Sunday, January 9, 2011

Όσο πιο απλά γίνεται







Μια σειρά σκέψεων για ζητήματα του ανθρώπου, γραμμένη όσο πιο απλά γίνεται. 

(Επειδή το κείμενο είναι μεγάλο για blog, όποιος θέλει να το έχει σε word, ας επικοινωνήσει στο: stratosgg@yahoo.com)


ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ

Είμαστε γεννήματα αυτού του κόσμου. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν μορφή ζωής ενός πλανήτη κάποιου ήλιου ενός από τους γαλαξίες του. Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλο σύμπαν από αυτό που ζούμε, ούτε τι υπήρχε πριν από αυτό - αν υπήρχε κάτι - ούτε τι θα έρθει μετά. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε εδώ (όσο βρισκόμαστε), κάτοικοι της Γης, που είναι κι αυτή γέννημα του κόσμου.

Από τη θέση μας μέσα στο σύμπαν, σαν ένα μέρος αυτού, οργανικά δεμένο μαζί του, είναι αδύνατον να το αντιληφθούμε στην ολότητά του, να αποσπαστούμε από αυτό με κάποιο τρόπο και να το δούμε από έξω, για να καταλάβουμε τι είναι στο σύνολο. Μπορούμε να καταλάβουμε από μέσα πολλά, αλλά η ολότητά του (όπως, επίσης, η αρχή και το τέλος του) πάντα θα μας διαφεύγει, διότι μας εμπεριέχει.

Η απόπειρες των διαφόρων θρησκειών να πουν την ιστορία του κόσμου σαν ένα παραμύθι (με αρχή, μέση και τέλος) είναι προϊόν της φαντασίας της πρώιμης ("παιδικής") ηλικίας του ανθρώπου, όπου με μυθολογικές κατασκευές προσπάθησε να βάλει μια πρόχειρη τάξη στο χάος του ανεξήγητου κόσμου που τον περιέβαλλε. Όσο όμως μεγάλωνε και μάθαινε τον κόσμο γύρω του, τόσο αυτές οι κατασκευές αποδεικνυόταν αυθαίρετες, έτσι που σήμερα καμία θρησκεία να μην πείθει πραγματικά το μέσο άνθρωπο σαν ερμηνευτικό σύστημα του κόσμου.

Αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να θεαθούμε το όλον του κόσμου, βρισκόμαστε σε αντικειμενική αδυναμία να ορίσουμε απαράβατες αρχές και αιώνιες αλήθειες. Αρχές που βασισμένες στη γνώση του Όλου και σφραγισμένες με τη βούλα του απόλυτου να μπορούν να θεμελιώσουν αλάθητες επιστήμες -τόσο φυσικές, όσο και κοινωνικές- που θα έδιναν τη βάση να νομοθετήσουμε με αλάθητο τρόπο και τα ανθρώπινα πράγματα.

Από την άλλη, η παραίτηση από το αίτημα του απόλυτου και της επικύρωσης της γνώμης μας από την αλήθεια, εισάγει το σχετικισμό στις ανθρώπινες κρίσεις και προβάλλει τον υποκειμενισμό των απόψεών τους, γεγονός που επαναφέρει την αυθαιρεσία στα ανθρώπινα πράγματα από την πίσω πόρτα, (αφού εκδιώχθηκε, από τη μπροστινή, με την αποπομπή των θρησκειών).

Η αυθαιρεσία του υποκειμενισμού οδηγεί, από τη μια, στην επιβολή της γνώμης του πιο ισχυρού πάνω στον πιο αδύνατο -καθώς δεν αναγνωρίζεται κάποιο αντικειμενικό κριτήριο έξω από αυτούς τους δύο, ικανό να εκδικάσει τις όποιες διαφορές τους- και, απ’ την άλλη, αποσυνδέει τον άνθρωπο από το όλον στο οποίο ανήκει, με το να του αναγνωρίζει το δικαίωμα να αυθαδιάζει έναντι των πάντων.

Εν ονόματι του υποκειμενισμού, ο άνθρωπος είναι ικανός να παραγνωρίσει τους απαράβατους νόμους του κόσμου στον οποίο ανήκει και να παραβιάσει τους κανόνες της φύσης που τον κρατάει στη ζωή -κάτι  το οποίο μπορεί να τον φέρει αρχικά σε θέση ισχύος, αλλά όχι για πολύ. Η παραβατικότητα δεν επιτρέπεται σε ένα σύμπαν που έχει κανόνες, τους οποίους μπορεί να μην ξέρουμε πολύ καλά, αλλά οφείλουμε να τους αναγνωρίζουμε, εφόσον είμαστε μέρος της ολότητας του κόσμου και εξαρτόμαστε από αυτήν.

Η αντικειμενική αδυναμία μας να ορίσουμε το απόλυτο - λόγω της θέσης μας εντός του κόσμου, κι όχι εκτός αυτού - δεν σημαίνει ότι το απόλυτο δεν υπάρχει. Υπάρχει όπως υπάρχει και το Όλον που μας εμπεριέχει ως Αυτό που είναι τα πάντα, ενώ, εμείς είμαστε «κάτι» μέσα σε Αυτό.
------------------------------------------
Θα μπορούσαμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε ένα διαδεδομένο όρο για Αυτό, τον όρο «Θεός», για να γίνουμε κατανοητοί, όμως, εφόσον θέλουμε να αναφερθούμε στο Όλον με το σύνολο των ιδιοτήτων του και όχι με κάποιες από αυτές, χρειαζόμαστε μια λέξη όσο γίνεται πιο γενική και ουδέτερη, όπως είναι η λέξη "Αυτό".

Η λέξη «Θεός» δεν είναι αρκούντως κατάλληλη, καθώς είναι χαρακτηρισμένη από  τις ειδικές επισημάνσεις των διαφόρων θρησκειών και είναι, επιπλέον, αρσενικού γένους - τουλάχιστον στα ελληνικά - άρα, όχι ουδέτερη.

Για τον ίδιο λόγο, η λέξη Αυτό είναι προτιμότερη από πολλές άλλες γενικές λέξεις, ακόμη και από τη λέξη «Όλον», η οποία παραπέμπει στην ιδιότητα της ολότητας, αλλά αυτή δεν είναι η μόνη ιδιότητα Αυτού (το οποίο περιλαμβάνει όλες τις ιδιότητες μαζί και βρίσκεται πέραν όλων των λέξεων που ονομάζουν ο,τιδήποτε). Κανονικά δεν υπάρχει λέξη να το ονομάσει. Μπορούμε μόνο να αναφερθούμε υπαινικτικά σε "αυτό", με τη λέξη Αυτό, ελλείψει καταλληλότερης.
-----------------------------------------------

Μπορεί να είναι αδύνατον εκ των πραγμάτων να προσδιορίσουμε τι είναι Αυτό, αλλά ξέρουμε ότι είμαστε μέρος του Όλου του και όχι Αυτό μέρος δικό μας. Η ζωή και η ευημερία μας εξαρτάται από Αυτό και όχι Αυτό από εμάς. Άρα, δεν μπορούμε να βάλουμε το εγώ μας πάνω από Αυτό, ούτε τη γνώμη μας κόντρα στους κανόνες του γίγνεσθαί του, χωρίς να τιμωρηθούμε για την ύβρη μας και να υποστούμε τις συνέπειες της σύγκρουσής μας με τον ίδιο τον ζωοδότη μας κόσμο.

Το σύστημα των κανόνων που διέπουν το συμπαντικό γίγνεσθαι και ρυθμίζουν τα της ζωής μας, απαρτίζει το απόλυτο της γνώσης, στο οποίο πρέπει να τείνει η γνώμη μας για να είναι σωστή, ή, καλύτερα, για να γίνεται ολοένα πιο σωστή, αφού το απόλυτα σωστό και εντελώς αληθές είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως είπαμε, ότι πρέπει να παραιτούμαστε από το αίτημά του.
Άλλο, όμως, το αίτημα και άλλο η κατοχή.

Ανάμεσα στο τίποτε και στα πάντα υπάρχει το ολοένα πιο πολύ. Ανάμεσα στην κατηγορηματική πρόταση «ξέρω τι είναι τι» και στην αποφατική «δεν ξέρω τίποτε», υπάρχει το «μαθαίνω». Αυτό  δίνει κατεύθυνση στην ανθρώπινη εννόηση του κόσμου: την κατεύθυνση της μεγιστοποίησής της, μέσω της βαθμιαίας προσέγγισης της αλήθειας.

Το αίτημα της αλήθειας -και του απόλυτου- μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε Αυτό, μας βγάζει από το εγώ μας και μας συνδέει με τον κόσμο. Από την άλλη, τόσο η ψευδαίσθηση της ολικής κατοχής της αλήθειας (που υπόσχονται οι θρησκείες), όσο και η  παραίτηση από το αίτημα της αλήθειας (που επιφέρει ο σχετικισμός), μας αποσυνδέουν από τον κόσμο, οδηγώντας μας στα επικίνδυνα μονοπάτια, είτε του φονταμενταλισμού (θρησκείες) είτε του ανεξέλεγκτου ατομισμού (σχετικισμός).


Η ΒΑΘΜΙΑΙΑ ΕΝΝΟΗΣΗ

Ανάμεσα στη θρησκευτική υποταγή και στην ατομικιστική αυθάδεια, βρίσκεται η μέση οδός της βαθμιαίας εννόησης των κανόνων του γίγνεσθαι και της συμμόρφωσής μας με αυτούς, την οποία πρέπει να ακολουθούμε για να ευημερούμε κατά το μέγιστο δυνατόν. 
----------------------------------
Το «πρέπει», εδώ, δηλώνει την αναγκαστική μας σχέση με τον κόσμο, αφού είμαστε συνδεδεμένοι αναγκαστικά μαζί του και η ευημερία μας εξαρτάται από τη σωστή μας σχέση μαζί του.
----------------------------------

Καθώς η σωστή σχέση μας με τον κόσμο δεν είναι δεδομένη αλλά ζητούμενη, καλούμαστε να μελετήσουμε τον τρόπο της συστοιχείωσής του, τόσο έξω από εμάς (φυσικές επιστήμες), όσο και ανάμεσά μας (επιστήμες του ανθρώπου), για να βρούμε εκείνα τα εργαλεία και να κάνουμε εκείνα τα έργα, που θα προάγουν την ευημερία μας, σύμφωνα, πάντα, με τους κανόνες του γίγνεσθαι.

Οι φυσικές επιστήμες έλυσαν το πρόβλημα της αλήθειας των θεωριών τους με τη μέθοδο της επαλήθευσής τους στις περιοχές που αυτές διερευνούσαν. Έτσι, προχώρησαν σταδιακά στην εξερεύνηση του κόσμου, ενώ, η βαθμιαία προσέγγισή τους στην αλήθεια συντέλεσε στη μεγιστοποίηση της επιστημονικής γνώσης.

Την ίδια στιγμή, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα δυσκολεύτηκαν, διότι είχαν να αντιμετωπίσουν τις αντιστάσεις κοινωνικών συστημάτων και ταξικών συμφερόντων πολύ πιο ισχυρών και επώδυνων από τις αντιστάσεις της υλικής πραγματικότητας.

Ακόμη και σήμερα, που οι εξερεύνηση της ύλης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα παραμένουν στάσιμες, ανήμπορες να μεθοδεύσουν την προσέγγισή μας στην αλήθεια, με συνέπεια να βρίθουν από αυθαιρεσίες (είτε θρησκευτικού τύπου, είτε σχετικιστικού). Βασικός λόγος αυτής της δυσκολίας είναι ότι στις ανθρώπινες αποφάνσεις κριτής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.

Στα θέματα που αφορούν εμάς τους ίδιους, δεν υπάρχει η μαρτυρία της έξωθεν πραγματικότητας, με την οποία συγκρίνει τις αποφάνσεις της η φυσική επιστήμη, κρίνοντας αν αυτές αληθεύουν ή όχι. Ούτε, βέβαια, υπάρχουν έξω από εμάς γραμμένες κάποιες θείες εντολές - τις οποίες θα μας μεταφέρουν οι εκλεκτοί του Θεού - για να ρυθμίσουμε σύμφωνα με αυτές τη συμπεριφορά μας.


ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ

Αυτό που μας αφορά δεν υπάρχει γραμμένο κάπου έξω από εμάς, αλλά βρίσκεται μέσα μας. Τούτο δεν σημαίνει ότι είμαστε έρμαια κάποιου υποκειμενισμού, ξεκομμένοι από το σύστημα των κανόνων του σύμπαντος κόσμου. Απλά, όντας μέρος Αυτού ενσωματώνουμε από το όλον του τις ειδικές εντολές που μας ρυθμίζουν, μέσα από τις γενετικές μας οδηγίες. Άρα, η αλήθεια μας βρίσκεται μέσα μας και δεν έχουμε άλλο τρόπο να την προσεγγίσουμε από το να την αφουγκραστούμε και να την εκφράσουμε όσο γίνεται πιο ειλικρινά.

Ο ειλικρινής μας εσωτερικός διάλογος με τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα αισθήματά μας, ήτοι, με το τρισυπόστατο της ύπαρξής μας, είναι το πρώτο βήμα προσέγγισης της αλήθειας μας.
-------------------------------------
Το τρισυπόστατο της ύπαρξής μας όπως συναρτάται από τη βούληση (πηγή των επιθυμιών), το νου (των σκέψεων) και τη ψυχή (των αισθημάτων).
-------------------------------------

Το δεύτερο είναι η εξωτερίκευση των συμπερασμάτων αυτού του διαλόγου και η συ-ζήτησή τους με τους άλλους, για να δια-πιστώσουμε την ισχύ τους και να τα δοκιμάσουμε στην πράξη. 

