύνη θα βουλιάξει αργά ή γρήγορα.

Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που η αυτοθυσία δεν αποτελεί υπεκφυγή από τον εαυτό μας, αλλά προσφορά του για τη σωτηρία κάποιου άλλου ή κάτι άλλου που θεωρούμε πολύ σημαντικό να διασωθεί, πιο σημαντικό από το εγώ μας, με το οποίο μπορεί να έχουμε καλή σχέση αλλά κρίνουμε ότι το άλλο αξίζει τη θυσία μας. Η θυσία των γονέων για τα παιδιά τους, των μαχητών για την πατρίδα τους, των αγωνιστών για την ελευθερία, των εξεγερμένων για τη δικαιοσύνη, κλπ., είναι μεγαλειώδεις πράξεις αυθυπέρβασης υπέρ του καλού, όταν δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να δώσεις τη ζωή σου για να το υπερασπιστείς.

Όπως βλέπουμε, στο θέμα της αυτοθυσίας δεν υπάρχει κάποιο σταθερό μέτρο εκτίμησης. Εξαρτάται από την κατάσταση. Βάζουμε στη ζυγαριά το δικό μας καλό, το καλό του άλλου που μας χρειάζεται, το γενικό καλό και αποφασίζουμε. Κάθε απόφαση είναι επαινετή εφόσον αφορά το καλό, πόσο μάλλον αν συνεπάγεται την αυτοθυσία μας. Αρκεί αυτή να μην αποτελεί υπεκφυγή από τον εαυτό μας και την αλήθεια μας.


 

ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Η αλήθεια μπορεί να είναι «σκληρή» όταν παρουσιάζει μια δυσάρεστη πραγματικότητα στον άλλον, αλλά είναι λάθος να την αποκρύβουμε για να μην στενοχωρηθεί. Τον αφήνουμε με μια ψευδή αντίληψη των πραγμάτων και αυτό δεν τον βοηθάει μακροπρόθεσμα. Το αντίθετο. Θα ήταν καλύτερο να ξέρει την αλήθεια και να οργανωθεί κατάλληλα, από το να ζει σε ένα ψέμα, το οποίο αργά ή γρήγορα θα τον εκθέσει και τότε θα είναι απροετοίμαστος.

Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που ο άλλος δεν έχει περιθώρια προσαρμογής και η αλήθεια θα έχει μόνο αρνητικές συνέπειες, χωρίς καμία πιθανότητα θετικής αντίδρασης ή προσαρμογής του. Το να λες σε έναν ετοιμοθάνατο γονιό ότι συνέβη κάτι πολύ κακό στο παιδί του, για παράδειγμα, δεν έχει κανένα νόημα. Μόνο κακό θα του κάνει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καλοσύνη υπερέχει της ειλικρίνειας και κρύβει την αλήθεια για να μην κάνει κακό. Σε όλες τις  άλλες περιπτώσεις καλοσύνη και ειλικρίνεια πάνε μαζί.

Μόνο κατ’ εξαίρεση η καλοσύνη μπορεί να κρύψει την αλήθεια και να πει κάποιο ψέμα. Από αυτήν την εξαίρεση, όμως, βγαίνει ένας κανόνας: η καλοσύνη είναι ο τελικός κριτής. Η ειλικρίνεια και το ψέμα εκτιμώνται με τα δικά της κριτήρια. Αυτή εκτιμά το κακό και το καλό των συνεπειών της ειλικρίνειας και αποφασίζει βάσει του τελικού αποτελέσματος. Αν ο άλλος μπορεί να αφομοιώσει την αλήθεια, όσο σκληρή και να είναι, τότε τη λέει. Αν ο άλλος αδυνατεί αποδεδειγμένα να ανταπεξέλθει και η ειλικρίνεια θα έχει αποτέλεσμα μόνο κακό, τότε την αποφεύγει. Μπορεί ακόμη και να πει ψέματα, αν εκτιμήσει ότι είναι αναπόφευκτα.

 

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ

Από την πρωτοκαθεδρία της καλοσύνης στο θέμα της ειλικρίνειας, φαίνεται να προηγείται ως κριτήριο συμπεριφοράς. Πρέπει, όντως, να είναι η καλοσύνη κριτής και οδηγός σε όσα κάνουμε; Σε ποια πεδία ηγείται και σε ποια όχι; Μπορεί να αποτελέσει ρυθμιστική αρχή σε όλες μας τις σχέσεις ή επιδέχεται και αυτή ρύθμιση; Βάσει ποιου κανόνα;


 

Καλοσύνη και διάκριση. Το ποικίλο καλό.

Το να θέτεις τον εαυτό σου στην υπηρεσία του καλού δεν σημαίνει ότι είσαι καλός με τον καθένα αδιάκριτα, χωρίς να κρίνεις τι κάνει κι αν αυτό αξίζει στήριξη. Με ποια κριτήρια, όμως, αποφασίζεις; Εφόσον κινείσαι με κριτήριο την καλοσύνη, τότε θα πρέπει να εξετάσεις βάσει αυτής αν η στήριξή σου σε κάτι θα συμβάλλει στο γενικότερο καλό. Δεν θα στηρίξεις έναν απατεώνα, ένα έργο που θεωρείς βλαβερό, έναν επαγγελματία ανεύθυνο ή έναν λειτουργό άχρηστο ή έναν καλλιτέχνη κακότεχνο, κλπ. Για να διακρίνεις που κινείται ο καθένας και κάθε τι που κάνει, εξετάζεις το καλό στην ευρεία του έννοια που περιλαμβάνει το ηθικό, το ωραίο και το αληθές. Ανάλογα πού εμπίπτει το εγχείρημα του καθένα, αποφασίζεις. Το καλό δεν είναι μια αξία περιορισμένη στο πεδίο των σχέσεων (ηθικό) αλλά αφορά  και το πεδίο των μορφών (ωραίο) και της επίγνωσης (αληθές). Η καλοσύνη ως ενέργεια υπέρ του καλού εξετάζει κάθε εγχείρημα στο πεδίο δράσης του και το υποστηρίζει ανάλογα πόσο συμβάλει θετικά στην περιοχή που κινείται.

Το κριτήριο της καλοσύνης είναι, λοιπόν, το καλό. Όμως, για να μπορείς να διακρίνεις κατά πόσο κάτι συμβάλει στο καλό, πρέπει να έχεις την ανάλογη αντίληψη, γνώση και ευαισθησία. Η καλοσύνη χωρίς τη συνδρομή της σωστής κρίσης είναι τυφλή. Η σχέση τους είναι συμπληρωματική.

 

Η καλοσύνη αδιάκριτα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο σεβασμός των όντων.

Η διάκριση που μπορεί να ισχύει στα έργα και στις πράξεις, δεν ισχύει στους ανθρώπους αυτούς καθ’ αυτούς, όπου εκεί είναι ίδιοι ως προς την καθαρά ανθρώπινη οντότητά τους. Η οντότητα κάθε ανθρώπου (η «ανθρωπινότητά» του) είναι ίδια και απαράλλαχτη σε όλους, ανεξαρτήτως φυλής, έθνους, τάξης, μόρφωσης, και κάθε άλλης ιδιότητας. Κάθε ανθρώπινο ον μετέχει του ίδιου και απαράλλαχτου είναι στην ανθρώπινη μορφή του.
Κατ’ ανάλογο τρόπο, κάθε άλλο ον μετέχει του ίδιου και απαράλλαχτου είναι στη δική του ιδιαίτερη μορφή (ζώου, φυτού, κλπ.). Πρέπει να γίνεται σεβαστό ως προς την οντότητά του, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο για κάποιες ιδιότητές του. Η χρηστική του εκμετάλλευση ως προς τις ιδιότητές του μπορεί να επιτρέπεται, όμως η καταχρηστική ως προς την οντότητά του πρέπει να απαγορεύεται.

Η καλοσύνη ως προς τα όντα, ανθρώπινα και μη, σημαίνει τον σεβασμό στην οντότητά τους και σε όσα την απαρτίζουν. Την ανθρώπινη οντότητα την απαρτίζουν στοιχεία πέραν της απλής βιολογικής της υπόστασης, σύνθετα στοιχεία που άπτονται του πνεύματος, της ψυχής, του λόγου, της έκφρασης, κλπ., με ό,τι τα υποστηρίζει (ελευθερία, δικαιοσύνη, κλπ.). Όλα αυτά μαζί συνιστούν απαράβατα ανθρώπινα δικαιώματα, που πρέπει να γίνονται απολύτως σεβαστά.

Η καλοσύνη οφείλει να υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε ατόμου αδιάκριτα και να τα προστατεύει από κάθε απόπειρα παραβίασής τους. Αυτή είναι η βάση της καλοσύνης. Πάνω σε αυτήν μπορεί να οικοδομήσει στη συνέχεια μια κλίμακα μεγιστοποίησης του καλού, κατευθύνοντας την ενέργειά της στο Μέγιστο Δυνατό Καλό (Μ.Δ.Κ.)*

Καλοσύνη και Μ.Δ.Κ.
Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από τα «Στοιχεία για μια θεωρία της συμπλήρωσης»:

«Δεν αρκεί να λες κάνε κάτι για τους άλλους, γενικά και αόριστα.  Όλοι αυτό κάνουμε έτσι κι αλλιώς, είτε εν γνώσει μας είτε εν αγνοία μας. Σίγουρα βοηθάει να το ορίσεις, γιατί σε βγάζει από το αδιέξοδο εγώ σου και σου δίνει προσανατολισμό. Είναι το πρώτο βήμα. Παρακάτω, όμως, τίθεται το ερώτημα τι να (πρωτο)κάνεις για τους άλλους. Από τα δέκα πράματα, ας πούμε, που μπορείς να προσφέρεις, ποιο είναι το πιο σημαντικό, αυτό που παράγει το μέγιστο καλό;

Γιατί το μέγιστο και όχι το πιο βολικό, το πιο εύκολο ή πρόχειρο; Διότι αν δεν στοχεύσω σε αυτό, στο καλύτερο που μπορώ, αλλά σε κάτι λιγότερο, τότε το μέγιστό μου θα διαμαρτύρεται. Θα υπάρχει μέσα μου σαν αδιάθετο πλεόνασμα, σαν κάτι που θα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα, και θα με στοιχειώνει σαν καταραμένο υπόλοιπο. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί που έχουν κάποιο μέγιστο που μπορούν να αποδώσουν και όταν δεν το κάνουν, νιώθουν να υστερούν σε κάτι. Κάτι τους φταίει και τους τρώει μέσα τους. Μπορεί να μην το συνειδητοποιούν γιατί έχουν βάλει άλλες προτεραιότητες, να βολευτούν, να αποκτήσουν άνεση, να πάρουν αντί να δώσουν. Αν εστιάσουν στην προσφορά, τότε μπορεί να το διακρίνουν.