Όταν ξεκινάμε ανάποδα, από τις οδηγίες που μας έρχονται από έξω - από τις εντολές που μας δίνουν άλλοι, από τα δικά τους θέλω, τις δικές τους γνώμες, κλπ. - αποκοβόμαστε από τη μόνη δυνατότητά μας να αρθρώσουμε την αλήθεια που μας αφορά (αφού την «πάσα αλήθεια» είναι αδύνατον να την κατέχουμε, όσο κι αν δεν πρέπει να σταματήσουμε να την αναζητούμε).

Η εσώτερη προέλευση των αποφάνσεων και εκφράσεών μας, όταν αυτές πηγάζουν από τον εσωτερικό μας διάλογο, είναι κριτήριο της αλήθειας τους, αφού δίνει τα εχέγγυα ότι ξεκινούν από εμάς τους ίδιους, είναι ειλικρινείς και έχουν το χαρακτήρα της αυθεντικότητας. Γι’ αυτό, μπορούμε να τις εμπιστευόμαστε και να τις εξωτερικεύουμε, όποιες κι αν είναι αυτές, αρκεί να είναι προϊόντα του ελεύθερου διαλόγου με τον εαυτό μας.

Η «αυτολογοκρισία» μας από εξωτερικούς ελέγχους, που τους έχουμε ενσωματώσει κι έχουν διαμορφώσει μέσα μας μια σειρά από φραγμούς, εμποδίζοντας να συνομιλήσουμε ελεύθερα με τον εαυτό μας, πλήττει το μόνο μέσο που έχουμε για να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας: την ειλικρίνεια.


Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑΣ

Δεδομένου ότι οι εξωτερικοί έλεγχοι είναι δεδομένοι και ένα μέρος τους περνάει μέσα μας από μικρά παιδιά, η ειλικρίνεια δεν είναι εύκολη υπόθεση. Γι' αυτό λέμε «να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς», εννοώντας ότι απαιτείται διαρκής προσπάθεια για αυτό, που είναι πρωταρχικό αίτημα της ζωής μας, αν θέλουμε να τη ζήσουμε ως οι εαυτοί μας.

Το να είσαι ειλικρινής στην κοινωνία εμπεριέχει κάποιο κόστος, αφού η ειλικρίνεια μπορεί να σε διαφοροποιήσει από το κοινωνικά αποδεκτό και να σε οδηγήσει σε πιθανή σύγκρουση με διάφορα κατά συνθήκη ψεύδη. Όμως, μόνο αναλαμβάνοντας το κόστος της ειλικρίνειας, μπορείς να είσαι αληθινός και ό,τι έχεις ζήσει να είναι ουσιαστικά βιωμένο. 

Ο βιωματικός πλούτος, αυτός που γεμίζει την ύπαρξή σου με το "είναι" της,  αποτελεί το μέγιστο κέρδος της ειλικρίνειας σου, όσο κι αν αυτή μπορεί να σου κοστίσει. Στην περίπτωση που φοβάσαι να αναλάβεις το κόστος της αλήθειας σου και γίνεσαι εξωτερικός και ψεύτικος - προσποιούμενος "αλήθειες" που δεν είναι δικές σου και ενδίδοντας στην εξωτερικότητα κοινωνικών επιταγών που δεν σε εκφράζουν- μπορεί να έχεις υλικές απολαβές, αφού γίνεσαι εύκολα αποδεκτός και ανταμείβεσαι από την όποια καθεστηκυία τάξη, αλλά το τίμημα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.
---------------------------------
"Εξωτερικότητα" σημαίνει να επιτρέπεις έξωθεν εντολές να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην έκφρασή σου, έτσι που να αναπαράγεις πρότυπα που δεν είναι δικά σου. Η εξωτερικότητα διαφέρει ριζικά από την "εξωτερίκευση", όπου εκφράζεις το μέσα σου προς τα έξω.
----------------------------------


Η απομάκρυνσή μας από αυτό που φέρουμε μέσα μας - αυτό που μας φέρει στον κόσμο, σύμφωνα με τις γενετικές οδηγίες μας - προκαλεί ένα χάσμα ανάμεσα σε εμάς και το "είναι" μας, δημιουργώντας ένα τέτοιο κενό ζωής που οι υλικές απολαβές δεν μπορούν να γεμίσουν.
--------------------------------------------
"Κενό ζωής" με την έννοια του αβίωτου χρόνου - τις μέρες, τα χρόνια και τις εποχές που αναλώθηκαν στο ψέμα και στο τίποτε.
---------------------------------------------


Ο χρόνος της ζωής μας που δεν βιώθηκε αυθεντικά, αλλά αλλοτριώθηκε στην εξωτερικότητα, ξεπουλημένος σε άλλους, δεν επιστρέφει. Τα χρόνια που δεν ζήσαμε, δεν ξαναγυρίζουν.

Η ανάγκη της ειλικρίνειας δεν είναι μια έξωθεν ηθική επιταγή, αλλά αίτημα της ίδιας της ζωής μας και πόθο δικό μας. Είναι σύμφυτη με εμάς, αφού δεν μπορεί να μη θέλουμε να είμαστε αληθινοί, δηλαδή να υπάρχουμε εντελώς, με την έννοια της πλήρους παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, όπου αυτό που έχουμε μέσα μας εκφράζεται και συνομιλείται, αντί να μένει αβίωτο και σκοτεινό, «μαυρίζοντας» τη ψυχή μας.


ΟΙ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Η ψυχή, είναι η πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, συνθέτοντας τα συστατικά μας μέρη μας σε μια ζωντανή μονάδα. Όταν πεθαίνουμε, η ψυχή «φεύγει», η ενότητα λύεται και η μονάδα μας αποσυντίθεται.

Ως πεμπτουσία της ζωτικής μας ενότητας, η ψυχή υποφέρει από διχαστικές πρακτικές που ανοίγουν βιωματικά χάσματα στη ζωή μας, όπως συμβαίνει με την έλλειψη της ειλικρίνειας και την αποφυγή της αλήθειας μας. Τότε, τα αισθήματα που μας εκπέμπει η ψυχή είναι αισθήματα δυσφορίας. Αντίθετα, επιβραβεύει με αισθήματα ευφορίας τις ενοποιητικές πρακτικές, που μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια μας και μας ταυτο-ποιούν, ολοκληρώνοντάς μας και εκ-πληρώνοντάς μας.

Με το δίπολο των αισθημάτων, της ευφορίας και της δυσφορίας, η ψυχή μάς υποδεικνύει τον τρόπο να κινηθούμε στη ζωή.

Με τη, μεν, δυσφορία μάς δείχνει να φύγουμε από εκεί που βρισκόμαστε, να αλλάξουμε στάση, να διαχωριστούμε από ό,τι μας κάνει κακό: ό,τι προκαλεί κενό στη ζωή.

Με τη, δε, ευφορία μάς δείχνει ότι βρισκόμαστε κοντά σε ό,τι μας κάνει καλό: ό,τι μας εκπληρώνει.


ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

Οι χαρακτηρισμοί "καλό" και "κακό" δεν αποτελούν κατηγορήματα τού Είναι, αλλά ηθικά προτάγματα του ανθρώπου. Το Είναι δεν είναι καλό ή κακό. Είναι αυτό που είναι. Η σχέση του ανθρώπου με το Είναι μπορεί να χαρακτηριστεί καλή ή κακή, ανάλογα με το αν εκπληρώνει τη σύνδεσή του με Αυτό ή αν προκαλεί χάσματα. 

Ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να προκαλέσει το χάσμα (πράττοντας το κακό), αλλά το κενό που προκαλεί, γρήγορα γεμίζει με ερείπια, καθώς το Είναι δεν επιτρέπει το κενό (το μη-Είναι), αλλά το αναπληρώνει άμεσα με το θρύψαλα της καταστροφής, που το κακό προκάλεσε.

Ως ηθικά προτάγματα, το καλό και το κακό, έχουν πάρει διάφορα περιεχόμενα κατά καιρούς, ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη σχέση του με το Είναι. Στη θρησκευτική αντίληψη το καλό και το κακό λάμβαναν περιεχόμενο έξωθεν (από τους θεούς και τους διαμεσολαβητές τους), το οποίο ήταν συχνά αυθαίρετο και πολλές φορές επιβεβλημένο δια της βίας. Αντιδρώντας σε αυτήν την επιβολή, οι σημερινοί άνθρωποι αποφεύγουν τη χρήση αυτών των βασικών ηθικών προταγμάτων, αφήνοντάς τα έρμαια μιας σχετικιστικής ερμηνείας, χωρίς σαφή διαχωρισμό. Ο υποκειμενισμός της ερμηνείας τους, τα έχει κάνει θέματα γούστου και προσωπικής βλέψης, έτσι που να έχουν χάσει τα όριά τους και να μπερδεύονται μεταξύ τους.

Η υποκειμενική εκτίμηση του καλού και του κακού, όμως, τα εξασθενίζει σαν ηθικά προτάγματα. Εάν δεν ορίζουμε ποιο είναι το καλό (το δέον) και δεν προσφεύγουμε σε αυτό, χάνουμε τον άξονα των πράξεών μας. Εάν δεν αντιλαμβανόμαστε το κακό, το επιτρέπουμε να συμβαίνει.

Η αξία των ηθικών προταγμάτων ανάμεσα στους ανθρώπους βρίσκεται στην ενθάρρυνση (επιβράβευση) των πράξεων που αποτιμούν ως καλές και στην αποθάρρυνση (τιμωρία) όσων θεωρούν κακές. Έτσι, περιορίζουν το κακό και μεγεθύνουν το καλό.

Κατά κάποιο τρόπο, η ηθική πλαισιώνει την ελευθερία του ατόμου, βάζοντας του όρια (για να μην κάνει το κακό) και δίνοντάς του κατεύθυνση (για να κάνει το καλό). Πρόκειται για ένα ενδο-ανθρώπινο σύστημα πλαισίωσης των ατόμων, καθώς έχουν τη δυνατότητα του καλού και του κακού, διαθέτοντας την ελευθερία της επιλογής.

Τα ζώα δεν κάνουν καλό ή κακό. Δρουν μέσα στο σύστημα της φύσης, ελεγχόμενα απόλυτα από αυτό. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα διαφοροποίησης από τη φύση και δημιουργίας μιας μετα-φύσης, φτιάχνοντας κοινωνίες, όπου ζει και ευημερεί, εκμεταλλευόμενος τη φύση, μέσω της γνώσης.  Αυτή η δυνατότητα, βέβαια, εμπεριέχει τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας. Προκειμένου να προστατευθεί από αυτόν τον κίνδυνο, ο άνθρωπος προσπαθεί να συστηματοποιήσει τη συμπεριφορά του, μέσω των ηθικών προταγμάτων.

Τα κοινωνικά συστήματα χτίζονται, βασικά, πάνω στον ορισμό του καλού και του κακού που υιοθετεί η εκάστοτε κοινωνία. Ανάλογα με το πώς τα αντιλαμβάνονται μορφοποιούν και την αντίστοιχη διακυβέρνησή τους. Όταν τα εκλάμβαναν ως θεϊκές εντολές, δέχονταν πεφωτισμένες ηγεσίες (βασιλείς, αυτοκράτορες και πατριάρχες). Όταν, με το διαφωτισμό, αμφισβήτησαν τη βασιλική ηθική, εκδημοκράτισαν το πολίτευμα.

Η αμφισβήτηση της ίδιας της ηθικής, όμως, κάνει την κοινωνία ευάλωτη στην αυθαιρεσία των ατόμων και ειδικά αυτών που μπορούν να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα, ελέγχοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες με την ισχύ τους. Είτε αυτά είναι συνασπισμένα σε ισχυρά λόμπυ είτε απαρτίζουν φοβισμένες πλειοψηφίες στοιχισμένες πίσω από λαϊκιστές ηγέτες, ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας και αδικίας εξ αυτών είναι παρόν.

Η αδικία προκύπτει από την αλλοιωμένη εκτίμηση του καλού και του κακού, όπου το ένα μπορεί να εκληφθεί ως το άλλο, το κακό να επιβραβεύεται και το καλό να τιμωρείται. Υπάρχουν, βέβαια, τα δικαστήρια, όπου κάποιος μπορεί να προσφύγει για να δικαιωθεί, αλλά, αυτά εκδικάζουν βάσει νόμων, που ψηφίζονται από κοινοβούλια που μπορεί να ελέγχονται από ομάδες συμφερόντων, που αλλοιώνουν τον ορισμό του καλού και κακού υπέρ αυτών. Οπότε, επανερχόμαστε στο ζήτημα του επανακαθορισμού της ηθικής κατά τρόπο αντικειμενικό, που να μην μπορεί να τεθεί εύκολα υπό αμφισβήτηση , χωρίς, απ’ την άλλη, να χρειάζεται θεμελίωση σε θεϊκές εντολές.