Το Μέγιστο Δυνατό Καλό (Μ.Δ.Κ.) μπορεί να εφαρμοστεί από όλους σε κάθε περίπτωση και σε οποιαδήποτε συνθήκη. Σε όποια κατάσταση και να βρίσκεται κάποιος υγιής ενήλικας, υπάρχει κάτι μέγιστο που μπορεί να προσφέρει, αν εστιάσει σε αυτό. Έτσι, το Μ.Δ.Κ. μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο πασπαρτού που δίνει κατεύθυνση στην ενέργειά μας και μεγιστοποιεί το παραγόμενο έργο για εμάς τους ίδιους και για έναν καλύτερο κόσμο.»

 

Καλοσύνη και «διάθεση του πλεονάσματος». Επιθυμίες, ευχή, ψυχή.

Η μεγιστοποίηση είναι μέρος της μορφοποιητικής μας έφεσης που κινείται από το πλεόνασμά μας το οποίο διαθέτουμε στην κατεύθυνση των επιθυμιών μας. Από όλες τις επιθυμίες μας επιλέγουμε τη μέγιστη για να συγκεντρώσουμε σε αυτήν την πραγματοποιητική μας ενέργεια. Ποια η θέση της καλοσύνης σε αυτή τη μορφοποιητική διαδικασία;

Το κίνητρο του ατόμου είναι η πραγματοποίηση των επιθυμιών του, στοχεύοντας κάθε φορά στη μέγιστη. Αν ακολουθήσουμε νοητικά τη μεγιστο-ποητική κλιμάκωση των επιθυμιών μας θα δούμε ότι αυτές τείνουν σε μια ευχή, κοινή σε όλους. Αυτή η ευχή έχει να κάνει με το καλό. Να νιώθουμε καλά, σε έναν κόσμο καλό, όπου όλα και όλοι να είναι καλά. Νομίζω ότι σε αυτό συγκλίνουν οι πάντες, αν τους ρωτήσεις.

Η ευχή, λοιπόν, ως η απώτατη επιθυμία όλων μάς άγει στο καλό, έστω υποσυνείδητα. Αυτή προσανατολίζει «κρυφά» τις επιμέρους επιθυμίες μας και την ανάλογη διάθεση του πλεονάσματός μας. Αν αυτό το νιώσουμε καθαρά μέσα μας - αν το συνειδητοποιήσουμε - τότε οι ενέργειες και τα έργα μας θα εμπνέονται από καλοσύνη, έτσι ώστε στο κάθε μας βήμα προς την εκπλήρωση της ευχής μας να κάνουμε το αντίστοιχο (μέγιστο) καλό. Να συναρτούμε τις ημέρες και τα έργα μας (τις  μορφές που δίνουμε στην ενέργειά μας) με την προσφορά στους άλλους.

Για να νιώσουμε καθαρά μέσα μας την καλοσύνη σε σχέση με τις επιθυμίες μας, πρέπει να αφουγκραστούμε τη ψυχή μας. Η ψυχή, ως πεμπτουσία της ενότητας, μας κρατάει συνδεδεμένους με τους άλλους. Αυτή η σύνδεση εκφράζεται με την καλοσύνη ως αίσθημα ενεργούς αγάπης που πλαισιώνει τις ενέργειές μας έτσι ώστε να γίνονται υπέρ των άλλων.  

 

Η έμμεση καλοσύνη. Η επιταγή της καλοσύνης.

Όποιος εξερευνά τους νόμους σύστασης των πραγμάτων παντού στον κόσμο (γύρω μας ή μέσα μας) μπορεί να μην κινείται από καλοσύνη αλλά από περιέργεια. Εφόσον, όμως, τα ευρήματά του εμπλουτίζουν τη γνώση των ανθρώπων, συνεισφέρει κάτι σε αυτούς πράττοντας το καλό έμμεσα. Το ίδιο και ένας μουσικός μπορεί να κινείται από την αρμονία ή ένας ζωγράφος από το χρώμα, στα οποία όταν δίνουν μια μορφή κάλλιστη, πράττουν το καλό έμμεσα.  

Η καλοσύνη δεν απαιτεί να υπηρετούν μόνον αυτήν. Σέβεται τα ενδιαφέροντα των άλλων, αρκεί όμως και αυτοί να σέβονται τους άλλους. Δεν μπορεί ένας επιστήμονας να αδιαφορεί αν τα ευρήματά του χρησιμοποιούνται για όπλα καταστροφής, ούτε ένας μουσικός να δίνει συναυλίες για έναν αιμοσταγή δικτάτορα, ένας ζωγράφος να στολίζει τους τοίχους του, κλπ.

Η καλοσύνη αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων. Δεν ορίζει το επαγγελματικό τους ενδιαφέρον. Εφόσον αυτό υπηρετείται με καλό τρόπο, τότε προσφέρει έμμεσα στους άλλους. Αυτοί που θα έπρεπε να σχετίζονται άμεσα με την καλοσύνη είναι όσοι δραστηριοποιούνται σε περιοχές καθοριστικές για το κοινό καλό, όπως της ηθικής, της φιλοσοφίας, της παιδείας, του πολιτισμού, του δικαίου, του νόμου, της πολιτικής, του δημοσίου χώρου, του περιβάλλοντος, κλπ. Όλοι αυτοί πρέπει να υπηρετούν πρωτίστως το καλό, αλλιώς δεν κάνουν «για τη δουλειά τους».

Εδώ το «πρέπει» ακούγεται λίγο περίεργα, γιατί η καλοσύνη δεν αποτελεί ηθική επιταγή αλλά προσωπική επιλογή. Δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να νιώθει καλοσύνη για τους άλλους. Μπορείς μόνο να τον αναγκάσεις να σέβεται τα δικαιώματά τους και να ακολουθεί κάποιους κανόνες που ρυθμίζουν τον δημόσιο χώρο και τον κοινό τόπο όλων των όντων γενικότερα, υπέρ του κοινού καλού.  Αυτοί, όμως, που ασχολούνται ακριβώς με τα κοινά πεδία, οι δημόσιοι λειτουργοί στην ευρεία έννοια, θα έπρεπε να εμπνέονται από καλοσύνη για να τα υπηρετούν αποτελεσματικά υπέρ του κοινού καλού και όχι να το κάνουν αναγκαστικά. Δεν μπορείς, βέβαια, να τους υποχρεώσεις, αλλά μπορείς να επιλέξεις αυτούς που είναι πράγματι καλοί. Το «πρέπει» αποτελεί κριτήριο επιλογής δικό μας, παρά επιβολής πάνω τους. Οπότε, ναι, «πρέπει» να προτιμούμε αυτούς τους δημόσιους λειτουργούς που διαπνέονται από καλοσύνη, αν θέλουμε να υπηρετείται το κοινό καλό πραγματικά και όχι πλασματικά.

 

Καλοσύνη και κοινωνικά δίκτυα. Τα εμπόδια.

Στις μέρες μας η επικοινωνία γίνεται σε μεγάλο βαθμό μέσω κοινωνικών δικτύων, τα οποία ρυθμίζονται από αλγόριθμους. Μπορεί να θες να περάσεις το μήνυμα το καλού, αλλά οι αλγόριθμοι να στο «κόβουν» γιατί δεν μαγνητίζει τα βλέμματα όσο το θέαμα της βίας. Η θεαματικότητα είναι ακόμη ένα εμπόδιο που αντιμετωπίζει η καλοσύνη. Αυτό, όμως, δεν είναι λόγος να την εγκαταλείψεις και να μετέλθεις τεχνάσματα που δεν την υπηρετούν, μόνο και μόνο για να τραβήξεις την προσοχή του πλήθους πάνω σου. Εφόσον η πρόθεσή σου είναι να κάνεις το καλό και όχι να γίνεις ένας ακόμη «influencer», τότε θα πρέπει να επιμείνεις και να βρεις τρόπους να περάσεις το μήνυμα του καλού.

Η καλοσύνη θέλει επιμονή, δημιουργική σκέψη, συνέπεια και ευρηματικότητα. Υπηρετείς έναν ανώτερο σκοπό, όχι το εγώ σου. Αυτό μπορεί να σε κάνει ανθεκτικό και δημιουργικό. Το ίδιο ισχύει για όλα τα εμπόδια που αντιμετωπίζεις.  Αν παλεύεις μόνο για τον εαυτό σου, την προσωπική σου φιλοδοξία (ή έστω το «όνειρο»), τότε είναι πολύ πιθανό να παραιτηθείς όταν συναντήσεις εμπόδια που φαίνονται απροσπέλαστα. Αν όμως συνδέσεις τη «φιλοδοξία» σου με το να κάνεις το μέγιστο δυνατό καλό στους άλλους, τότε αντλείς δύναμη από τη σύνδεσή σου με τους  αυτούς. Δεν είσαι πια μόνος.

 

Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης. Η πολιτική.

Οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης θα αντικαταστήσουν πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες, με άγνωστες συνέπειες για το μέλλον της ανθρωπότητας. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες και να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη θα πρέπει η Τ.Ν. να δεσμευτεί υπέρ του κοινού καλού, με κανόνες που το υπηρετούν. Είναι, λοιπόν, μέρος της καλοσύνης ο έλεγχος της Τ.Ν. έτσι ώστε να υπηρετεί το καλό της ανθρωπότητας και όχι τα συμφέροντα μιας κάστας τεχνο-καπιταλιστών. Το ίδιο αφορά κάθε τεχνολογία.

Ο έλεγχος της τεχνολογίας δεν μπορεί να γίνει παρά από το κράτος, το μόνο που έχει τη δύναμη να επιβληθεί σε επιμέρους δραστηριότητες και να τις αναγκάσει να ακολουθούν κανόνες υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Η ενασχόληση με το κράτος εμπίπτει στον χώρο της πολιτικής, άρα η καλοσύνη δεν μπορεί να απέχει αυτής αν θέλει να έχει αποτέλεσμα και να μην παραμεριστεί από την επέλαση του κακού (την οποία μπορεί να διευκολύνει η ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη).

 

Καλοσύνη και θρησκείες. Η χριστιανική αγάπη.

Οι θρησκείες πέρα από το να δώσουν μια πρόχειρη εξήγηση του κόσμου γεμάτη μυθολογικά στοιχεία (ελλείψει της επιστήμης), παρουσίασαν και μια σειρά κανόνων συμμόρφωσης των ανθρώπων στην κατ’ αυτές θεία τάξη. Η θρησκευτική ηθική είχε ανταμοιβές και τιμωρίες (επί γης ή επουράνιες) για να συμμορφώσει τους ανθρώπους, τους οποίους δεν φαίνεται να εμπιστευόταν ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι όφειλαν να τιθασεύσουν τα «άγρια ένστικτά» τους και να φερθούν «πολιτισμένα» όπως όριζαν οι θεοί και οι εκπρόσωποί τους επί της γης (είτε ιεράρχες είτε ηγέτες με μανδύα θρησκευτικό ή θεϊκό). Η ιεραρχική οργάνωση κατάφερε να συγκεντρώσει τις «άγριες φυλές» σε πολυπληθείς κοινωνίες, που χρειαζόταν ρύθμιση για να είναι λειτουργικές. Η συνύπαρξη τόσων ανθρώπων έπρεπε να συνοδεύεται από κάποια μορφής οικειότητα μεταξύ τους για να λειτουργεί συνεκτικά. Αυτή χρειαζόταν κάποια θεότητα να την επιτηρεί, ανταμείβοντας τις συμπεριφορές της ενότητας (και της υπακοής) και τιμωρώντας τις διχαστικές (ή ελευθέριες). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η καλοσύνη δεν θεωρείτο μια συμπεριφορά πηγαία και αυτονόητη για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μιας κοινότητας. Ήταν μια στάση συμμόρφωσης σε θείες εντολές, αν αυτές, βέβαια, την περιείχαν  ρητά.

Η χριστιανική θρησκεία περιέχει ρητά την καλοσύνη  - την αγάπη - στις θεϊκές εντολές, οπότε το να είσαι καλός χριστιανός και το να είσαι καλός ταυτίζονται στους χριστιανικούς πολιτισμούς σε σημείο που τους είναι αδιανόητη η καλοσύνη έξω από τον χριστιανισμό. Προς έκπληξη των πιστών Χριστιανών υπάρχουν καλοί άνθρωποι που δεν είναι καθόλου πιστοί και πιστοί Χριστιανοί που δεν είναι καθόλου καλοί. Όπως αποδείχτηκε, η καλοσύνη δεν έχει να κάνει με τις θρησκευτικές επιταγές.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, όμως, ότι ο Χριστιανισμός έκανε μια τομή στον δυτικό πολιτισμό και ανέδειξε την αγάπη σε ύψιστη αρετή. Με το «αγάπα την πλησίον σου ως εαυτόν» διεύρυνε την αρχαία «φιλία» σε όλους τους ανθρώπους και  με το «ο Θεός αγάπη εστί» ανύψωσε τον στωικό κοσμοπολιτισμό και την αδερφοσύνη του («οικείωση») σε μεταφυσικά ύψη.

Ο χριστιανισμός εισήγαγε μια πρωτοφανή εικόνα ενός Θεού που θυσιάζει τον Υιό του για την αγάπη του ανθρώπου (αντί να ζητά θυσία των ανθρώπων σε αυτόν, όπως σε κάποιες πρωτόγονες θρησκείες). Η θυσιαστική όμως αγάπη, συνεπάγεται πλήρη αφοσίωση και αφομοίωση του ατόμου. Γι’ αυτό η χριστιανική καλοσύνη θεωρούσε την επιθυμία και την μορφοποιητική διαφοροποίηση των ατόμων πράξη εγωισμού ενάντια στην κοινότητα των πιστών. Απαιτούσε δέσμευση του εγώ στο εμείς της εκκλησίας, την οποία το εγώ όφειλε να υπηρετεί ως οίκο του καλοκάγαθου Θεού και του Υιού του Ιησού Χριστού.

Η εξέλιξη, όμως, του ανθρώπου γκρέμισε τα εκκλησιαστικά τείχη που δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τη μορφοποιητική ορμή των ατόμων.  Η εποχή που ακολούθησε και συνεχίζει ως σήμερα -η σύγχρονη ή νεωτερική- έφερε πρόοδο σε πολλούς τομείς, αλλά διατρέχει τον κίνδυνο του ατομισμού. Για να συμμορφώσει τον ατομισμό χρειάζεται μια καλοσύνη που δεν στηρίζεται σε θεϊκές εντολές και δεν ενοχοποιεί τη δυναμική του ανθρώπινου γίγνεσθαι. Η εποχή μας χρειάζεται μια αναβαθμισμένη καλοσύνη.

 

Η αναβαθμισμένη καλοσύνη

Ξεκινήσαμε με τη διάθεση να υπηρετήσουμε το καλό, αντιμετωπίσαμε μια σειρά δοκιμασίες στη διακηρυγμένη μας απόφαση για καλοσύνη και εξετάσαμε διάφορες πλευρές της για να φτάσουμε σε μια αναβαθμισμένη έννοια αυτής που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του σύγχρονου ανθρώπου και στις απαιτήσεις της εποχής του.

Η καλοσύνη στην αναβαθμισμένη της εκδοχή συμβαδίζει με τη μορφοποιητική πορεία του ανθρώπου και την πλαισιώνει έτσι ώστε να λειτουργεί υπέρ του κοινού καλού. Αναπτύσσει συμπληρωματική σχέση με το πνεύμα, τον λόγο, την αισθητική, την παιδεία και ό,τι άλλο τη βοηθάει να έχει ορθή κρίση υπέρ του καλού στη πολλαπλή του σημασία (και ως ωραίου και αληθούς). Αναγνωρίζει τις αδυναμίες των ανθρώπων και τις αντιμετωπίζει χωρίς να φέρεται αφελώς. Κρατάει ισορροπία ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς, φροντίζοντας και για τα δύο στη συμπληρωματική τους δυναμική. Λειτουργεί υπέρ του γίγνεσθαι, με απόλυτο σεβασμό, όμως, προς το είναι. Σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα ως το απαραβίαστο είναι κάθε ατόμου και το προστατεύει από κάθε είδους παραβιάσεις. Φέρεται με σεβασμό και προς τα άλλα όντα, διαφυλάσσοντας την οντότητά τους από την υπερεκμετάλλευση. Συνεργάζεται με την επιστήμη και ελέγχει την τεχνολογία υπέρ του κοινού καλού. Είναι πολιτικά ενεργή, αγωνίζεται για το καλό και δεν παραιτείται στα εμπόδια που αντιμετωπίζει. 

Saturday, June 5, 2021

Για έναν καλύτερο κόσμο. Πλαίσιο.

 πρόλογος

Όπως πολλούς έτσι και εμένα με απασχολεί ο κόσμος που ζούμε καθώς επηρεάζει την ποιότητα της ζωής μου και των δικών μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν το χρόνο ή τα μέσα να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα. Είναι απασχολημένοι με τα δικά τους και δεν έχουν πολλά περιθώρια για διεξοδικές αναλύσεις και μεθοδικές μελέτες. Σχολιάζουν, βέβαια, τις άμεσες επιπτώσεις στη ζωή τους και μπορεί να παρακολουθούν, επίσης, τις συζητήσεις που γίνονται από όσους ασχολούνται με το Γενικό (εκ των οποίων άλλοι ασχολούνται επαγγελματικά με αυτό, άλλοι ερασιτεχνικά, όπως εγώ).