Πάνω σε τι μπορεί να στηριχθεί, όμως, ένας αντικειμενικός επαναπροσδιορισμός της ηθικής; Ποια μπορεί να είναι η στέρεα βάση που θα μας δώσει μια βάσιμη επανεκτίμηση του τι είναι καλό και τι κακό;  Αν υπάρχει, αυτή η βάση, θα πρέπει να αναζητηθεί σε κάποια αναντίρρητη αρχή, που να έχει χαρακτήρα της καθολικότητας και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί. Θα προσπαθήσουμε να την εντοπίσουμε, ξεκινώντας από μια ταυτολογία: καλό είναι αυτό που μας κάνει καλό. Εξ αυτής προκύπτει το προφανές ότι κακό είναι αυτό που δεν μας κάνει καλό.

Πώς κρίνουμε τι μας κάνει καλό ή κακό; Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το δίπολο της ευφορίας και δυσφορίας, με το οποίο η ψυχή μας κρίνει τις καταστάσεις. Καλό είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά (ευφορία). Κακό είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε κακά (δυσφορία).
Καθώς είναι αδύνατον να νιώθουμε καλά με αυτό που μας κάνει να νιώθουμε κακά, έχουμε ένα σαφή διαχωρισμό των καταστάσεων σε καλές και κακές. (Οι ενδιάμεσες καταστάσεις, όπου νιώθουμε αδιάφορα, δεν έχουν ηθικό ενδιαφέρον και δεν εμπίπτουν στο ερώτημά μας.)


Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΑ-ΝΙΩΘΕΙΣ-ΚΑΛΑ

Εφόσον αυτό που θέλουμε όλοι σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά -το αντίθετο θα ήταν παράλογο- αυτό μπορεί να το κάνει βάση μιας νέας ηθικής, καθώς η καθολική του ισχύς το καθιστά αδιαμφισβήτητη αξιολογική αρχή.

Η αρχή τού να-νιώθεις-καλά  ("the feeling-good principle", όπως θα λέγαμε στα αγγλικά) είναι πάρα πολύ απλή και ευκολοδιάκριτη. Αρκεί να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, με τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε τα αισθήματά μας και να μην  ψυχαναγκαζόμαστε. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ξεκινώντας από κάτι τόσο απλό, σαν αρχή, προκύπτει στη συνέχεια το αίτημα της ειλικρίνειας. Ξεδιπλώνοντας περαιτέρω τις παραμέτρους αυτού του αιτήματος, μπορούμε να φτιάξουμε ένα ηθικό σύστημα, όπου αυτό που μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς είναι κακό και αυτό που μας διευκολύνει καλό.

Ακούγεται περίεργο να ζητάς επαναθεμελίωση της ηθικής πάνω σε μια τέτοια αρχή, καθώς αυτή μοιάζει πολύ «εγωιστική». Αν μας επιτρέπεται να κάνουμε ό,τι μας αρέσει (προκειμένου να νιώσουμε καλά), τότε τι μας εμποδίζει να αρπάξουμε ή να βιάσουμε, για να πάρουμε κάτι που θέλουμε; Χωρίς εμπόδια και φραγμούς καταλύεται η έννοια του συστήματος και μια τέτοια ηθική βάση οδηγεί στο χάος. Είναι αλήθεια, όμως, αυτό; Μπορούμε να νιώσουμε ειλικρινά καλά, πατώντας επί πτωμάτων; Μας αρέσει πραγματικά κάτι τέτοιο;

Αν ναι, ας το κάνουμε. Βέβαια, δεν θα είναι τόσο εύκολο, γιατί σε κάποιους άλλους δεν θα αρέσει και δεν θα μας το επιτρέψουν. Οι άλλοι, βασιζόμενοι στη δική τους αρχή να-νιώθουν-καλά, δεν θα μας αφήσουν να τους υποτάξουμε. Θα δώσουν όλο τον εαυτό τους να υπερασπιστούν αυτή την αρχή, γιατί τους αφορά άμεσα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αδικία μπορεί να περιοριστεί, όταν τα άτομα, δρώντας επί προσωπικού, βάσει αυτής της αρχής, αντιδρούν έντονα στο κακό: αυτό που θα τους κάνει να νιώσουν άσχημα. Έτσι ορίζεται εκ των πραγμάτων μια διαχωριστική γραμμή όπου το να-νιώθεις-καλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος άλλου και αυτή η γραμμή άμυνας χαράσσεται από τα ίδια τα άτομα, χωρίς να την εκχωρούν σε άλλους.

Μήπως, όμως, η εγωιστική και κατά μόνας απόλαυση δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε; Μήπως, κατά βάθος, δεν νιώθουμε καλά όταν είμαστε ξεκομμένοι από τους άλλους, ζώντας σε διαρκή σύγκρουση μαζί τους; Ας είμαστε ειλικρινείς και ας προσπαθήσουμε να δούμε τι θέλουμε πίσω από όλα αυτά κυνηγάμε, παρασυρόμενοι συχνά σε πολεμικές πρακτικές. Μπορεί έτσι να διακρίνουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι ο πόλεμος αλλά η φιλία, γιατί αυτή μας κάνει να νιώθουμε πραγματικά καλά.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά δείχνει ασύμβατη με συγκρουσιακές πρακτικές, γιατί αυτές παράγουν άγχος και εμπεριέχουν κίνδυνο. Μπορεί να εξαναγκαζόμαστε σε αυτές, αλλά είναι δύσκολο να τις θέλουμε πραγματικά. Παρόλα αυτά, συμβαίνουν συνεχώς και αυτό δίνει την εντύπωση ότι τα άτομα τις επιδιώκουν. Το ερώτημα είναι αν προσβλέπουν σε αυτές για να νιώσουν καλά, επειδή τους εκπληρώνουν, προκαλώντας τους ψυχική ευφορία.
 --------------------------
Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση να αντλεί κάποιος ευχαρίστηση από το κακό και τη βία (να είναι χαιρέκακος ή πολεμοχαρής), δεν μπορούμε να κανοναρχούμε βάσει της διαστροφής του. Η ηθική σημαίνει ορισμό της κανονικότητας, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη εξαιρέσεων. Το θέμα είναι αν τις επιβραβεύει ή τις καταδικάζει. Η ηθική δεν ορίζει την πραγματικότητα, αλλά κανονίζει όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ορίζει το δέον και όχι το ον.
----------------------------

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά, υπό κανονικές συνθήκες, αποκλείει την επιθετικότητα, καθώς αυτή παράγει χάσματα και προκαλεί δυσφορία. Οι συνθήκες, όμως, μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες και να πιέζουν τα άτομα σε μια εγωιστική πρακτική για να σωθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιθετικής συμπεριφοράς. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών ώστε να διευκολύνουν τα άτομα να λειτουργούν απρόσκοπτα ως προς τη βασική τους αρχή να-νιώθουν-καλά.

Όπως βλέπουμε, η βασική αυτή αρχή μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι εύκολη στην πράξη. Χρειάζεται προσπάθεια, καθώς η πραγματικότητα πολλές φορές δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος με την περιπλοκότητά της και τις δυσκολίες που προβάλλει. Είτε οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τη σπάνη φυσικών πόρων και υλικών αγαθών, είτε με ενδοανθρώπινες διαμάχες και ανταγωνισμούς, καλούμαστε -μέσω της αρχής- να τις λύσουμε με τρόπο που να κάνουμε τη ζωή μας όσο πιο εύκολη γίνεται και όσο πιο απλή μπορούμε.

Έτσι, η απλότητα αυτής της αρχής οδηγεί στην ανάγκη απλο-ποίησης (όχι απλούστευσης) της πραγματικότητάς μας και εξ αυτής προκύπτουν μια σειρά αλλαγές και ρυθμίσεις που θα κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη και την απόλαυση της ύπαρξής μας μεγαλύτερη.

Μπορεί κάποιες θρησκείες να τάζουν μετα-θάνατον απόλαυση (ή να απειλούν με μετα-θάνατον τιμωρία) για να επιβάλουν την ηθική τους, όμως οι υποσχέσεις τους και οι απειλές τους είναι αστήρικτες, καθώς αναφέρονται στο τότε που δεν θα είμαστε εδώ. Αυτό, όμως, είναι παντελώς αδιάφορο. Εμείς συζητάμε για το πώς ζούμε στο τώρα και στο εδώ μας.  Πέραν αυτού, καθώς δεν υπάρχει τίποτε εκτός της ύπαρξης, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε για κάτι άλλο πέρα από το να υπάρχουμε πλήρως, ζώντας όσο καλύτερα μπορούμε και απολαμβάνοντας της ζωή μας ως το τέλος.

Είναι ενδιαφέρον που τόσες κοινωνικές θεωρίες αγνόησαν αυτήν την απλή και ξεκάθαρη αρχή σαν βάση των προτάσεών τους, προκρίνοντας οτιδήποτε άλλο, εκτός από το πιο βασικό: το να-νιώθεις-καλά. Φαίνεται πως παρασύρθηκαν από τις θρησκείες και δεν απέφυγαν την εξωτερικότητά τους, καταλήγοντας, έτσι, σε περίτεχνες κατασκευές θεωρητικών συστημάτων χωρίς εσωτερική θεμελίωση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, υποτίμησαν και τη σημασία του ατόμου, αγνοώντας την κρισιμότητα που έχει ως βασικό στοιχείο οποιασδήποτε κοινωνικής συστοιχείωσης, καθώς αυτό το στοιχειώδες "εν" αποτελεί την αρχική μονάδα, χωρίς την οποία κανένα σύνολο δεν συναθροίζεται. Πίσω από την αγνόηση της κεντρικής σημασίας του ατόμου,  κρύβεται η άγνοια για αυτό και τα βαθύτερα κίνητρά του.


Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ

Το άτομο είμαστε εμείς. Εγώ, που αυτή τη στιγμή μιλάω για εμάς, είμαι ένα άτομο. Ξεκινάω από εμένα, εγώ είμαι η βάση των σκέψεών μου, αφού χωρίς εμένα που σκέφτομαι, δεν θα υπήρχαν αυτές οι σκέψεις. Το σύνολο δεν μπορεί να σκεφτεί, ούτε να δράσει, ούτε να νιώσει. Το «εμείς» είναι ανυπόστατο χωρίς εμένα και εσένα που το απαρτίζουμε.

Από την άλλη, το εγώ είναι συνδεδεμένο ζωτικά με το «εμείς», τόσο γιατί το «εμείς» των δύο γονέων του το έφερε στη ζωή (καθώς ενώθηκαν σε ένα «εμείς» για να το γεννήσουν), όσο και γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει για πολύ αποκομμένο από το περιβάλλον του (το φυσικό και το κοινωνικό) αφού και με αυτό ένα «εμείς» απαρτίζει. Πολύ περισσότερο, δε, είναι δύσκολο για ένα άτομο να-νιώσει-καλά ξεκομμένο και μόνο.

Είναι άλλο πράγμα η μοναδικότητα του ατόμου -το εγώ ως μονάδα- και άλλο η μοναχικότητά του -το εγώ μόνο. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τον ατομικισμό, που σωστά εντοπίζει το άτομο σαν βάση, αλλά κάνει το λάθος να το αποσυνδέει από το σύνολο.

Ο ατομικισμός μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην αρχή του να-νιώθεις-καλά, καθώς, αν αυτή ερμηνευτεί ατομικιστικά, μπορεί να επιτρέψει στο άτομο να κινηθεί εγωιστικά, εναντίον των άλλων. Η καχυποψία ότι το άτομο θα κινηθεί επιθετικά, αν αφεθεί ελεύθερο να δράσει όπως νιώθει αυτό καλά, υποβόσκει σε όλα τα κοινωνικά συστήματα, που υιοθέτησαν εξωτερικές αρχές, όπως οι θρησκείες, για να περιορίσουν τη δράση των ατόμων.

Προτού, όμως, προκαταβάλουμε το άτομο, θεωρώντας το εκ προοιμίου αντικοινωνικό, θα έπρεπε να του δώσουμε τη δυνατότητα να δράσει υπέρ εαυτού και μετά να κρίνουμε. Κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ως τώρα.

Τα άτομα, μέχρι τώρα στην ιστορία, έχουν αναγκαστεί να δρουν εν ονόματι μιας σειράς εξωτερικών αρχών (θρησκευτικών, εθνικών, οικογενειακών, ιδεολογικών, κλπ.) ή να αντιδρούν σε εξωτερικούς περιορισμούς (με επαναστάσεις, ανταρσίες, κλπ.), αλλά όχι να δρουν θετικά, εν ονόματι του εαυτού τους, ως πρόσωπα.


Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ

Ο σύγχρονος ατομικισμός δεν είναι παρά μια αντίδραση στον χρόνιο εξαναγκασμό στην εξωτερικότητα που τον οδήγησαν οι θρησκείες και οι ιδεολογίες επικαλούμενες μια ανώτερη κοινωνία πιστών σε αυτές, στην οποία το άτομο ποτέ δεν αναγνώρισε πραγματικά τον εαυτό του.

Ο μόνος τρόπος να έχουμε μια κοινωνία που να τη σεβόμαστε, είναι αυτή να αποτελεί προϊόν της ελεύθερης επιλογής των ατόμων. Ακόμη και αν αυτά αποφασίσουν μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που οραματίζονται κάποιοι ιδεολόγοι, θα είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην αλήθεια τους, όποια κι αν είναι.