Tuesday, August 14, 2018

Το Αόρατο και το Πνεύμα

Ό,τι υπάρχει στον Κόσμο δεν είναι αναγκαστικά ορατό. Υπάρχουν καταστάσεις αόρατες, χωρίς να αφήνουν ίχνος σε κανένα φάσμα παρατηρήσιμο τώρα και ποτέ. Η ύπαρξή τους όμως είναι αδιαμφισβήτητη. Τις νιώθουμε να συμβαίνουν παντού, από τον μικρόκοσμο που αποτελούμε εμείς οι ίδιοι μέχρι τον μακρόκοσμο του σύμπαντος.
Εμείς οι ίδιοι έχουμε μέσα μας πλευρές αόρατες ακόμη κι από τους εαυτούς μας. Φόβους που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, πάθη που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, έλξεις που μας μαγνητίζουν, επιθυμίες αχαρτογράφητες, χαρές και λύπες απρόσμενες.
Όλες αυτές οι δια-θέσεις μας είναι αόρατες. Δεν είναι θέσεις που καταλαμβάνουν κάποιο χώρο για να εντοπισθούν. Ανήκουν στο αόρατο φάσμα.
Γιατί έλκομαι από αυτόν τον άνδρα ή τη γυναίκα, γιατί ερωτεύομαι τον άλφα και όχι τον βήτα, γιατί με πιάνει ξαφνικά η νοσταλγία, γιατί πιστεύω σε κάτι. Μια ολόκληρη γκάμα ψυχικών ενεργημάτων είναι αόρατη, ενώ οι επενέργειές τους είναι ορατές.
Η διάθεσή μου αλλάζει βάσει αυτών των αόρατων ενεργημάτων, κινούμαι προς την κατεύθυνση που με ωθούν, τα εκφράζω μερικές φορές και κάποιες έχουν απτά αποτελέσματα.
Ακόμη και να μπορέσει η επιστήμη να ανιχνεύσει τις επιπτώσεις τους στον εγκέφαλο, ακόμη και να βρεθεί καταγραφέας της επενέργειας τους, είναι αδύνατον να ανιχνευθεί η προ-δια-θεση τους. Το πριν από αυτές  δεν μπορεί να καταγραφεί γιατί ακόμη δεν έχει εμφανισθεί. Κι όμως υπάρχει, διότι αυτό ωθεί στην εμφάνισή τους.
Η προδιάθεση για κάτι είναι η ώθηση μας προς τη διάθεση αυτού. Η διάθεση με τη σειρά της μπορεί να γίνει θέση (αν εκφραστεί, με επιτυχία). Για παράδειγμα, η προδιάθεση του έρωτα μπορεί να γίνει διάθεση ερωτική και μετά θέση και συγκεκριμένη πράξη έρωτα, αν τύχει ανταπόκρισης. Από την ερωτική πράξη, στη συνέχεια, μπορεί να γεννηθεί ένα παιδί, δηλαδή να ενσαρκωθεί μια καινούργια θέση, με τη μορφή ενός νέου όντος. Από κάτι μη ανιχνεύσιμο γεννάται ένα ον!
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ενέργεια του έρωτα, τις αλλαγές που φέρνει, τις μορφές που γεννά παντού στον κόσμο (αν τον δούμε γενικότερα σαν δύναμη συμπαντικής έλξης και ένωσης), ενώ ο ίδιος στην πραγματικότητα είναι αόρατος. Υπάρχει παντού στη φύση, βλέπουμε τις εκδηλώσεις του, αλλά όχι τον ίδιο. Ανάλογα, δρουν δυνάμεις άλλης χροιάς, όπως, για παράδειγμα της απώθησης. Τα αποτελέσματα αυτώ των συμπαντικών δυνάμεων μπορεί να είναι ορατά, οι ενέργειες να μπορούν να καταγραφούν, αλλά όχι οι ίδιες ως ενεργήματα.
Το ενέργημα όλων των ενεργημάτων, αυτό από το οποίο εκπέμπονται όλα, θα το πούμε Πνεύμα, για να αναφερθούμε στην άδηλη πηγή όλων των καταστάσεων, στον προπομπό του γίγνεσθαι.

Η πηγή των καταστάσεων είναι αόρατη, όπως και η αρχική αιτία των πραγμάτων είναι άφατη,  καθώς ο Λόγος που υπάρχει ο Κόσμος είναι ασύλληπτος από εμάς.
Το Πνεύμα
Πνεύμα είναι αυτό από το οποίο εκπορεύονται όλα, η πηγή των προδιαθέσεων που εμπεριέχουν εν σπέρματι τις διαθέσεις και στη συνέχεια τις θέσεις που φτιάχνουν τον Κόσμο. 

Οι θέσεις διαμορφώνονται με την αλληλεπίδραση των διαθέσεων που πηγάζουν από τις προδιαθέσεις του γίγνεσθαι, σύμφωνα με το Πνεύμα του Κόσμου.
Το Πνεύμα κινεί όλα τα κινούντα, συντονίζοντας και διευθύνοντάς τα στο γίγνεσθαι του Κόσμου. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να δούμε, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας. Νιώθουμε κάτι να τα κατευθύνει όλα και να τα συντονίζει έτσι που να συναρμολογούνται σε άρτια ολοκληρώματα, σε συστήματα οργανωμένα με μια ασύλληπτη σοφία. Το βλέπουμε στον ίδιο τον οργανισμό μας, το παρατηρούμε στη φύση γύρω μας, το μαθαίνουμε από τις κινήσεις των άστρων. Τίποτε δεν ξεφεύγει από την μπαγκέτα του Πνεύματος. Διευθύνει τη συμπαντική συμφωνία παίζοντας με δυνάμεις θανάτου και γέννησης, έρωτα και πολέμου, έτσι που όλα να ισορροπούν σε μια μοναδική συμμετρία, μια ασύλληπτη αρμονία.
Τα αποτελέσματα του Πνεύματος είναι ορατά, αλλά αυτό δεν μπορούμε να το δούμε. Το ίδιο αόρατος είναι και ο Λόγος ύπαρξης όλων αυτών που βλέπουμε και το γιατί τα βλέπουμε.
 Καθαρές υποθέσεις
Το Πνεύμα και ο Λόγος είναι δυο διαφορετικές εκφράσεις του Όλου (ή Όντος ή Είναι ή Ενός ή κλπ.), το οποίο προτείνουμε να λέγεται Αυτό, δίνοντάς του μια εντελώς αφηρημένη ονομασία, καθώς είναι αδύνατον να οριστεί καθ οιονδήποτε τρόπο. 
Παρόλο που Αυτό είναι εντελώς απροσδιόριστο, έχουμε την ανάγκη να αναφερόμαστε σε αυτό, ανάγοντας στο απόλυτο τις σχέσεις που διαπιστώνουμε στον κόσμο. Έτσι, κάνοντας αναγωγή της αιτιότητας που παρατηρούμε στα πράγματα γύρω μας, συλλαμβάνουμε την ιδέα της απώτατης αιτίας, του Λόγου. Ανάλογα, κάνοντας αναγωγή των αόρατων δυνάμεων ή προδιαθέσεων σε μια απώτερη προδιάθεση, συλλαμβάνουμε την ιδέα του Πνεύματος. 

Η αναφορές μας σε Αυτό  είναι καθαρές υποθέσεις, με έννοιες εντελώς αφαιρετικές, χωρίς τις συγκεκριμένες ιδιότητες που βλέπουμε στα φαινόμενα του Κόσμου. Για να τις ξεχωρίσουμε από τις συγκεκριμένες λέξεις που αναφέρονται στις απτές ιδιότητες, γράφουμε αυτές τις έννοιες με κεφαλαίο αρχικό (λέμε "Λόγος" αντί "λόγος", "Είναι" αντί "είναι", κλπ.). Η κεφαλαιοποίηση αυτών των λέξεων αφαιρεί τις ιδιότητές τους και τις κάνει αφηρημένες έννοιες, χωρίς εντοπίσιμο περιεχόμενο. Είναι έμμεσες υποδείξεις ιδιοτήτων, άνευ περιεχομένου, βάρους και ύλης και για αυτό αόρατες.
Ο υποθετικός λόγος  περί Αυτού αναφέρεται σε κάτι αόρατο το οποίο νιώθουμε να υπάρχει, βλέπουμε τα αποτελέσματά του αλλά όχι το ίδιο. 
Έτσι, ο έρωτας ανάμεσα σε συγκεκριμένα άτομα μπορεί να έχει ορατές πλευρές ενώ ο Έρωτας που κεφαλαιοποιεί όλους τους επιμέρους έρωτες σαν γενικότερη δύναμη έλξης είναι αόρατος και τη ίδια στιγμή πανταχού παρόν. Το ίδιο θα λέγαμε και για το πνεύμα, καθώς το πνεύμα ενός ανθρώπου, ενός έργου ή μιας εποχής, μπορεί να έχει εκφράσεις αναγνωρίσιμες, ενώ, το Πνεύμα που κεφαλαιοποιεί όλα τα πνεύματα δεν μπορεί να εκφραστεί, καθώς είναι αυτό που γεννά όλες τις εκφράσεις.
Εδώ πρέπει να προσέξουμε ότι το αόρατο υπάρχει και στον καθημερινό έρωτα και στο περιτρέχον πνεύμα (με μικρό αρχικό και όχι κεφαλαίο). Είναι το ίδιο αόρατα όπως και η πηγή τους. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι οι δικές τους εκφράσεις είναι παρατηρήσιμες, ενώ των απόλυτων εννοιών τους όχι. Οι καθαρά απόλυτες έννοιες (πχ. Έρωτας ή Πνεύμα, με κεφαλαίο αρχικό) ανήκουν στο απόλυτο Αόρατο (με κεφαλαίο). 
Οι σχετικοποιημένες έννοιες του απόλυτου (πχ. έρωτας ή πνεύμα, με πεζό) είναι σχετικά αόρατες, καθώς σχετίζονται με την πραγματικότητα, εμπλέκονται με τα πράγματα και τα επηρρεάζουν αφανώς. 
Το απόλυτο Αόρατο γίνεται τελικά ορατό μέσω των σχετικοποιημένων απολυτοτήτων του (των μικρών "αόρατων"), παραμένοντας το ίδιο απόλυτα Αόρατο. 