Απ’ την άλλη, ο χρόνιος εξαναγκασμός των ατόμων στην εξωτερικότητα, μπορεί να έχει προκαλέσει ατομικές διαστροφές, που θέλουν προσοχή, αφού δεν αποκλείεται κάποιος να θεωρήσει ότι η "αρχή του να -νιώθει-καλά" τού επιτρέπει την κακοποίηση των άλλων. Σε αυτήν την περίπτωση, χρειάζεται μια σταδιακή απελευθέρωση του ατόμου, αφού η πλήρης και άμεση αποδέσμευσή του από τους υφιστάμενους κοινωνικούς κανόνες μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Εδώ, επανέρχεται η ανάγκη της βαθμιαίας προσέγγισης, μέσω της μεγιστοποίησης, και όχι της αυτόματης μετάβασης σε ιδανικές καταστάσεις, που πολλές ιδεολογίες, θρησκείες ή αιρέσεις υπόσχονται.

Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην απλοποίηση, που είναι μια διαδικασία, και στην απλούστευση, που σημαίνει κατάργηση της διαδικασίας.


ΤΟ ΕΝΑ ΩΣ ΤΡΙΤΟ

Αν επιστρέψουμε στη βάση του ατόμου και το εξετάσουμε όσο γίνεται πιο απλά, στις βασικές συνιστώσες του, θα διαπιστώσουμε την ενοποιητική του φύση, καθώς η ίδια του η γέννηση είναι αποτέλεσμα συνένωσης (των γονέων του) και όχι διαχωρισμού. Το άτομο από μόνο του, χωριστά και διασπαστικά, δεν υφίσταται. Είναι προϊόν ένωσης και όχι διάσπασης.

Όσο το άτομο μεγαλώνει, μπορεί να διαφοροποιείται από τους γονείς του και το άμεσο περιβάλλον του, αλλά το κάνει για να συναντηθεί με τη σειρά του με ένα άλλο άτομο, ώστε από τη γόνιμη συνάντησή τους να γεννηθεί κάποιο νέο, τρίτο άτομο.

Η ίδια διαδικασία γέννησης του νέου ισχύει σε κάθε παραγωγική διαδικασία και όχι μόνο στη βιολογική. Όπως συμβαίνει με τη βιολογική παραγωγή, το ίδιο και σε κάθε άλλο δημιουργικό τομέα, το άτομο διαφοροποιείται από τον αρχικό ενωτικό του δεσμό σε αυτόν τον τομέα, για να ενωθεί στη συνέχεια με κάτι άλλο και να παράγει μια νέα μορφή, ένα καινούργιο έργο ή μια καινούργια γνώση.
-------------------
Ο μαθητής διαφοροποιείται από το δάσκαλο, ο  τεχνίτης από τη πεπατημένη τεχνική, ο καλλιτέχνης από κατεστημένες τεχνοτροπίες, ο επιστήμονας από παραδοσιακές θεωρίες, κλπ, για να παράξουν το καινούργιο, ενωνόμενοι με διαφορετικό τρόπο με το αντικείμενό τους. 
---------------------

Έτσι, τριαδικά βαίνει το γίγνεσθαι -τουλάχιστον στον δικό μας κόσμο, όπως τον καταλαβαίνουμε γύρω μας. Καθώς το καινούργιο άτομο που γεννιέται, είναι κάτι τρίτο σε σχέση με τους δύο που το γέννησαν (ενωνόμενοι σε ζεύγος), όταν απομακρύνεται από αυτούς, μεγαλώνοντας, για να γίνει ξεχωριστή μονάδα, αισθάνεται περιττό, ως 3, δηλαδή ως περιττός αριθμός.

Η περιττότητα του ατόμου (ως 3) το οδηγεί να ενωθεί με τη σειρά του με ένα άλλο άτομο, για να νιώσει άρτιο μέσα από τη σύνθεσή του με αυτό σε ένα νέο ζεύγος (ως 2). Από το διττό του νέου ζεύγους (το νέο 2) θα γεννηθεί μετά ένα καινούργιο τρίτο (το νέο 3) και ούτω καθ’ εξής το γίγνεσθαι βαίνει αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο.


Η ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΟΣ

Κάθε τι τρίτο συνιστά από μόνο του ένα πλεόνασμα, αφού η ύπαρξή του δεν ισούται με το άθροισμα των δύο γεννητόρων του, οι οποίοι δεν παραχωρούν ολοκληρωτικά τη θέση τους σε αυτό, ούτε αυτοκαταργούνται με τη γέννησή του, αλλά η παρουσία του προστίθεται στον κόσμο.

Κάθε τι που υπάρχει, άλλωστε, στον κόσμο, καταφέρνοντας να είναι αυτό το ξεχωριστό «κάτι» και όχι το αδιάφορο τίποτε, αποτελεί ένα καθαρό υπαρξιακό πλεόνασμα απέναντι στο μηδέν της ανυπαρξίας,

Καθώς το σύμπαν αποτελεί το σύνολο του πλεονάσματος τού Είναι έναντι του Μη-Είναι, εμείς δεν είμαστε παρά μορφές αυτού του πλεονάσματος. Δεν είναι δικό μας και δεν μας ανήκει, για να το παρακρατήσουμε. Αφού δεν είναι δικό μας, αλλά ανήκει στο γενικό πλεόνασμα το κόσμου, καλούμαστε να το διαθέσουμε σε αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες του γίγνεσθαί του, που μας γέννησαν.

Εφόσον το άτομο διαθέσει το πλεόνασμά του για να ενωθεί γόνιμα με ένα άλλο και γεννηθεί από την ένωσή τους κάτι τρίτο, συμμετέχει ακέραια στο γίγνεσθαι και ολοκληρώνεται εν Αυτώ.
---------------------------
Η ένωση και η γέννηση δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε βιολογικές ενώσεις και γέννες παιδιών. Μπορούν να αφορούν κι άλλα πεδία διάθεσης του πλεονάσματος, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, επιστημονικά, κλπ, όπου το άτομο ενώνεται με άλλους ανθρώπους και άλλα αντικείμενα, για να γεννηθούν νέες μορφές, καταστάσεις, ιδέες, κλπ.
----------------------------

Η διάθεση του πλεονάσματος σε γόνιμες συναντήσεις κινητοποιεί ευφορικά το άτομο στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του. Η μη-διάθεση του πλεονάσματος, απ’ την άλλη, προκαλεί την α-διαθεσία της ψυχής (της ενωτικής και ζωτικής πνοής του Είναι), αφού το άτομο, περιττό και ξεκομμένο, δυσφορεί με την αποξένωσή του από το γίγνεσθαι.

  
ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ

Όσο κι αν το άτομο έχει την ανάγκη της ξεχωριστής, διακριτής παρουσίας του για να νιώσει ότι υπάρχει ως διακεκριμένη μονάδα, άλλο τόσο έχει την ανάγκη να ενωθεί. 

Η διαφοροποίηση των ατόμων συμβάλλει στην εξέλιξη των μορφών του γίγνεσθαι, καθώς το άτομο δεν επαναλαμβάνει τα πρότυπα των γονέων του (ή των δασκάλων του), αλλά διαμορφώνει τα δικά του. Έχοντας τις δικές του προτιμήσεις κινείται στη συνέχεια για να βρει το ταίρι του (ή κάτι άλλο, ανάλογό του). Εφόσον συνευρεθεί με αυτό το κάτι άλλο (άτομο, κατάσταση ή πεδίο), που είναι εξίσου διαφοροποιημένο, μπορεί να παραχθεί από την ένωσή τους μια εντελώς καινούργια μορφή (ατόμου, κατάστασης ή έργου).

Όσο κι αν το άτομο πρέπει να διαχωριστεί, για να εξελιχθεί (σύμφωνα με το γίγνεσθαί του), άλλο τόσο καλείται να ενωθεί στη συνέχεια (για τους ίδιους εξελικτικούς λόγους), και όχι να παραμείνει διαχωρισμένο. Αλλιώς μένει στείρο και τίποτε νέο δεν προκύπτει.  Απώτερος στόχος του ατόμου δεν είναι ο διαχωρισμός, αλλά η συνένωση.

Ο διαχωρισμός δεν παράγει κάτι. Μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση της μονάδας ως ξεχωριστής οντότητας, αλλά αν δεν ακολουθήσει η συνένωσή της με μια άλλη μονάδα, δεν πρόκειται να παραχθεί τίποτε από αυτήν και, έτσι, θα εκπέσει σε στείρα μοναξιά.

Ο άνθρωπος, που έχει συνείδηση της θνητότητάς του, αντιλαμβάνεται την περατότητα (και περιττότητα) της ύπαρξής του, ως μονάδας πεπερασμένης, και αναζητεί την αθανασία του στην παραγωγή μορφών που προέρχονται από αυτόν και μπορούν να του δώσουν την αίσθηση της συνέχειάς του, ακόμη και μετά θάνατον.


ΜΟΡΦΟ-ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

Οι μορφές που μπορεί να παραχθούν από τη διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου σε γόνιμες συναντήσεις, μορφοποιούν έξω από αυτό (εξωτερικεύουν) εκείνο που φέρει μέσα του κι έτσι το άτομο αναγνωρίζει τη συνέχειά του σε κάτι άλλο από το ίδιο. Για να μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε κάτι άλλο από αυτό, πρέπει η μορφή που θα παραχθεί να είναι προϊόν της ειλικρινής σχέσης με το μέσα του, να εκφράζει κάτι από την εσωτερική του συνομιλία.

Οι παρεμβολές άλλων σκοπιμοτήτων ή εξωτερικών εντολών, που διαστρεβλώνουν την καθαρή έκφραση αυτού που έχουμε μέσα μας, προκαλούν την παραγωγή νόθων μορφών, που δεν μας αντιπροσωπεύουν καθαρά και αλλοιώνουν τη σχέση μας με τον κόσμο.

Εδώ επανέρχεται το ζήτημα της απλοποίησης, με την έννοια της αμεσότητας της έκφρασής μας, έτσι ώστε να έχουμε παραγωγή καθαρών μορφών, που να μας αντιπροσωπεύουν ακέραια και να μας συνέχουν ταυτο-ποιητικά με τον κόσμο.

Η καθαρότητα των παραγομένων μορφών είναι σημαντική στη μορφο-ποιητική αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, όπου αυτός μετασχηματίζει αυτά που δέχεται από το περιβάλλον του σε εκείνα που είναι εντεταλμένος, μέσα από τις γενετικές του οδηγίες, να διαμορφώσει.

Εφόσον η αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του διεκπεραιώνεται απρόσκοπτα (χωρίς την παρεμβολή εξωτερικών εντολών και αλλότριων σκοπιμοτήτων), τότε ο άνθρωπος διεκπεραιώνει ακέραια το ρόλο του στο γίγνεσθαι και επιστρέφει στη φύση ό,τι πήρε από αυτή. Βέβαια ο άνθρωπος δεν επιστρέφει ακριβώς το ίδιο που πήρε από τη φύση, αλλά μετασχηματισμένο. 

Ο μετασχηματισμός είναι βασική ιδιότητα του ανθρώπινου γίγνεσθαι και εφόσον πραγματοποιείται σύμφωνα τους μορφο-ποιητικούς κανόνες του, τότε εκπληρώνει τους όρους της ύπαρξής του μες στη φύση.


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

Με την επιστροφή του ανθρώπινου πλεονάσματος στη φύση, μετασχηματισμένου -μέσω της μορφοποιητικής διάθεσής του-, ο άνθρωπος δεν αισθάνεται περιττός, ούτε χωρισμένος από τη φύση. Νιώθει καλά, καθώς εντάσσεται πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της φύσης, το οποίο κινείται με μια θαυμαστή «κυκλικότητα» στο γήινο οικοσύστημα.

Η πλήρης συμμετοχή μας στη γενικότερη κυκλο-φορία του φυσικού πλεονάσματος, μάς θέτει στην τροχιά του κύκλου και της ολοκλήρωσης: μας εφάπτει με το όλον, (που ο κύκλος σαν σχήμα συμβολίζει).

Το όραμα της επιστροφής στην κυκλικότητα της φύσης και της ολοκλήρωσής μας εντός αυτής δεν είναι, βέβαια, καινούργιο στον άνθρωπο και το έχει αφηγηθεί με διάφορους τρόπους.

Είναι δύσκολο να αποδοθεί αυτό το όραμα πειστικά, στις μέρες μας, με τρόπο που να συμπεριλαμβάνει τη σύγχρονη εμπειρία και να αποδίδει την ανθρώπινη δυναμική. Θα πρέπει, επίσης, να λάβει υπόψη τη ταυτόχρονη τάση του ανθρώπου να εξελιχθεί διαφοροποιούμενος από το περιβάλλον του και συνάμα να παραμείνει ενταγμένος σε αυτό.

Κάποιοι «αφηγητές» προκρίνουν τη μια πλευρά και κάποιοι την άλλη, απλουστεύοντας τη συνθετότητα του ανθρώπου. Αποτυγχάνουν, κατά συνέπεια, να αποδώσουν το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας που καλείται να ακολουθήσει ο άνθρωπος για την εξέλιξή του εν τω γίγνεσθαι.


Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας την οποία επιτάσσει το γίγνεσθαι του ανθρώπου, με το να τον ωθεί στη διαφοροποίηση και να τον οδηγεί κατόπιν στην επανένωσή του,  δεν επιτρέπει απλουστεύσεις, ούτε κοινοτικού τύπου ούτε ατομικιστικού.