Όλα αυτά, βέβαια, με το καθαρό Απόλυτο μοιάζουν με παιχνίδια του νου, χωρίς αντίκρυσμα στην πραγματικότητα, αφού είναι στην πραγματικότητα άπιαστα και αδιανόητα. Στέκουν μόνο ως καθαρές υποθέσεις κι έτσι πρέπει να μείνουν. Όμως έχουν λόγο να υπάρχουν σαν υποθέσεις, καθώς μας συνδέουν με το Λόγο, την αόρατη πηγή του λόγου μας.
Η υποθετικότητα είναι υπαρκτή, αποτελώντας την αναγκαία αναγωγή του λόγου μας στην πηγή του. Ανάλογα υπαρκτό είναι και το αόρατο, η άδηλη πηγή των φαινομένων. Το σύνολο των υποθετικών μας αναφορών σε Αυτό απαρτίζει τον καθαρά υποθετικό λόγο, τον λόγο του Πνεύματος.  
 Η επιστήμη και το αόρατο
Το αόρατο είναι μια κατηγορία αντιεπιστημονική. Αυτό, όμως, δεν την κάνει λιγότερο υπαρκτή. 
Η επιστήμη στηρίζεται σε επαληθεύσιμες υποθέσεις και όχι σε καθαρά ή σχετικά αόρατες υποθετικότητες.  Έτσι είναι η δομή της, αυτή τη δουλειά κάνει, και καλά κάνει. Παράγει επιστημονική γνώση, με διαρκή έλεγχο των υποθέσεών της. Τη χρειαζόμαστε για αυτό και σεβόμαστε τις αρχές της. Όμως η επιστήμη δεν είναι τα πάντα, ούτε όλα είναι γνωστά. Υπάρχουν πολλά που από τη φύση τους είναι αόρατα και δεν θα τα μάθουμε ποτέ. 

Η επιστημονοκρατική σκέψη απορρίπτει το αόρατο, θέλοντας να επιβάλει τη δική της θέαση του Κόσμου. Ο Κόσμος όμως είναι πολύ πιο μεγάλος από όσο χωράει η σκέψη μας και συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. Το αόρατο δεν θα το δούμε ποτέ, αλλά μόνο με αυτό μπορούμε να έρθουμε κοντά στην ασύλληπτη ολότητα του Κόσμου. 
Γι αυτό, ο θετικός λόγος της επιστήμης, που ασχολείται με το ορατό, πρέπει να συμπληρωθεί με τον καθαρά υποθετικό λόγο, που αναφέρεται στο αόρατο.

Η ολοκλήρωση της θέασης μας βρίσκεται στη συμπληρωματικότητα του ορατού και του αόρατου.


Monday, August 13, 2018

Η απώλεια

Υπάρχει απώλεια στο Όλον; Είναι δυνατόν να χάνει κάτι Αυτό που είναι πλήρες; Μπορεί να αφανίζεται κάτι από το Είναι;
Κανονικά αυτό είναι αδύνατον να συμβαίνει. Η ολότητα του Κόσμου, «Αυτό» που είναι τα πάντα και ήταν πάντοτε τα πάντα από την πρώτη στιγμή (αν υπάρχει πρώτη στιγμή και δεν είναι ο Κόσμος αέναος) δεν μπορεί να χάνει κάτι μετά, αλλιώς δεν είναι τα πάντα. 

Το Είναι στην ολότητά του δεν μπορεί να επιτρέψει το μη-είναι, το κενό, το μηδέν, την καθαρή απώλεια. Καθώς ο Κόσμος αποτελεί το Όλον του Είναι, τίποτα δεν μπορεί να χάνεται από αυτόν.
Βλέπουμε όμως γύρω μας την απώλεια διαρκώς. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται. Τα όντα, τα φαινόμενα, οι μορφές, οι στιγμές γεννιούνται και πεθαίνουν. Τα βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας να χάνονται, όπως τα βλέπουμε και να εμφανίζονται. Ξέρουμε ότι το ίδιο θα συμβεί και με εμάς. Θα φύγουμε, όπως ήρθαμε.
Η απώλεια, λοιπόν, υπάρχει. Όπως υπάρχει και το «κέρδος» με την εμφάνιση νέων μορφών στη θέση αυτών που χάθηκαν. Αυτές όμως που έχουν χαθεί, χάθηκαν δια παντός, άρα, η απώλεια ως γεγονός είναι κάτι αναντίρρητο. Πώς γίνεται, τότε, να μην υπάρχει απώλεια στο Είναι, στο Ον καθαυτό, ενώ την βλέπουμε σε όλα τα όντα;  
Το Είναι συμψηφίζει την απώλεια των μορφών με τη γέννηση νέων μορφών έτσι που με την προσθαφαίρεση συν – πλην να βγαίνει αποτέλεσμα μηδέν. 

Τίποτε δεν αλλάζει εν Αυτώ, ενώ όλα γύρω μας αλλάζουν. Οι αλληλοδιαδοχή των μορφών που γεννούνται και πεθαίνουν εν τω Γίγνεσθαι Αυτού δεν αλλάζουν καθόλου την ολότητά του. Αυτή μένει ακέραια και απαράλλαχτη, παρά τις παραλλαγές των μορφών του γίγνεσθαι.
Φαίνεται ότι το Γίγνεσθαι είναι ένα παιχνίδισμα μορφών, ένας αντικατοπτρισμός φαινομένων στην αδιατάρακτη επιφάνεια τού Είναι. Η απώλειά μας δεν έχει καμία επίπτωση, ούτε και η γέννα μας, προφανώς. 

Τίποτε δεν χάνεται, ούτε κερδίζεται. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι εμείς οι ζωντανοί και οι άλλες μορφές της ζωής, όπως και όλα τα φαινόμενα αυτού του κόσμου, δεν είμαστε παρά διακυμάνσεις του τίποτε.
Δεν θα χαθούμε, διότι δεν είμαστε κάτι, λοιπόν; Εγώ όμως νιώθω ότι είμαι κάτι που θα χαθεί δια παντός όταν πεθάνει. Ούτε τα παιδιά μου, ούτε τα έργα μου, ούτε οι επικήδειοι που θα πουν για μένα θα αναπληρώσουν την οριστική απώλεια αυτού που είμαι. Βέβαια, ούτε ήμουν κάτι πριν γεννηθώ.  Άρα δεν χάνεται και τίποτε, τελικά. Όπως ήρθα, φεύγω. Επιστρέφω στο μηδέν από το οποίο ήρθα. Τι είναι όμως αυτό το ενδιάμεσο, στη διάρκεια του οποίου έχω υπάρξει;  Τι είναι γενικότερα η ύπαρξη;
Φαίνεται ότι η ύπαρξη συμβαίνει εν κενώ, έρχεται από το μηδέν και χάνεται σε αυτό. Το κενό δεν έχει απώλεια ούτε κέρδος. Το κενό, όμως, όπως και το μηδέν και το μη-είναι είναι ανύπαρκτα. Μόνον ό,τι υπάρχει, υπάρχει.
Εφόσον υπάρχει μόνο το υπαρκτό, η ανυπαρξία αποκλείεται να υπάρχει. Όπως δεν υπάρχουμε πριν γεννηθούμε, έτσι κι όταν πεθάνουμε. Το πριν και το μετά της ύπαρξης είναι ανύπαρκτα. Άρα, δεν υπάρχει απώλεια, ούτε κέρδος. Υπάρχει ότι υπάρχει όσο υπάρχει και όπως υπάρχει. Τίποτε άλλο.
Όταν γεννάται κάτι, απλά γεννάται. Όταν χάνεται, απλά χάνεται, χωρίς να χαθεί τίποτε. Η ύπαρξη θα συνεχίσει να υπάρχει ακέραια συμπεριλαμβάνοντας στο Όλον της οτιδήποτε υπάρχει. Τίποτε πριν από αυτό και τίποτε μετά. 

Το Είναι ως σύνολο όλων των είναι αποκλείει τίποτε που να μην-είναι. Η απώλειά μας δεν αφαιρεί κάτι από αυτό, ούτε η γέννα προσθέτει. Τίποτε δεν χάνεται, ούτε κερδίζεται. Λες και εμείς οι ζωντανοί, οι μορφές της ζωής, τα επιμέρους φαινόμενα του όλου Κόσμου, τα ιδιαίτερα γεγονότα του γίγνεσθαί του, δεν είμαστε παρά διακυμάνσεις του Είναι.
Βλέπουμε ότι όπως και να το εξετάσουμε, είτε ως προς το μηδέν (ως απώλεια) είτε ως προς το Είναι (ως κέρδος), το συμπέρασμα είναι ίδιο. Δεν υπάρχει καθαρή απώλεια. Ούτε κέρδος. Υπάρχει μόνον η καθαρή ύπαρξη.
Η σχετική απώλεια
Όταν κάτι χάνεται, παύει απλά να υπάρχει. Αυτό όμως δεν είναι απώλεια; Εξαρτάται για ποιόν. Κάποιος που υπάρχει παράλληλα με αυτό που χάνεται και το παρατηρεί, θα αντιληφθεί την εξαφάνισή του ως απώλεια (ή την εμφάνισή του ως κέρδος). Όταν χαθεί βέβαια κι αυτός ο ίδιος, η αντίληψή του θα εξαφανιστεί και αυτό που είδε να χάνεται (ή να κερδίζεται) θα απωλεσθούν μαζί του, σαν να μην έγιναν ποτέ.
Όσο ζούμε, βλέπουμε πράγματα να χάνονται, ανθρώπους, ζώα και φυτά να πεθαίνουν και να γεννούνται. Η απώλεια τους είναι αναμφίβολη για εμάς τους ζωντανούς. Όσο θα υπάρχουμε, η απώλεια μιας ύπαρξης ή η γέννηση μιας άλλης θα υπάρχουν κι αυτές.

Η απώλεια και το κέρδος συμβαίνουν εντός της ύπαρξης, ανάμεσα στους υπάρχοντες και στα υπάρχοντα. Είναι κάτι που συμβαίνει μεταξύ τους, κάτι σχετικό.
Συμπληρωματικότητα απώλειας και μη-απώλειας
Φαίνεται να υπάρχουν δυο διαφορετικές συνθήκες ύπαρξης. Μια εντός της ύπαρξης, όπου συμβαίνει η απώλεια ως σχετικό γεγονός, και μια ως προς τον ύπαρξη καθαυτή, στο Είναι στην ολότητά του, όπου εκεί δεν υπάρχει απώλεια ούτε κέρδος.
Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε τι σχετικό. Όταν το ανάγουμε στο απόλυτο, αλλάζει ιδιότητες ή μάλλον τις χάνει. Γίνεται ένα με το Ένα, το αέναο και απαράλλαχτο Είναι.
Η αναγωγή που κάνουμε μπορεί να είναι μια αυθαίρετη νοητική κατασκευή και «όλα να είναι τελικά σχετικά». Όμως ακόμη κι αυτό σαν φράση είναι απόλυτη. Εάν παραιτηθούμε από κάθε αναγωγή κι αρκεστούμε σε αυτό που έχουμε μπροστά μας, ο κόσμος όπως τον καταλαβαίνουμε θα διαλυθεί σε άπειρα επιμέρους φαινόμενα, ασύνδετα μεταξύ τους. Η σύνδεση των επιμέρους είναι σημαντική να καταλάβουμε την αιτιολογική τους σχέση. Η αιτιολογική σύνδεση οδηγεί μαθηματικά τη σκέψη μας στην αναζήτηση της απώτερης αιτίας του πλήθους των πραγμάτων που βλέπουμε, άρα στο Εν τους. Οπότε συλλαμβάνουμε και την έννοια της μη-απώλειας, παρόλο που τη βλέπουμε παντού γύρω μας.
Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους εννόησης του κόσμου. Τον θετικό, αυτόν που εννοεί τα πράγματα ως προς τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο (όπου γεννούνται και χάνονται), και τον υποθετικό, που κάνει υποθέσεις για το απόλυτο των πραγμάτων, το απαράλλαχτο Είναι του Κόσμου. Ανάμεσα στους δύο τρόπους μπορεί να υπάρχει σχέση συμπληρωματική.  
Ηθικές συνέπειες

Η συμπληρωματικότητα της απώλειας και της μη-απώλειας μπορεί να απαλύνει την οδύνη μας για τις απώλειες μας όπως και να μετριάσει τον θρίαμβό μας για τις νίκες μας.

Ο άνθρωπος που έχει μάθει να επελαύνει νικηφόρα πάνω στη γη (αφανίζοντας ό,τι αντιστέκεται) και να κάνει μεγάλη φασαρία για τις ήττες του (λες και όλα θα τελειώσουν μαζί του), είναι καλό να χαμηλώσει τους τόνους,  διότι κομπάζει για το τίποτε και οδύρεται για το καθόλου. 

Σεμνότητα και σιωπή για ότι δεν καταλαβαίνουμε, ούτε πρόκειται να μάθουμε ποτέ.


Friday, August 10, 2018

Το πνεύμα της εποχής

Ζούμε σε μια εποχή χωρίς συλλογικό όραμα. Οι απελευθερωτικές ή εξισωτικές ιδεολογίες του 20ου αιώνα -όπως, οι σοσιαλιστικές των αρχών του αιώνα ή οι ελευθεριακές των δεκαετιών ’60, ‘70-  κατέρρευσαν στην επαφή τους με την πραγματικότητα. ‘Έμεινε μόνο ο καπιταλισμός, που κυριάρχησε με τη λογική του χρήματος.
Ένας πολιτισμός που κινείται από το χρήμα παράγει μορφές αγοραίες, με σκοπό το κέρδος. Δεν έχουν κάποιο άλλο κίνητρο, στην ουσία. Όταν το χρήμα γίνεται αυτοσκοπός και όχι μέσον, τότε χάνεται κάθε ουσιαστικός σκοπός και απλά τρέχουμε πίσω από τα λεφτά.
Εάν οι άνθρωποι επαναπροσδιορίσουν τη στόχευση των έργων τους και τους δώσουν κάποια ουσιαστική κατεύθυνση, τότε μπορεί να γεννηθεί μια άλλη εποχή, πιο κοντά στις βαθιές επιθυμίες μας, αλλά και στην πραγματικότητά μας.
Το πρόβλημα με τις προηγούμενες απόπειρες συλλογικού επαναπροσδιορισμού, όπως στις επαναστάσεις του 20ου αιώνα, ήταν ότι δεν είχαν αρκετά φιλοσοφημένη στόχευση και ότι δεν επεξεργάστηκαν ικανοποιητικά τα δεδομένα της πραγματικότητας. Οι στόχοι που έθεσαν –της ισότητας οι εξισωτικές, της ελευθερίας οι ελευθεριακές– ήταν μάλλον μέσα, παρά στόχοι. Να είμαστε ίσοι και ελεύθεροι, ναι, αλλά για ποιο λόγο. Δεν εντόπισαν καθαρά τον απώτερο λόγο, ούτε είδαν ειλικρινά την πραγματικότητα. Οι εξισωτικές δεν έλαβαν υπόψη την ανάγκη διαφοροποίησης των ατόμων. Οι ελευθεριακές αγνόησαν τις οικονομικές δεσμεύσεις. Στο τέλος, η οικονομία, στην πιο κυνική εκδοχή της, τον καπιταλισμό, κέρδισε. Με τις τροποποιήσεις που έκανε και τις προσαρμογές του, ο καπιταλισμός μπόρεσε να κυριαρχήσει παγκοσμίως.
Οι ανισορροπίες που παράγει ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός είναι μεγάλες και προκαλούν ολοένα αυξανόμενες πιέσεις τις οποίες θα δυσκολευτεί να αφομοιώσει αν δεν αλλάξει δομικά (και παύσει να είναι καπιταλισμός, στην πράξη). Η οικολογική ανισορροπία, η πληθυσμιακή  (με τον υπερπληθυσμό των υπανάπτυκτων χωρών, σε συνδυασμό με τη γήρανση στις αναπτυγμένες χώρες), η ανισορροπία πλούτου, η μεταναστευτική πίεση, κλπ., απαιτούν ριζικές αλλαγές.
Η αλλαγή που επείγει είναι η «αλλαγή παραδείγματος», με την υιοθέτηση μια νέας οικουμενικής ιδέας. Εάν δεν γίνει κάποιος ουσιαστικός επαναπροσδιορισμός βάσει αυτής, τότε, θα κυριαρχήσουν τα οπισθοδρομικά φαινόμενα που βλέπουμε να εκδηλώνονται ως αντίδραση στα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης.
Η άνοδος του εθνικισμού, του φονταμενταλισμού και του μισαλλόδοξου λαϊκισμού, είναι ανησυχητικά δείγματα που απειλούν να κυριαρχήσουν φέρνοντας μια εποχή ζόφου.
Την ίδια στιγμή, η προοδευτική σκέψη αδυνατεί να προτείνει κάτι που να ανταποκρίνεται στα ζητήματα της εποχής. Πόσο μάλλον να δώσει το όραμα μια άλλης. Είναι κολλημένη σε μια ορολογία του παρελθόντος (κομμουναλιστικού ή ελευθεριακού τύπου) και επαναλαμβάνει αποδομητικές φόρμες ενός ξεπερασμένου μοντερνισμού (στην Τέχνη). Αδυνατεί να συλλάβει θετικά τον κόσμο και αρκείται στην κριτική και στην ανάλυση.
Με τη διαρκή κριτική και την εμμονική ανάλυση, όμως, δεν προκύπτει κάτι καινούργιο. Μπορεί να είναι απαραίτητες για την κατάδειξη των κακών κείμενων και τη διάγνωση των αιτιών τους, αλλά μόνο αν συνεχιστούν με κάποια θετική πρόταση, μπορεί να δώσουν προοπτική.  Αλλιώς, δεν μπορούν να διαμορφώσουν ένα συνεκτικό και συγκροτητικό νόημα για τη διαμόρφωση μιας νέας εποχής.
Η απουσία συνεκτικού νοήματος με προοπτική αποδιοργανώνει τις κοινωνίες και υπονομεύει τις συλλογικότητες. Αφήνει τα άτομα στο έλεος του ατομισμού και των εμμονών κάθε είδους: ψυχοπαθολογίες και αδυναμία επικοινωνίας στις προσωπικές σχέσεις, από τη μία, καιμαζο-ποιήσεις, φανατισμοί, αιρέσεις, εθνικισμοί, οπαδισμοί, από την άλλη. Η αυτιστική τέχνη και η ομφαλοσκοπική φιλοσοφία έρχονται να επιβαρύνουν το κλίμα της διάλυσης και της παραίτησης.
Υπάρχουν βέβαια και οι εμπνευσμένες φωνές που μιλούν επί της ουσίας και δίνουν προοπτική. Είναι λίγες, αλλά υπάρχουν. Μέσα από αυτές διασώζεται το πνεύμα και η ελπίδα μιας νέας εποχής. Για να τα καταφέρουν, χρειάζεται να συνεργαστούν. Πάνω σε ποια συγκροτητική ιδέα και κανονιστική Αρχή θα μπορούσε να γίνει αυτός; Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή που θα είχε την απαραίτητη καθολικότητα για να συμφωνήσουν επ’ αυτής και να οργανωθούν ανάλογα;
Προτείνουμε την Αρχή τού «Να Περνάμε Καλά», όπως την έχουμε παρουσιάσει εδώ, τόσο στις θεωρητικές της βάσεις, όσο και στις πρακτικές της συνέπειες.