Στα κοινοτικού τύπου αφηγήματα (σοσιαλιστικά και άλλα «χριστιανικά») προκρίνεται το ενωτικό στοιχείο.

Στα ατομικιστικού τύπου αφηγήματα (καπιταλιστικά και άλλα «δαρβινιστικά»)  προκρίνεται το διαφοροποιητικό.
-------------------------------------------
Το σοσιαλιστικό όραμα του κόσμου είναι εξέλιξη της χριστιανικής ομαδοποίησης, όπου όλοι μαζί ενωμένοι και αγαπημένοι, σε μια κοινότητα ίσων ατόμων, χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις, θα έχουμε έναν παραδείσιο κόσμο.
Ο καπιταλισμός, από την άλλη, βασίζεται στη «δαρβινιστική» δικαιολόγηση της ανταγωνιστικότητας, ως εξελικτικής αναγκαιότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος άνισος και ανισόρροπος, καθώς τα άτομα ωθούνται στη διαφοροποίηση και επιμένουν σε αυτήν, για να ξε-χωρίσουν από το σύνολο. Επιδεικνύουν τη διαφορά τους με ό,τι πιο εμφανές, όπως τον υλικό πλούτο, εξαντλώντας έτσι τα φυσικά αποθέματα.
--------------------------------------------

Η εξελικτική δυναμική μπορεί να εμπεριέχει έντονες διαφοροποιήσεις, ακόμη και συγκρούσεις, οι οποίες όμως ισορροπούν από την ανάγκη μας να ολοκληρωθούμε, εντασσόμενοι πλήρως στην κυκλο-φορία της φύσης κι επιστρέφοντας σε αυτήν μετασχηματισμένο ό,τι έχουμε εισπράξει από αυτήν.  Η δυναμική της επιστροφής (και της επανένωσης) συγκρατεί την ανάγκη διαφοροποίησης (και του διαχωρισμού), κρατώντας τις αντιθέσεις σε λογικά πλαίσια: σε πλαίσια που μπορεί να λειτουργήσει η λογική του ανθρώπου και να λύσει τις αντιθέσεις, χωρίς βία.


Η ΒΙΑΣΥΝΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Η βία, από ένα σημείο και μετά, αποδείχτηκε ασύμφορη για τον άνθρωπο, που έχει αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό (ειδικά μετά τους πολέμους του 20ου αιώνα), τη ματαιότητα  και το ασύμφορο του όποιου κέρδους σε σχέση με το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, καταστροφή και πόνο.

Μόνον όσοι δεν έχουν διδαχθεί από την ιστορία επιμένουν στη χρήση της βίας, όπως, επίσης, και όσοι δεν έχουν κανένα χρονικό ορίζοντα στη σκέψη τους και καμία προοπτική στις πράξεις τους.

Η βασική αιτία της βίας είναι η εκτός χρόνου ετσιθελική απαίτηση των βια-στών να αποσπάσουν επιτόπου τη συγκατάθεση του άλλου στη δική τους εγωιστική «ολοκλήρωση», με την αναγκαστική συμμετοχή του σε αυτήν.

Η βια-σύνη τους να ολοκληρωθούν τούς κάνει ολοκληρωτικούς, ενώ, η κατάργηση του χρόνου, οδηγεί στην κατάργηση του άλλου, στον οποίο επιτίθενται για να του αποσπάσουν ό,τι τους λείπει, αντί να προσπαθήσουν για αυτό και, πιθανόν, να έχουν τη συγκατάθεσή του.

Εδώ η βία και η βια-σύνη συνωνυμούν και συνεργούν στην κατάλυση του μέτρου του χρόνου και της δυναμικής ισορροπίας του ανθρώπινου γίγνεσθαι, παραβιάζοντας τους ρυθμούς του συμπαντικού γίγνεσθαι.

Ο ρυθμός και το μέτρο που επιβάλλουν οι κανόνες του γίγνεσθαι δεν βρίσκονται στη διακριτική ευχέρεια του ανθρώπου να τους κάνει ό,τι θέλει. Η παραβίασή τους έχει επιπτώσεις, που κάθε λογικός άνθρωπος δεν αργεί να αντιληφθεί. Μπορεί το ανθρώπινο ον να έχει προικισθεί με εξαιρετικές ικανότητες και ελευθερία επιλογών, που του δίνουν δύναμη και δυνατότητα παράβασης των κανόνων, όμως, διαθέτει ταυτόχρονα νου και λογικό, που του υποδεικνύουν το μέτρο των πράξεών του.


Η ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η σύνθεση της βούλησης και της λογικής από τη ψυχή (ως πνεύμα ενότητας, που  συντονίζει τα επιμέρους συστατικά του ανθρώπου στον παλμό της ζωής, δίνοντάς του ρυθμό με τον τόνο της), είναι αυτή που μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο στην τροχιά της ολοκλήρωσής του, αποτρέποντάς τον από ό,τι τον εκτροχιάζει.
------------------
Γι αυτό είναι σημαντική η αρχή του να-νιώθεις-καλά, γιατί έτσι δίνεις πρώτο λόγο στη ψυχή.
------------------

Αρκεί η ψυχή να εισακούεται, η βούληση να είναι ελεύθερη και η λογική να λειτουργεί απερίσπαστα, για να βρίσκονται εκείνες οι δημιουργικές συνθέσεις ανάμεσά τους που θα μας κάνουν να νιώθουμε καλά, χωρίς να κάνουμε κακό.


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ

Η βούληση είναι η ζωτική δύναμη του ατόμου, η ενέργεια που παράγεται από το βιοχημικό «εργαστήριο» του οργανισμού του και η οποία το κινεί προς γόνιμες συναντήσεις με το περίσσευμά της ενέργειάς του: αυτό που περισσεύει από την αυτοσυντήρησή του.

Το περίσσευμα της βούλησης παίρνει τη μορφή των επιθυμιών.

Οι επιθυμίες μορφοποιούν το ενεργειακό πλεόνασμα του ατόμου, δείχνοντάς του με τις μορφές που παίρνουν, την κατεύθυνση προς την οποίαν να διαθέσει το πλεόνασμά του για να συναντήσει αυτό που θέλει και να παράγει, μέσω της συνάντησης, αυτό που τον εκφράζει. Οι επιθυμίες δείχνουν στο άτομο ποιο δρόμο να ακολουθήσει για την προσωπική του εκπλήρωση -την ολοκλήρωσή του ως πρόσωπο-, αρκεί να είναι πηγαίες και ακολουθήσει τη σειρά με την οποία διαδέχονται η μία την άλλη.

Η ακολουθία των επιθυμιών υπακούει σε κάποιο σχέδιο, το οποίο δεν είναι δικό μας, αλλά μας έχει δοθεί γενετικά, όπως μας έχει η δοθεί και η νόηση να το συλλάβουμε, αντιλαμβανόμενοι την αλληλουχία των επιθυμιών μας, ώστε να ακολουθήσουμε την παραγωγικότερη σειρά τους, αυτή που θα μας φέρει πιο κοντά στην ολοκλήρωση. Αρκεί, γι’ αυτό, να προκρίνουμε κάθε φορά αυτήν που μας αφορά περισσότερο και θέλουμε πιο πολύ από όλες.

Ακολουθώντας τη μέγιστη των επιθυμιών μας, μεγιστοποιούμαστε σύμφωνα με την εξελικτική ακολουθία που μας έχει εμφυσήσει το γίγνεσθαι, για να ολοκληρωθούμε εν Αυτώ.

Η μεγιστο-ποιητική εξελικτική του ανθρώπου τον οδηγεί διαρκώς στην εξερεύνηση των ορίων του, καθώς αυτός αναζητεί την ολοκλήρωση του προ-ορισμού του. Εφόσον τα όρια του ανθρώπου, ως έλλογου και πνευματικού όντος (πέραν του σωματικού) ξεπερνούν αυτά του άμεσου φυσικού του περιβάλλοντος (και της σωματικής συνάρτησής του), αναζητώντας την πλήρη εννόηση του κόσμου και τη πνευματική του ολοκλήρωση (όχι μόνο τη σαρκική), ανάλογα και οι επιθυμίες του κλιμακώνονται από τις εντελώς στοιχειώδεις, μέχρι τις πλέον αφηρημένες, φτάνοντας να γίνουν μια ευχή, κοινή σε κάθε άνθρωπο: την ευχή της ταύτισής του με το Όλον.

Ο χαρακτηρισμός των επιθυμιών από διάφορους «ηθικολόγους» ως κατώτερων βουλητικών μορφών, που ασχολούνται μόνο με ικανοποιήσεις του εγώ, αρνούμενες να συνεργαστούν σε συλλογικά οράματα, συνάδει με την καχυποψία τους έναντι του ατόμου. Εξορίζοντας την ατομική επιθυμία από τη συλλογική δράση, στερούν από το συλλογικό την ελευθερία, αφού αποκλείουν από το άτομο τη δυνατότητα να επιλέξει τη συλλογικότητα ελεύθερα, επειδή απλά τη θέλει, κινούμενο αυτοβούλως (από εσωτερική διάθεση) και όχι επειδή πρέπει (υπακούοντας σε εξωτερικές εντολές).

Το "πρέπει" χωρίς το "θέλω" δεν μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμες ενώσεις, το "εμείς" χωρίς το "εγώ" δεν παράγει εξελικτικές μορφές που να μας προάγουν εν τω γίγνεσθαι.
Μόνο οι συνθέσεις που διαμορφώνονται ελεύθερα, που ευφορούνται από τη ψυχή μας και μας αφορούν προσωπικά (όσους συμμετέχουμε σε αυτές), είναι οργανικές συνθέσεις και μπορούν να γεννήσουν κάτι ζωτικό για εμάς.


ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ

Οι οργανικές συνθέσεις και τα γεννήματά τους είναι αυτά που συνέχουν τα άτομα με το όλον, δίνοντάς τους την αίσθηση της συνέχειας, ακόμη και μετά τον θάνατό τους. Αυτό θέλει περισσότερο το άτομο, επί της ουσίας.

Η ουσιαστική έφεση των ατόμων προς τη σύνθεση διαφεύγει από πολλούς που δρουν σήμερα σε καίριους τομείς της κοινωνίας -όπως, του πολιτισμού και της πολιτικής-, οι οποίοι αρέσκονται στην «αποδόμηση» της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης, χωρίς να δίνουν προοπτική σύνθεσης μιας άλλης. Αυτή η αναλυτική εμμονή τους εμπνέεται από παρελθόντα κινήματα κοινωνικής κριτικής, πρωτοποριακά για την εποχή τους, αλλά ξεπερασμένα πλέον. Παρόλο που είναι ξεπερασμένα, εκ των πραγμάτων, συνεχίζουν να θεωρούνται πρωτοποριακοί όσοι επιμένουν να δείχνουν τα κακά της κοινωνίας, αφήνοντας, προφανώς, τα καλά για τον απλοϊκό θετικισμό της μαζικής κουλτούρας (όπως του Χόλυγουντ). Έτσι, ο «απλός κόσμος» γίνεται έρμαιο του ευτελούς, αφού οι «πρωτοπόροι» αδυνατούν να αντιληφθούν τη στοιχειώδη ανάγκη σύνθεσης που αναζητούν τα άτομα.

Η καθ έξην αρνητικότητα αυτής της «πρωτοπορίας» κυριαρχεί σε όλες τις εκδηλώσεις της, θεωρητικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές, όπου αυτό που προβάλλεται είναι κατ εξοχήν η επώδυνη πλευρά του κόσμου, σε σημείο μαζοχισμού.
------------------------------
Αυτό εξηγεί γιατί η λεγόμενη «αριστερά» -ένας πάλαι ποτέ προοδευτικός χώρος- δείχνει, πλέον, εκτός τόπου και χρόνου, παγιδευμένη σε εμμονές του παρελθόντος έτσι που να καταντά συντηρητική. Εγκλωβισμένη στον καταγγελτικό λόγο, η «αριστερά» αδυνατεί να συλλάβει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αφήνοντας τη «δεξιά» να διατείνεται ότι κατέχει τη μόνη πραγματιστική πολιτική (την οποία ακολουθούν και οι «αριστεροί», όταν καλούνται να κυβερνήσουν).


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Τα κοινωνικά κινήματα που φιλοδοξούν να παίξουν πραγματικά μετασχηματιστικό ρόλο, θα έπρεπε να ξεκινούν πρώτα από τα ίδια τα άτομα που τα απαρτίζουν και από τη δική τους ανάγκη για προσωπική αλλαγή. Μόνο βασισμένη πάνω στην ατομική επιθυμία είναι βάσιμη η επιθυμία αλλαγής του κόσμου. 

Θέλω να αλλάξω τον κόσμο, μέσα από τη δική μου επιθυμία να ζήσω όπως μ αρέσει, ώστε να νιώθω καλά. Η αρχή τού να-νιώθω-καλά με ωθεί να καταπιαστώ με ζητήματα γενικότερα, καθώς εξαρτώμαι από το περιβάλλον και τις γενικότερες συνθήκες.

Η επιθυμία να ζήσω καλά, αργά ή γρήγορα, με ωθεί να ασχοληθώ με το γενικό, από το οποίο εξαρτώμαι ολοένα και πιο πολύ, καθώς η αλληλουχία των ατομικών μου επιθυμιών κλιμακώνεται, τείνοντας να γίνει η μια ευχή, που αφορά όλους.

Από τη στιγμή που μια επιθυμία εκφραστεί και εξωτερικευτεί η πραγματοποίησή της εξαρτάται από την ανταπόκριση που θα έχει. Όσο οι επιθυμίες μας προχωρούν, τόσο βάζουν ανώτερους στόχους, μέχρι που φτάνουν να αναμετρηθούν με κοινωνικές δομές, οι αντιστάσεις των οποίων εμποδίζουν πεισματικά την περαιτέρω κλιμάκωσή τους.
------------------------------------------------
Οι αντιστάσεις του γύρω μας κόσμου, είτε του φυσικού περιβάλλοντός μας, είτε του ανθρώπινου, είναι δεδομένες. Ξεκινούν από την εγγενή αντίσταση της ύλης στον μετασχηματισμό της. Εφόσον, η προσέγγιση του γύρω μας κόσμου είναι ειλικρινής και σύμφωνη με τις φυσικές τάσεις μας -όπως εκφράζονται μέσα από τις επιθυμίες μας- τότε, οι αντιστάσεις του κάμπτονται με το χρόνο και τη συστηματική προσπάθεια της μορφοποιητικής δυναμικής μας. Αρκεί, βέβαια, αυτό που ζητείται  από το περιβάλλον μας να εμπίπτει στις δυνατότητές του, να είναι ανάλογό του και όχι δυσανάλογο.
-------------------------------------------------

Επαφίεται στη δική μας πρωτοβουλία και ατομική προσπάθεια η κάμψη των εξωτερικών αντιστάσεων και η διαμόρφωση του γύρω μας κόσμου σε γόνιμο περιβάλλον, πρόσφορο στη μορφο-ποιητική μας δυναμική. Αυτό δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά, χωρίς τον σταδιακό μετασχηματισμό των κοινωνιών μας σε κοινότητες που να ενθαρρύνουν την ειλικρινή έκφραση των ατομικών επιθυμιών μας (αντί να την αποθαρρύνουν, καλλιεργώντας το φόβο και τη δειλία στα άτομα).

Η πρωτοβουλία της δράσης ανήκει στον καθένα προσωπικά και δεν εκχωρείται, ούτε μεταβιβάζεται. Αν εγώ δεν κάνω τίποτε, περιμένοντας από τους άλλους να κάνουν, τότε τίποτε δεν θα συμβεί που να με αντιπροσωπεύει.

Μόνο η δράση «επί προσωπικού» είναι βάσιμη. Πάνω σε αυτή μπορούν να χτιστούν οι αντιπροσωπευτικές συλλογικότητες που χρειάζονται για το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας.

-------------------------------------------
Οι κοινωνικές δομές απαρτίζονται από πολλούς και μόνο από πολλούς μπορούν να αλλάξουν. Το άτομο είναι ανίσχυρο από μόνο του να επιφέρει αλλαγές σε ευρύτερες συνθήκες, από τις οποίες εξαρτάται το γενικό καλό, όπως και το δικό του. Έτσι, το ατομικό συναντά μαθηματικά το συλλογικό, καθώς το άτομο κινείται μεγιστο-ποιητικά.
-------------------------------------------

Η φυσιολογική κίνηση του ατόμου από μέσα προς τα έξω, από το εγώ στο εμείς, από το ατομικό στο συλλογικό αναστέλλεται από τον φόβο, όταν το κοινωνικό περιβάλλον δείχνει εχθρικό σε ατομικές πρωτοβουλίες που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη του.

Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί ο περιβάλλον φόβος και να υπερνικηθεί η κοινωνική αδράνεια είναι η αυτοκινούμενη γενναιότητα του ατόμου, που πηγάζει από το πλεόνασμά του.

Το ενεργειακό πλεόνασμα που διαθέτει κάθε άτομο, μπορεί να ενεργοποιήσει το κοινωνικό γίγνεσθαι, αρκεί το άτομο να μη φοβηθεί και να το διαθέσει γενναία, τολμώντας την ειλικρινή έκφρασή του, παρά τον όποιο κίνδυνο. Αυτή ακριβώς η ε-αυτο-κίνηση είναι ο σπινθήρας που ενεργοποιεί την κοινωνική εξέλιξη. Από εκεί και πέρα, οι συμμαχίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στα άτομα και οι συλλογικότητες που αναπτύσσονται, κρίνουν το αποτέλεσμα.


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, που μας κάνει όλους αλληλένδετους, υπάρχει η ανάγκη για μια νέα συλλογικότητα, που να μας περιλαμβάνει όλους, πέρα από εθνικά και γεωγραφικά σύνορα. Αυτή η νέα συλλογικότητα, για να είναι βάσιμη και ουσιαστική, δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στη βασική κοινωνική μονάδα, το άτομο, και να συνταχθεί πάνω σε κάποιες απλές, ουσιώδεις και γενικές αρχές, που να περιλαμβάνουν τους πάντες και να τους αφορούν όλους προσωπικά.

Τη στιγμή που τα πράγματα φαίνεται να γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, αναδεικνύεται η εξαιρετική σημασία του απλού και της απλο-ποίησης που χρειάζεται η διαμόρφωση των νέων συνθέσεων που απαιτούν οι καταστάσεις.

Εφόσον βάλουμε το άτομο στο κέντρο της προβληματικής μας, επανατοποθετώντας το στα βασικά του και ουσιώδη ζητούμενα, προκύπτουν οι στόχοι και οι άξονες της πολιτικής πρότασης που απαιτείται.

Αυτή η πρόταση μπορεί, πολύ απλά, να στηριχθεί σε δύο βασικές δέσμες μέτρων, που η μια να αφορά τα μέτρα ενθάρρυνσης της ειλικρινούς έκφρασης του ατόμου -θεμελιώδους σημασίας για την εξέλιξη- και η άλλη τα μέτρα περιορισμού του φόβου και των μηχανισμών που τον καλλιεργούν.

Εξειδικεύοντας τη γενικότητα αυτής της πολιτικής πρότασης, μπορούμε να διαπραγματευθούμε επιμέρους θέματα σε μια νέα βάση.  

--------------------------------------------
Το θέμα της ισότητας, για παράδειγμα (κεντρικό θέμα της «αριστεράς») παίζει ρόλο στην ενθάρρυνση του ατόμου (ίσες ευκαιρίες), ενώ, αντίθετα, η ανισότητα μπορεί να το αποθαρρύνει. Στα μέτρα περιορισμού του φόβου, λοιπόν, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται και μέτρα περιορισμού την ανισότητας.

Από την άλλη, το θέμα της ελευθερίας (κεντρικό θέμα της φιλελεύθερης «δεξιάς»), ιδωμένο ως ειλικρινή έκφραση θα πρέπει να πριμοδοτείται, ενώ, ως ανεξέλεγκτη επιθετικότητα θα πρέπει να περιορίζεται.

Η συντηρητική «δεξιά», επίσης, που βασίζεται στο φόβο, για να υπερασπιστεί τα παραδοσιακά οχυρά της, θα αναγκαστεί να παραδώσει τα κλειδιά τους, όταν ο φόβος μειωθεί.

Επιπλέον, η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας, με την ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή του -ενθαρρυμένου- ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι, μπορεί να εντάξει στη δυναμική της τα περιθωριακά στοιχεία που κινούνται στις παρυφές της άκρας δεξιάς ή αριστεράς, (χωρίς να αγνοεί, όμως, τον κίνδυνό τους).

Όσον αφορά το οικολογικό κίνημα, μπορεί να εμπλουτιστεί, έτσι, με ένα κεντρικό πολιτικό στοιχείο, αυτό του ατόμου/πολίτη, που του έλειπε, εμποδίζοντάς το να παίξει κεντρικό πολιτικό ρόλο και περιορίζοντάς το σε θέματα σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον.
-------------------------------------

Η γενικότητα, λοιπόν, μιας τέτοιας της πρότασης, όσο απλή και αν είναι, μπορεί να διαπραγματευτεί μια σειρά ζητημάτων του σύγχρονου ανθρώπου και να τα λύσει σε μια νέα, αποτελεσματικότερη βάση, ακριβώς επειδή είναι απλή.


----------------------------------------
Υ.Γ. ΟΙ παγκόσμιες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον αιώνα - κλιματική αλλαγή, υπερπληθυσμός, μεταναστεύσεις, τρομοκρατία, κλπ - έχουν τέτοιο μέγεθος που πιθανόν να ακούγονται «ψιλά γράμματα» αυτά που γράφονται εδώ. Δεν αποκλείεται να έχουμε ένα πισωγύρισμα της ιστορίας σε καταστάσεις που το άτομο θα αναγκαστεί να ομαδοποιηθεί, για να επιβιώσει. Αυτό δεν καθιστά άκυρο το αίτημα της ατομικής εκπλήρωσης, όπως παρουσιάζεται εδώ, όσο πιο απλά γίνεται. Μπορεί να φαίνεται άκαιρο σε τέτοιες συνθήκες, αλλά δεν είναι άκυρο. Είναι πάντα ενεργό κι έτοιμο να ενεργοποιηθεί όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, σαν σπόρος που θα φυτρώσει την άνοιξη. Αρκεί η «άνοιξη» να έρθει και να μη βυθιστεί η ανθρωπότητα κάτω από τα απόνερα της ανισόρροπης ανάπτυξής της.

Wednesday, January 6, 2010

Αναφορά σε "Αυτό"


Οι βασικές αρχές στις οποίες αναφερόμαστε σήμερα για να υποστηρίξουμε τις πράξεις μας ως σωστές, ανήκουν χονδρικά σε δύο κατηγορίες, αμφότερες αμφισβητήσιμες.

Από τη μια έχουμε τις αρχές που έχουν μυθολογική καταγωγή και παρουσιάζονται σαν εντολές ενός ανώτερου όντος (ή πολλών ανώτερων όντων) και δεν πείθουν πλέον παρά μόνον όσους χρειάζονται την υποστήριξη κάποιας θρησκείας.

Από την άλλη έχουμε αυτές που θέτουν τον άνθρωπο στο κέντρο και τον καλούν να αυτοδιαχειριστεί τις υποθέσεις του, υιοθετώντας κάποιες αρχές κοινής αποδοχής, οι οποίες έχουν αποδειχθεί επίσης προβληματικές.

Το πρόβλημα σε αυτές τις δεύτερες (στις οποίες βασίζεται κατεξοχήν ο «δυτικός κόσμος») βρίσκεται στην αυτοαναφορικότητά τους. Το προβληματικό σημείο της αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στην αυθαιρεσία των αποφάνσεών της και στην αδυναμία στήριξής τους σε κάτι άλλο από το εγώ μας, δηλαδή στον υποκειμενισμό της.

Το ερώτημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να βρούμε το σωστό συνομιλώντας μόνο μεταξύ μας (για να καταλήξουμε σε αρχές κοινής αποδοχής), χωρίς να αναφερόμαστε σε "αυτό" που μας ξεπερνά και μας καθορίζει ως ο λόγος της ύπαρξής μας. Εκτός αν νομίζουμε ότι είμαστε αυθύπαρκτοι και αυτοκαθοριζόμενοι, έχοντας δυνατότητα να γεννάμε εμείς τον εαυτό μας από το μηδέν και να υπάρχουμε ανεξάρτητα από το Όλον.

Εφόσον όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί και δεν είμαστε παρά μέρος του συμπαντικού γίγνεσθαι, θα πρέπει η όποια νομοθεσία μας να έχει ως αναφορά τους νόμους «αυτού», για να είναι κατά προσέγγιση ορθή, καθώς "αυτό" διέπει τα πάντα.

Παρόλο που το Άπαν φαντάζει ασύλληπτο για την πεπερασμένη νόησή μας, η μελέτη των φαινομένων του μπορεί να αποκαλύψει πτυχές του, οι οποίες να υποδεικνύουν έμμεσα στο σωστό των αποφάνσεών μας, στο βαθμό που αυτές στηρίζονται στους διαφαινόμενους κανόνες του συμπαντικού γίγνεσθαι ή όχι.

Ως εκ τούτου, είναι κρίσιμο να μην απαρνηθούμε τις κατακτήσεις της δυτικής σκέψης, αλλά να πάμε ένα βήμα παρά πέρα, προς τα εκεί που η ίδια μας η σκέψη μάς οδηγάει στη νόηση του Όλου και στο ερώτημα της σχέσης μας με Αυτό.

Ας ξεπεράσουμε, λοιπόν, την παλιά διαμάχη ανάμεσα στο «δεν υπάρχει Θεός» και στο «υπάρχει» προσωποποιημένος (ως Χριστός ή Μωάμεθ ή άλλες θεοποιημένες μορφές), και ας αποδεχτούμε το προφανές ότι ναι υπάρχει κάτι πέρα από εμάς, κάτι που μας εμπεριέχει, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι, ούτε πώς να το πούμε, αφού είναι πέρα από τις δυνατότητες του λόγου μας, όντας ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος. Το μόνο που μπορούμε είναι να Το υπαινιχτούμε με μια λέξη όσο γίνεται πιο ουδέτερη και αποχρωματισμένη από θρησκευτικές εικονοποιήσεις, όπως για παράδειγμα η λέξη «Αυτό».

Η ερωτηματική αναφορά μας σε Αυτό μπορεί να απεγκλωβίσει την ανθρώπινη νόηση από αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και να βγάλει τη φιλοσοφία από την παρατεταμένη ενδοσκόπηση στην οποία έχει περιέλθει, φοβούμενη μήπως κατηγορηθεί για μεγαλόστομες αφηγήσεις αν τυχόν αναφερθεί σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό της.