Η σημασία της εποχής
Η εποχή είναι ο μανδύας που μας περιβάλλει, η ατμόσφαιρα του κόσμου μας. Ζούμε μέσα σε αυτήν και  την αναπνέουμε γύρω μας. Η ζωή μας χαρακτηρίζεται σε σημαντικό βαθμό από την εποχή που ζούμε και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη προσωπική σημασία. Μια εποχή θλιβερή και μίζερη θα χαρακτηρίσει τη ζωή μας ανάλογα. Μια εποχή δημιουργική και ελπιδοφόρα θα εμπνεύσει κι εμάς να δημιουργήσουμε και να ονειρευτούμε.
Αν συγκρίνουμε δύο πρόσφατες εποχές του «δυτικού κόσμου», αυτήν από το ’50 ως το ’80, που ήταν εποχή ανοίγματος, και αυτή από το ’80 ως πρόσφατα, που είναι εποχή κλεισίματος,  θα δούμε πόσο σημαντικές ήταν οι επιπτώσεις τους.
Η τριακονταετία ’50-’70 συνοδεύτηκε με μια έκρηξη καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, πολιτικής επαναστατικότητας, ερωτικής ελευθεριότητας και κοινωνικής κινητικότητας. Ο κινηματογράφος έζησε τον «χρυσού αιώνα» του. Η μουσική έβγαλε συγκροτήματα, τραγούδια, χορούς και ταξίδια μοναδικά. Τα ειρηνιστικά κινήματα χτύπησαν τον μιλιταρισμό. Οι εξουσιαστικές δομές αναγκάστηκαν να ανοίξουν. Η πατριαρχική οικογένεια μπήκε στο ντουλάπι. Ο έρωτας απελευθερώθηκε.
Η εποχή από το ’80 και μετά ήταν μια εποχή συντηριτικοποίησης. Τα λάθη, οι αδυναμίες και οι επιπολαιότητες των ελευθεριακών ρευμάτων της προηγούμενη εποχής, επέφεραν το τέλος της. Η αντεπανάσταση των νέο-συντηρητικών και νεο-φιλελευθέρων (Ρέιγκαν και Θάτσερ), μαζί με την πτώση του «ανατολικού μπλοκ», οδήγησε στην παγκόσμια κυριαρχία του καπιταλισμού. Η κερδοσκοπική λογική επεκτάθηκε παντού. Τα κινηματογραφικά αριστουργήματα έδωσαν τη θέση τους σε "μπλοκμπάστερς". Η μουσική πέρασε στα χέρια των μάνατζερς και η ζωγραφική στους γκαλερίστες. Οι παραλίες των γυμνιστών φόρεσαν μπικίνι και χρυσή καδένα. Το aids μαζί με τον νεο-πουριτανισμό έφεραν το κλινικό σεξ. Ο έρωτας λούφαξε. Το όνειρο χάθηκε.
Οι ποικίλες επιπτώσεις δεν ήταν ίδιες για όλους που έζησαν σε αυτές τις εποχές, όμως όλοι επηρεάστηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Το πνεύμα της κάθε εποχής είναι κάτι άυλο που εισχωρεί στις κοινωνικές δομές, περνάει μέσα από τους τοίχους, αγγίζει τις ψυχές και φτιάχνει ή χαλάει τις διαθέσεις μας.
Κάθε εποχή δίνει στον κοινωνικό χρόνο τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, που χαρακτηρίζουν και τις ζωές όλων που θα ζήσουν τον ίδιο καιρό. Αυτό είναι που κάνει κρίσιμη τη σημασία της, καθώς η ποιότητα της ίδιας της ζωής μας εξαρτάται, σε μεγάλο ή μικρό βαθμό, από την εποχή που ζούμε.

Τι είναι μια εποχή
Η εποχή δεν καθορίζει τα πάντα στη ζωή των ανθρώπων. Στην ίδια εποχή υπάρχουν πολλοί που δεν ακολουθούν το πνεύμα της, όμως, ζώντας σε αυτήν, το προσλαμβάνουν έμμεσα, θέλοντας και μη. Εκτός αν ζουν τελείως απομονωμένοι. 
Μιλάμε όμως για εμάς που ζούμε σε κοινωνίες. Αυτές φτιάχνουν τις εποχές, υιοθετώντας το πνεύμα τους. 
Μπορεί να είμαστε χαρούμενοι και από μόνοι μας, για δικούς μας λόγους, αλλά αν ζούμε σε μια εποχή κατήφειας, θα την εισπράξουμε από τους άλλους αναπόφευκτα. Η χαρά μας θα μετριαστεί ή, αντίθετα, θα πολλαπλασιαστεί αν ζούμε σε μια εποχή άνοιξης (ανοίγματος).
Η εποχή είναι ένας πολλαπλασιαστής διάθεσης. Βγαίνει από τους πολλούς σαν σύνολο και πολλαπλασιάζει τη διάθεση των μονάδων. Η επιπλέον ενέργεια που γεννά, ως πολλαπλασιαστής, γεννάται από το εμείς που συνθέτουν οι πολλοί.
Η ποιότητα της διάθεσης που πολλαπλασιάζεται εξαρτάται από το πνεύμα της εποχής που υιοθετούν οι κοινωνίες, δηλαδή οι πολλοί. Αν υιοθετούν το πνεύμα του καπιταλισμού, η διάθεση που θα πολλαπλασιαστεί θα είναι η ανταγωνιστική. Αν ζουν σε μια εποχή εθνικισμού, η διάθεση θα είναι πολεμοχαρής. Σε μια εποχή πασιφιστική ή κομμουναλιστική, θα είναι της αγάπης ή της αλληλεγγύης.
Το πνεύμα μιας εποχής είναι το τελικό εξαγόμενο που βγαίνει ως κοινή συνιστώσα από τον συμψηφισμό κομβικών συμβάντων, δράσεων και προτάσεων σε κρίσιμα πεδία κυριαρχίας, επιβίωσης και νοηματοδότησης της κοινωνίας. Το απώτατο συμπέρασμα όλων αυτών, το οποίο υιοθετεί η κοινωνία, συνιστά την εποχή. Με ποιο γνώμονα όμως διαμορφώνεται αυτό;
Καθώς το απώτατο συμπέρασμα αυτών που κάνουμε και λέμε δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, όπως ξέρουμε, και όλα αυτά μπορεί να αποδειχθούν μάταια, το απώτατο συμπέρασμα και της κοινωνίας διαμορφώνεται ακριβώς πάνω σε αυτό. Ανάλογα από την απάντηση  που δίνει κάθε εποχή για το νόημα της ζωής ενώπιον του θανάτου προκύπτει το δικό της απώτατο συμπέρασμα, που την χαρακτηρίζει.  

Η διαμόρφωση των εποχών

Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε ένα περιβάλλον ανθρώπων που σχετίζονται μεταξύ τους και με εμάς σύμφωνα με τις εκάστοτε πεποιθήσεις τους. Αυτές προκύπτουν από  τον συμψηφισμό των τρόπων αντιμετώπισής τους σε μια σειρά ζητήματα που τους απασχολούν - προσωπικά, πρακτικά, κοινωνικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά, μεταφυσικά, κλπ. Καθώς πίσω από αυτά (ή μετά από αυτά) εμφανίζεται πάντα το ερώτημα για το νόημα της ζωής ενώπιον του θανάτου, οι πεποιθήσεις συγκροτούνται πάνω σε αυτό.
Η κοσμοαντίληψη, για παράδειγμα, στο προβιομηχανικό αγροτικό περιβάλλον της Ελλάδας πριν 150 χρόνια διαφέρει ριζικά από τη σημερινή. Ο τότε άνθρωπος αντιλαμβανόταν τον κόσμο και τον εαυτό του σύμφωνα με τους ορισμούς της ορθόδοξης εκκλησίας και των εθνοδιδασκάλων του, δρούσε μέσα σε πατριαρχικά πλαίσια και καθοριζόταν καταλυτικά από τη θέση του στη μικρή, κλειστή κοινωνία που ανήκε. Η νοηματοδότηση της ζωής του ενώπιον του θανάτου του δεν ήταν προσωπική του υπόθεση αλλά της εκκλησίας ή του έθνους ή της φατριάς του.
Οι ιστορικές φάσεις των εποχών μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε μεγάλες ενότητες μακροχρόνιων περιόδων (όπως αρχαιότητα, μεσαίωνας, νεότεροι χρόνοι), οι οποίες μπορούν να υποδιαιρεθούν στη συνέχεια σε μικρές ενότητες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
x

















Οι ποικίλες πεποιθήσεις των ατόμων για το νόημα της ζωής ενώπιον του θανάτου αλληλοεπηρεάζονται και διαμορφώνουν μια κοινή κοσμοαντίληψη, που διαφέρει από εποχή σε εποχή και από περιβάλλον σε περιβάλλον. Αυτή η κοσμοαντίληψη προκύπτει ως κοινή συνιστώσα των πεποιθήσεων τους. Μπορεί αυτή η συνιστώσα να μην αντιπροσωπεύει όλους, αλλά τους περισσότερους, που υπογραμμίζουν με το πλήθος τους τη γενική της ισχύ, η οποία και καθορίζει την εποχή τους.

Ο σημερινός «μοντέρνος» άνθρωπος, στην ίδια χώρα, έχει μια εικόνα για τον κόσμο που είναι πολύ διαφορετική. Συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με τις επιστήμες, έχει επίγνωση της διεθνούς αλληλεπίδρασης στο παγκόσμιο σκηνικό, δρα σύμφωνα με τα προσωπικά του συμφέροντα και ενδιαφέροντα (παρά με πατριαρχικές ή εθνικές ή θρησκευτικές επιταγές), ενώ η θέση του στην τοπική κοινωνία δεν είναι τόσο καθοριστική όπως παλιά, αφού τώρα μπορεί να σχετίζεται με άλλες κοινότητες, που δεν είναι τοπικά προσδιορισμένες (πχ. η κοινότητα του Facebook). Η νοηματοδότηση της ζωής του είναι πλέον προσωπική του υπόθεση.


Η σημερινή εποχή

Η ισχύουσα κοσμοαντίληψη σήμερα είναι αποτέλεσμα διεργασιών που συνέβησαν στο παρελθόν και συνεχίζονται από το γίγνεσθαι του ανθρώπου, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε Ιστορία.

Οι εποχές αλλάζουν ανάλογα με την ιστορική φάση στην οποία εντάσσονται. 


Η σημερινή εποχή του δυτικού κόσμου εντάσσεται στους «ύστερους νεότερους χρόνους», που  ξεκίνησαν με τον διαφωτισμό. Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά έχουμε δύο βασικές εποχές, μια του "ανοίγματος" που κορυφώθηκε με κέντρο τη δεκαετία του ’60 και μια του "κλεισίματος" που ακολούθησε.

Η εποχή του ανοίγματος διαμορφώθηκε από έναν συνδυασμό ιδιαίτερων παραγόντων που έδρασαν μέσα στο γενικότερο ύστερο-νεωτερικό πλαίσιο: η μεταπολεμική ανάπτυξη, η ποπ μουσική (με το ροκ-εν-ρολ, τον Ελβις, τους Μπητλς και το ροκ), τα αντιρατσιστικά και φεμινιστικά κινήματα, οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, οι φοιτητικές εξεγέρσεις, οι ελευθεριακοί θεωρητικοί (όπως Μαρκούζε, Ράιχ, Έσσε, Σαρτρ, Γκυ Ντεμπορ ή της σχολής της Φρανκφούρτης), το ανεξάρτητο σινεμά (ιταλικός νεορεαλισμός, αγγλικό free cinema, γαλλική nouvel vague, American indie), οι χίπεις, ο Τσε, οι καταλήψεις, οι ποικίλες αντιεξουσιαστικές δράσεις, κλπ. όλα αυτά έδρασαν θετικά στη διαμόρφωση αυτής της εποχής.

Ταυτόχρονα κάποια άλλα έδρασαν αρνητικά, συντελώντας στην ματαίωση του ανοίγματος: τα ναρκωτικά, η τρομοκρατική δράση ακραίων ομάδων (πχ. Brigade Rosse στην Ιταλία και RAF στη Γερμανία), η γκουρου-λατρεία, η ζωδιο-μανία, οι αντι-οικογενειακές υπερβολές και η παν-σεξουαλική ασυναισθησία, υπήρξαν αρνητικοί παράγοντες που οδήγησαν στο τέλος της εποχής του ανοίγματος .

Οι συντηριτικές αστικές τάξεις αντέδρασαν το ‘80 και έφεραν στην εξουσία τον Ρέιγκαν και τη Θάτσερ που ηγήθηκαν μιας καπιταλιστικής αντεπανάστασης, την οποία αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν και οι Ευρωπαίοι θέτοντας τη σοσιαλδημοκρατία τους στην υπηρεσία των αγορών. 
Ο «επαναστατικός χώρος» κατάφερε να επιβιώσει αυτό το διάστημα αντλώντας ισχύ από το κλέος της προηγούμενης εποχής. Κατάφερε, μάλιστα, να οργανώσει μεγάλα συμβάντα σαν αυτά του παγκόσμιου φόρουμ στη Βραζιλία και τις διαδηλώσεις της Γένοβας, το 2001. Τότε, όμως, ήρθε η επίθεση στους δίδυμους πύργους στις 11.9 και τον έθεσε για τα καλά στο περιθώριο.

Ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός, που φούντωσε από την επέμβαση στο Ιράκ (για να κορυφωθεί με την επέμβαση στη Συρία και το ISIS) ισχυροποίησε τους εξουσιαστές της Δύσης, με αποκορύφωμα τον εξουσιομανή Τραμπ.   
Η εγκαθίδρυση απολυταρχιών σε "χώρες κλειδιά", όπως στη Ρωσία με τον Πούτιν και στην Τουρκία με τον Ερντογάν, ήρθε να καταργήσει οριστικά το πνεύμα του ’60 και μαζί με αυτό να παρέλθει η εποχή που η Δύση καθόριζε τις εποχές.

Έτσι φτάνουμε στο σήμερα. 
Η κρίση αξιών της Δύσης (που κατάντησε να έχει έναν Τραμπ για πρόεδρο των ΗΠΑ), μαζί με την άνοδο της Ασίας (με πρώτη την υπεράριθμη Κίνα και μετά την επερχόμενη Ινδία) αλλάζουν τα γεωπολιτικά δεδομένα.
Παράλληλα, οι αναταράξεις από τις μεταναστευτικές ροές, η κλιματική αλλαγή και άλλα φαινόμενα πλανητικού μεγέθους, μαζί με τις ανατροπές που θα επιφέρουν μείζονες τεχνολογικές εξελίξεις (όπως η βιοτεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη) μπορεί να σημάνουν την αλλαγή κλίμακας ορισμού των εποχών .

Τα μεγέθη που αναδύονται πλέον είναι τεράστια και θέτουν εν αμφιβόλω την ικανότητα αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου, όπως την αποπειράθηκε στη Δύση, από τον διαφωτισμό και μετά. Είναι πολύ πιθανό να ζούμε το τέλος των ύστερων νεότερων χρόνων και την έναρξη της επόμενης μεγάλης ιστορικής φάσης του ανθρώπου.


Η μεθεπόμενη εποχή

Όλα δείχνουν ότι περνάμε σε μια εποχή μαζικών ανακατατάξεων και έναρξης μιας νέας ιστορικής περιόδου πλανητικού μεγέθους, που θα συμπεριλαμβάνει εξίσου όλους τους ανθρώπους στη γη (και όχι μόνο τους «δυτικούς»), θα εμπεριέχει το δέος για τη φύση (απο τη διαταραχή της λόγω παραβίασης του οικοσυστήματός της) και θα φέρει την εκχώρηση της υπολογιστικής δύναμης του ανθρώπου στις «μηχανές».
Στη διάρκεια αυτής της διαφαινόμενης εποχής είναι πολύ πιθανόν να υπάρχουν διάφορες αντικρουόμενες απόψεις και το χαρακτηριστικό της να είναι η πολυδιάσπαση.

Η πολυδιάσπαση συμβαίνει ήδη στην ενδιάμεση εποχή που ζούμε, που είναι και εποχή των ενδιάμεσων.
Οι ενδιάμεσοι είναι αυτοί που παίζουν ρόλο μεσολαβητή στις πολυδιασπασμένες από τον ατομικισμό δυτικές κοινωνίες. Δικηγόροι, μάνατζερ, σύμβουλοι κάθε είδους (από οικογενειακούς ως επικοινωνιακούς) και άλλοι χίλιοι δυο μεσολαβητές βρίσκονται παντού σήμερα, μαζί με τα social media και όλα τα δίκτυα που παίζουν αυτό το ρόλο: του μεσολαβητή. 

Εάν η διάσπαση πάρει μαζική έκταση,  τότε οι ενδιάμεσοι θα δυσκολευτούν να γεφυρώσουν το χάσμα.  Σε ένα τέτοιο συγκρουσιακό περιβάλλον, η διάθεση που θα πολλαπλασιαστεί θα είναι της αυτοπροστασίας. Αντί ο κόσμος να ανοίξει με τη παγκοσμιοποίηση, οι άνθρωποι θα κλειστούν σε πρόχειρες ομάδες, φτιάχνοντας «φυλές» (είτε πολιτισμικές, είτε εθνοτικές) με «φύλαρχους» που θα τους προστατεύουν στην πλανητική «ζούγκλα». Οι τοπικισμοί και οι φυλετισμοί θα διαρρήξουν τον παγκόσμιο κοινωνικό ιστό, πολυδιασπώντας τον σε φέουδα όπως στον μεσαίωνα.

Όσοι από εμάς δεν θέλουμε να επιστρέψουμε σε εποχές σκοταδισμού πρέπει να διασώσουμε το πνεύμα το διαφωτισμού και να το προάγουμε, τροποποιώντας το και αναβαθμίζοντάς το έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της επερχόμενη εποχής.

Αν κινηθούμε δυναμικά, εμπνεόμενοι από το όραμα μιας μεθεπόμενης εποχής (μιας εποχής μετά από αυτή που επέρχεται) μπορεί να βρούμε το πέρασμα σε έναν κόσμο καλύτερο.

Για να περάσουμε στη σύνθεση της μεθεπόμενης εποχής, οι αντιθέσεις μας πρέπει να ξεπεραστούν, μέσα από τη συμπληρωματικότηταΈτσι, να κινηθούμε συμπληρωματικά συνθέτοντας ένα δικό μας «εμείς» που θα μας δώσει την επιπλέον ενέργεια που χρειαζόμαστε για να δράσουμε δημόσια. Αυτό το «εμείς» πρέπει να περιλαμβάνει «ομοϊδεάτες» μας από παντού στον κόσμο. Η «όμοια ιδέα» μας θα πρέπει να έχει την οικουμενικότητα και γενικότητα που απαιτεί η εποχή. Μια τέτοια θα μπορούσε να είναι το να-περνάμε-καλά, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.