Αναφερόμενοι ερωτηματικά και ταυτόχρονα σταθερά σε Αυτό προσανατολίζουμε τη σκέψη μας στην Αλήθεια, συνδέουμε το μέρος μας με το Όλον, τείνουμε τη νόησή μας στη Σοφία, φιλο-σοφούμε με όλη τη σημασία της λέξης.

Φιλοσοφώντας μπορούμε να διαγνώσουμε κάποιες γενικές αρχές, ανάλογες με αυτές που διέπουν το γίγνεσθαι και καθορίζουν την εξέλιξή μας, για να τις υιοθετήσουμε ως τις πλέον σωστές και να νομοθετήσουμε ανάλογα τα καθ’ ημάς μας.

ο δρόμος της εξέλιξής μας


η διάθεση του πλεονάσματος

Οτιδήποτε υπάρχει αποτελεί ένα πλεόνασμα - πλεόνασμα της ύπαρξης έναντι της ανυπαρξίας, (ή του Είναι έναντι του μη-Είναι, της δημιουργίας έναντι της καταστροφής, της ζωής έναντι του θανάτου). Αυτό ακριβώς το πλεόνασμα δίνει τη δυνατότητα σε κάτι να είναι κάτι και όχι τίποτε. Το σύνολο του υπάρχοντος πλεονάσματος είναι ο κόσμος που ζούμε. Όσο ζούμε είμαστε μια μορφή του πλεονάζοντος κόσμου, και όταν πεθαίνουμε είμαστε τίποτε, αφού ό,τι υπάρχει δεν είναι παρά πλεόνασμα.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το μηδέν και το μη-Είναι παίζουν κάποιο ρόλο στο Όλον, αν εμπεριέχονται σε Αυτό ή αν Αυτό δεν είναι παρά το αέναο Είναι, που αναγεννάται μέσα από διαδοχικές μορφές της ύπαρξης, «παίζοντας» με αυτές. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι όσο ζούμε είμαστε κάτι, που σημαίνει ότι έχουμε κάποια υπόσταση ή, αλλιώς, ότι η θέση της ύπαρξής μας σε αυτόν τον κόσμο υπερέχει της άρσης της στην ανυπαρξία. Η υπεροχή της θέσης έναντι της άρσης (όπως και του θετικού έναντι του αρνητικού) συνιστά το πλεόνασμα που μας δίνει υπόσταση.

Αυτό το πλεόνασμα, τη στιγμή ακριβώς που μας δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουμε ως κάτι ξεχωριστό, μας ωθεί και να διαθέσουμε την ξεχωριστή ύπαρξή μας στο γίγνεσθαι ενωνόμενοι με άλλες υπάρξεις για να παραχθούν νέες μορφές μέσα από την ένωσή μας, οι οποίες θα αναπαράγουν το υφιστάμενο πλεόνασμα και μετά τον δικό μας χαμό.

Η ώθηση της ένωσής μας με κάτι άλλο από εμάς και η κίνησή μας προς αυτό προέρχονται από το πλεόνασμα που περισσεύει από όσο διατίθεται για τη συντήρηση μας. Το εν λόγω περίσσευμα μάς κατευθύνει σε ένα άλλο σώμα ή σε κάτι άλλο, με το οποίο ενωνόμενοι θα συμβάλουμε στην παραγωγή μιας νέας υπόστασης. Η νέα υπόσταση, έχοντας παραλάβει από εμάς το πλεόνασμα που διαθέσαμε για την παραγωγή της ενωνόμενοι, θα το πάει παραπέρα, συμβάλλοντας με τον τρόπο της στην αναπαραγωγική συνέχεια του πλεονάσματος.

Το γίγνεσθαι κινείται τριαδικά, αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο. Το κάθε ένα είναι κάτι τρίτο ως προς τα δύο που το γέννησαν με την ένωσή τους. Ως τρίτο είναι ένας περιττός αριθμός, ένα περίσσευμα, που δυσφορώντας με την περιττότητά του αναζητεί την ολοκλήρωσή του σε άρτιο αθροιζόμενο με έναν άλλο περιττό αριθμό σε δύο. Το δύο της ένωσής τους θα γεννήσει κάτι τρίτο, που όταν ενηλικιωθεί και αισθανθεί μονάδα θα ενωθεί με ένα άλλο τρίτο και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ο τρόπος που γίνεται ο κόσμος, όπως μπορούμε να το αντιληφθούμε στη γύρω μας φύση, στην οποία ανήκουμε.

Αν και η φυσική κυκλοφορία του πλεονάσματος τείνει σε κυκλικότητα, με το γήινο οικοσύστημα να έχει συστηματοποιήσει τις ανταλλαγές πλεονάσματος των στοιχείων του κατά τρόπο γενικά άρτιο, έτσι που το πάρε δώσε ανάμεσά τους να μην παρουσιάζει κενά, το πλεόνασμα του ανθρώπου παρουσιάζει κάποια προβλήματα.


το πλεόνασμα του ανθρώπου

Ο άνθρωπος είναι εμπλουτισμένος με δυνατότητες που τον διαφοροποιούν ριζικά από τα άλλα όντα της φύσης και του παρέχουν τέτοια υπερβάλλουσα δύναμη σε σχέση με αυτά που είναι αδύνατον να την ανταλλάξει μαζί τους στο άρτιο, χωρίς να του περισσεύει κάτι. Αυτό το «μεταφυσικό» του περίσσευμα, ήτοι αυτό που περισσεύει από τη σχέση του με τη φύση, μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μπορεί να γίνει θρησκεία ή φιλοσοφία, επιστήμη ή τέχνη, να προκαλέσει αλλαγές στα κοινωνικά του συστήματα, να διατεθεί για την περαιτέρω εξέλιξή του και να τον προάγει ως άνθρωπο. Μπορεί, όμως, να αναλωθεί και σε καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά έργα, όταν δεν βρίσκει τρόπο για τη σωστή του διάθεση, διότι από τη στιγμή που υπάρχει, κάτι πρέπει να γίνει με αυτό, και κάτι σίγουρα θα γίνει, καλό ή κακό.


τρόποι διάθεσης του ανθρώπινου πλεονάσματος

Η σωστή διάθεση του πλεονάσματος εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται το σωστό κάθε φορά ο άνθρωπος και αυτό έχει να κάνει με την αναφορά του σε Αυτό, αν είναι : α) εξωτερική, β) εσωτερική ή γ) ανύπαρκτη.

α) Αν αναφέρεται σε Αυτό ως ένα ανώτερο ον, έξω από τον κόσμο, που τον κατευθύνει με κάποια εντάλματα, αντιλαμβάνεται το σωστό ως μια σειρά εξωτερικών εντολών που κατέχουν οι εκλεκτοί τού ανώτερου όντος, σύμφωνα με τις οποίες εντολές πρέπει να διαθέσει το πλεόνασμά του ή ακόμη και να το απαρνηθεί.

Στην πραγματικότητα, με αυτόν τον τρόπο, διαθέτει το πλεόνασμά του στην ανέγερση ναών της δύναμης, που ως ένα βαθμό κατάφεραν να τον ανυψώσουν από το πρωτόγονο επίπεδό του, αλλά στη συνέχεια αποτέλεσαν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξή του με τη σκοταδιστική δεσποτεία που ασκούσαν πάνω του, και ασκούν μέχρι σήμερα, όπου ισχύουν ακόμη δεσποτικά καθεστώτα.


β) Αν αναφέρεται σε Αυτό σαν το Όλον μέρος του οποίου είναι κι αυτός, άρα μετέχει και ο ίδιος του Είναι και συμμετέχει στο γίγνεσθαι έχοντας μια εσωτερική σχέση μαζί του (γι’ αυτό, δεν μπορεί να το δει από έξω και να διαβάσει τις εντολές του, παρά να αναρωτιέται για αυτές), τότε προσπαθεί να διαγνώσει το σωστό μέσα από τις ίδιες τις δυνάμεις τού γίγνεσθαι που τον ωθούν να διαθέσει το πλεόνασμά του έτσι όπως τον ωθούν με τη μορφή των επιθυμιών.

Οι επιθυμίες είναι προβολές του πλεονάσματος που εικονοποιούν φαντασιακά τον στόχο της διάθεσής του. Ωθούν το άτομο να διαθέσει το πλεόνασμά του στην κατεύθυνση της ένωσής του με κάτι άλλο, το οποίο προβάλλεται στη φαντασία του ως ποθητό. Αν η ένωση του ατόμου με αυτό που ποθεί καρποφορήσει θα παράγει κάτι τρίτο, συμμετέχοντας δημιουργικά στο γίγνεσθαι. Η ευφορία του γίγνεσθαι είναι η ανταμοιβή που εισπράττει το άτομο από τη σύμφωνη με τις επιθυμίες του παραγωγική διάθεση τού πλεονάσματός του.


γ) Αν ο άνθρωπος αρνείται οποιαδήποτε αναφορά σε Αυτό και θεωρεί τον εαυτό του ικανό κριτή του σωστού θέτοντας το εγώ του υπεράνω όλων, τότε η διάθεση του πλεονάσματος προς τον άλλο αναστέλλεται, διότι ο άλλος (ή το άλλο) δεν αναγνωρίζεται ως κρίσιμος για το εγώ, παρά μόνο ως χρήσιμος για αυτό. Έτσι ο άλλος (ή το άλλο) μπορεί να θεωρηθεί ως ένα απλό εξάρτημα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ενισχύσει την πανοπλία τού κυριαρχικού εγώ του.

Σε αυτήν την περίπτωση, η επιθυμία δεν παίζει το ρόλο προπομπού γόνιμων συναντήσεων, αλλά επιδρομέα. Δεν εκλαμβάνεται σαν ώθηση ένωσης, αλλά ιδιοποίησης. Αυτό που κυριαρχεί τότε είναι το λαβείν και όχι του δούναι. Σε μια τέτοια γενικευμένη αίσθηση αρπακτικότητας, ο καθένας προσπαθεί να προστατευτεί κατακρατώντας το πλεόνασμά του. Η συνεπαγόμενη αδιαθεσία του πλεονάσματος προκαλεί στα άτομα δυσφορία λόγω της απόκλισής τους από τη φορά του γίγνεσθαι (δυς-φορά) και της απομάκρυνσής τους από την ευφορική γονιμότητά του.


δυσφορία και ευφορία
Η ευφορία και η δυσφορία είναι το βασικό συναισθηματικό δίπολο με το οποίο μας κατευθύνει η ψυχή ως οδηγός ενότητας.

Η ψυχή είναι η πεμπτουσία της ενότητάς μας, της ενότητας των μερών μας σε ένα ζωντανό όλον, το οποίο αποσυντίθεται και πεθαίνει όταν αυτή η ενότητα χάνεται και η ψυχή φεύγει. Όντας ενότητα καθεαυτή, η ψυχή μάς συναρτά με τη φορά του γίγνεσθαι που μας γέννησε και που μας δίνει είτε την ευφορία της γονιμότητας - όταν τη φέρουμε καλώς, «ευ» - είτε τη δυσφορία της περιττότητας, - όταν τη φέρουμε κακώς, «δυς». Έτσι, η ψυχή μάς δίνει σήματα προς τα πού να πάμε.

Η ψυχή, ως οδηγός ενότητας, δεν μας επιτάσσει μια αδιαφοροποίητη ενότητα, αλλά μας οδηγεί επίσης να διαφοροποιηθούμε από ό,τι μας προκαλεί δυσφορία, για να ενωθούμε στη συνέχεια με αυτό που επιθυμούμε, βιώνοντας στην πράξη την ευφορία που η επιθυμία για αυτό μάς υποσχέθηκε φαντασιακά.


ενότητα και διαφορά
Η κίνηση της διαφοροποίησης, καθοδηγούμενη από τη ψυχή, δεν έχει σκοπό την οριστικοποίηση της διαφοράς και την πλήρη αποσύνθεση, άρα τον θάνατο, αλλά μια νέα σύνθεση, που θα εμπλουτίσει το γίγνεσθαι, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την υπεροχή της ενότητας και της ζωής έναντι του χωρισμού και του θανάτου.

Στον κόσμο που ζούμε η ενότητα υπερέχει της διαφοράς διότι αυτή του δίνει υπόσταση συνέχοντας τα στοιχεία του, που αλλιώς θα εξανεμίζονταν αποφορτίζοντας το πλεόνασμα της στοιχειώδους υπόστασής τους στο κενό και στο τίποτε. Η ενότητα τα συνέχει επιτρέποντάς τα να ανταλλάξουν το πλεόνασμά τους τόσο για να διατηρηθούν όσο και για να παράξουν νέες μορφές μέσα από τους συνδυασμούς τους.

Η κίνηση της διαφοροποίησης επιτρέπει νέους συνδυασμούς που θα εμπλουτίσουν το γίγνεσθαι με τις νέες ενώσεις στις οποίες οδηγεί. Η ένωση είναι αυτή που καθοδηγεί κάθε διαφοροποίηση, διότι μόνο μέσω αυτής παράγεται το διαφορετικό, ενώ ο χωρισμός δεν μπορεί να παράγει τίποτε. Μπορεί η διαφορά να είναι απαραίτητη προϋπόθεση των μορφών, αλλά η διαφοροποίηση από μόνη της είναι άγονη, αν δεν κατευθύνεται από την ορμή της ενότητας.


Το ίδιο και η ανάλυση, όσο χρήσιμη και αν είναι, δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τη σύνθεση, ούτε βέβαια να την υποκαταστήσει. Η σύνθεση ξεπερνάει κάθε ανάλυση ως προς το ότι είναι φορέας ενότητας και μεταφορέας ενός πλεονάσματος που είναι αδύνατον να αναλυθεί και να αναχθεί σε κάτι πριν από αυτό, διότι αυτό το πλεόνασμα είμαστε εμείς (ως μορφή του πλεονάζοντος κόσμου) και πριν από αυτό δεν υπάρχει τίποτε (ή αν υπάρχει δεν είναι του δικού μας κόσμου και είναι αδύνατον να το διανοηθούμε, εφόσον υπάρχουμε σαν μορφή αυτού εδώ του κόσμου που ζούμε).

Η αναλυτική υπερβολή (όπως και η υπερβολική κριτική) μπορεί να οδηγήσει μόνο στην αποσύνθεση. Αυτό που γεννά τα πράγματα και τα επιτρέπει να υπάρχουν είναι η σύνθεση των στοιχείων τους, που ωθούμενα από τη δύναμη της ενότητάς τους, πέρα από κάθε διαφοροποίησή τους, συντίθενται για να δώσουν μορφή και συνέχεια στο είναι τους.


Η ενοποίηση είναι ο απώτερος σκοπός της κίνησης κάθε επιμέρους όντος, το οποίο αφού διαφοροποιηθεί μέχρι να αποκτήσει την ξεχωριστή του οντότητα, νιώθει μετά διαχωρισμένο, περιττό και μόνο. Η μοναξιά το ωθεί να αναζητήσει τη μοναδικότητά του, πέραν της ετερότητας και της περιττότητάς του στην ταυτότητα και στην αρτιότητα ενωνόμενο με αυτό στο οποίο θα διαθέσει το πλεόνασμά του.


η ανάγκη της ολοκλήρωσης
Αυτό που με κινεί είναι η ανάγκη της ολοκλήρωσής μου με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός μου προς τα εκεί που με οδηγούν οι προβολές του μέσω των επιθυμιών, έτσι που να μην υπάρχει τίποτε που να με κάνει να νιώθω πλεονάζων, τίποτε που να με διαχωρίζει από τον κόσμο, αλλά να ταυτοποιούμαι εν Αυτώ.

Η κίνηση προς την ταυτοτική μου ολοκλήρωση με κάνει να νιώθω καλά με την ευφορία που εισπράττω εφόσον συμμετέχω στο γίγνεσθαι διαθέτοντας το πλεόνασμά μου στη δημιουργία μορφών μέσα από τις ενώσεις μου με τους αποδέκτες του πλεονάσματός μου.

Οι μορφές που παράγονται πέρα από εμένα, αλλά μέσω εμού, μου μεταδίδουν την αίσθηση της συνέχειας που με συνδέει με το Όλον και με απαλλάσσει από την αγωνία του πεπερασμένου και θνητού εγώ μου.

Η ταυτο-ποίηση μου, μέσω της παραγωγικής διάθεσης του πλεονάσματός μου, οδηγεί στην αποφόρτιση τού εγώ μου από την ετερότητά του, την περιττότητα και περατότητά, και το συνδέει με το συμπαντικό «Εμείς», μέρος του οποίου είναι. [Η ίδια η λέξη ταυτότητα εμπεριέχει στα ελληνικά τον όρο της σύνδεσης: τε+αυτό (και+αυτό) = ταυτό.]

Το ζητούμενο της πληρότητάς μας δεν «κατακτιέται» κατ’ ιδίαν και ξεκομμένα από τον κόσμο, αλλά με την πλήρη συμμετοχή μας στο γίγνεσθαί του. Η μοναστική άποψη της αυτοεκπλήρωσης παραβιάζει στοιχειώδεις κανόνες του γίγνεσθαι και οδηγεί στη διαστροφή της (αυτ)απάρνησης του πλεονάσματος. Μια τέτοια διαστροφή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σαν ακραία αντίδραση στην αγοραία άποψη «όλα για την πάρτη μου», που αντιπροσωπεύει επίσης ένα είδος αυτοεκπλήρωσης, εξίσου διεστραμμένου. (Και οι δύο απόψεις, η μοναστική και η αγοραία, συντελούν στην ενοχοποίηση της επιθυμίας, η πρώτη με το να την κατηγορεί για εγωιστική πρακτική και η δεύτερη με το να τη χειρίζεται εγωιστικά, διαστρέφοντας το διαθέσιμο πλεόνασμά της σε πλεονεξία.)

Η ταυτοτική μου ολοκλήρωση σημαίνει πολύ απλά τη ταύτιση αυτού που θέλω να είμαι και αυτού που είμαι, που σημαίνει με τη σειρά της την πραγματοποίηση των επιθυμιών μου, δηλαδή την παραγωγική διάθεση του πλεονάσματός μου στις ενώσεις που θα πραγματοποιήσουν αυτές τις επιθυμίες.


η σειρά των επιθυμιών

Η πραγματοποίηση των επιθυμιών δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Απαιτεί ενέργεια, η οποία, μάλιστα, μπορεί να μη φέρει αποτέλεσμα, αν το αντικείμενο της επιθυμίας μας δεν ανταποκριθεί στην προσέγγισή μας. Για να διακινδυνεύσουμε την ενέργειά μας θα πρέπει αυτό που θέλουμε να το θέλουμε πολύ. Αυτό μας οδηγεί να βάλουμε σε μια σειρά τις επιθυμίες μας, βάζοντας πρώτη αυτήν που η προοπτική της πραγματοποίησής της μας συναρπάζει περισσότερο από όλες.

Η αξιολόγηση του «βαθμού συναρπαστικότητας» μιας επιθυμίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από άλλους εξωγενείς παράγοντες ή αναστολές (όπως, αν η επιθυμία μας είναι «ρεαλιστική» ή αν είναι κοινωνικά αποδεκτή), αλλά να προκύπτει από την καθαρή συναίσθηση της έντασής της μέσα από τη φαντασιακή προείσπραξη της ευφορίας μας από την πιθανή πραγματοποίησή της. Η καθαρότητα φέρνει και καθαρά αποτελέσματα, που φανερώνουν τι θέλουμε πραγματικά και μας υποδεικνύουν την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουμε για να ολοκληρωθούμε ταυτοτικά. Η ειλικρίνεια με τον εαυτό μας είναι καθοριστική της καθαρότητας των αποτελεσμάτων της ενδοσκόπησής μας,

Η καταγραφή και η αποδοχή της ειλικρινούς αξιολόγησης των επιθυμιών μας είναι δουλειά της συνείδησης, η οποία, συνδέοντας το έλλογό μας στοιχείο με το άλογο, υποστασιοποιεί τα φαντασιακά μας ευρήματα και τα προβάλλει καθαρά στον νου. Αν δεν έχουμε συνείδηση αυτού που θέλουμε, τότε θα σκοντάφτουμε συνέχεια επάνω του και δεν θα πάμε μακριά.


Η αξιολόγηση των επιθυμιών είναι μια ανοιχτή διαδικασία, αφού μετά από την πραγματοποίηση μιας επιθυμίας ακολουθεί μια άλλη. Παράλληλα, το ερώτημα του τι κρύβεται πίσω από την αλληλουχία τους δραστηριοποιεί τη σκέψη μας για να διαγνώσει τι πραγματικά θέλουμε σε «βάθος χρόνου.

Η δέσμευσή μας σε αυτό που πραγματικά θέλουμε μεγιστοποιεί την πιθανότητα της πραγματοποίησής του και της ακόλουθης ευφορίας μας.


Η προβολή της αλληλουχίας των επιθυμιών μας στο διηνεκές (ή η αναγωγή τους στο απόλυτο), με τη σκέψη μας να ερωτά για τον λόγο των επιθυμιών (αναφερόμενη ερωτηματικά σε Αυτό), αποκαλύπτει την ευχή που κρύβεται πίσω από αυτές και πίσω από όλα αυτά που κάνουμε, την ευχή της εναρμόνισής μας με τον κόσμο, της ενότητας του μέρους και του όλου, του εγώ και του εμείς. Η αναγωγή της λογικής ακολουθίας των επιθυμιών μας στο απόλυτο μάς κάνει όλους ένα. Έτσι, οι επιθυμίες μας όχι μόνο δεν μας χωρίζουν, αλλά να μας ενώνουν μέσα από την κοινή προοπτική τους, την ευχή.


το μέγιστο και το ελάχιστο

Η κίνησή μας προς τα εκεί που μας υποδεικνύει η μέγιστη των επιθυμιών μας μάς οδηγεί στη μεγιστο-ποίηση, τόσο με την έννοια της μεγιστοποίησης των προσπαθειών μας (άρα και των δυνατοτήτων μας), όσο και με την έννοια της μέγιστης δυνατής ποίησης – πράξης (άρα και πραγματοποίησης) αυτού που θέλουμε.

Το τι θα καταφέρουμε τελικά, μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά εμείς θα έχουμε κάνει ότι μπορούσαμε να κάνουμε ως προς το μέγιστό μας και θα έχουμε πετύχει το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα, οπότε θα έχουμε «μεγιστοποιηθεί» ούτως ή άλλως, ακόμη και αν αυτό που θα έχουμε εισπράξει θα είναι κάτι λίγο.

Το ποσοτικά λίγο μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) μέγιστο, εφόσον προσφέρει την ταυτοποίησή μας, όταν διαθέτουμε όλο το πλεόνασμά μας στην κατεύθυνση της μέγιστης επιθυμίας μας και κάνουμε ότι μπορούμε να την πραγματοποιήσουμε.

Το ποσοτικά πολύ μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) ελάχιστο, όταν δεν προέρχεται από την εξαντλητική προσπάθεια πραγματοποίησης της μέγιστης των επιθυμιών μας, αλλά είναι προϊόν του συμβιβασμού μας με επιθυμίες ελάχιστες σε σχέση με αυτήν.

Η ελαχιστοποίηση μας, ως υποχώρηση από τη μέγιστη επιθυμία μας (είτε γιατί την αγνοήσαμε, είτε γιατί τη φοβηθήκαμε), ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά δεν κάναμε, ένα χάσμα που όσο και αν το γεμίζουμε ποσοτικά, με υλικά «αγαθά», θα μένει χάσκον, αφήνοντας το κακό να εισχωρήσει ανάμεσά μας, ως κενό.


το κακό
Το κακό υπάρχει ως κενό, ως κάτι που δεν υπάρχει. Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει κακό. Ό,τι γίνεται έχει κάποιο λόγο που γίνεται, και είναι καλά γινομένο, αφού εν Αυτώ τίποτε δεν μπορεί να είναι κακό, από τη στιγμή που «είναι» κάτι, άρα έχει μια θέση στην ολότητα Αυτού. Το κακό ανήκει στο «μη-είναι», και κανονικά δεν έχει καμία θέση ανάμεσά μας.

Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να φερθεί μη-κανονικά και να δημιουργήσει κενά ανυπαρξίας προσκαλώντας το κακό να πάρει μια παρά φύσει θέση στον δικό του κόσμο με το να δρα (αυτο)καταστροφικά πέρα από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Η παράβαση των κανόνων του γίγνεσθαι, βέβαια, δεν μένει ατιμώρητη κι έτσι κάθε απόπειρα κακού εισπράττει αυτομάτως το αποτέλεσμα της (αυτο)καταστροφής με την εξαφάνιση της περιοχής στην οποία εισχώρησε το κακό αποπειρούμενο ένα απαράδεκτο χάσμα στο Είναι, (το οποίο Είναι κλείνει αμέσως και συνθλίβει το κακό, δηλαδή, το μη-Είναι).

Ο αυτοματισμός τού Είναι δεν επιτρέπει στο κακό να υποστασιοποιηθεί ούτε στιγμή και να καταλάβει μια θέση εντός του, έτσι το κακό παραμένει έξω από τον κόσμο μας, σημαίνοντας πάντα κάτι αρνητικό για εμάς. Χαρακτηρίζοντας κάτι ως κακό δεν αναφερόμαστε σε κάτι που υπάρχει, αλλά στη συμπεριφορά του ανθρώπου που αποπειράται να άρει την ύπαρξη, είτε επιθετικά με το να την αφαιρεί από κάποιον άλλο, είτε παθητικά με το να τη στερεί από τον ίδιο τον εαυτό του.

Στην παθητική περίπτωση της ελαχιστοποίησης, κακό είναι αυτό που είναι να γίνει και δεν γίνεται, αυτό που ενώ θα μπορούσε να υπάρχει και να πάρει θέση στον χώρο αποσύρεται δημιουργώντας την αίσθηση του κενού, (διότι το κενό δεν είναι αισθητό παρά μόνο σαν απόσυρση από τον χώρο, αφού εκτός χώρου, στο μη-είναι δεν υπάρχει τίποτε αισθητό). Αυτό το κενό τείνει να καταλάβει ο επιτιθέμενος εκμεταλλευόμενος την παθητικότητα του διπλανού του.

Το επιθετικό εγώ επεκτείνεται στον χώρο που το παθητικό εγώ άφησε κενό, και μπορεί να πάρει τέτοια φόρα που να του αφαιρέσει κι αυτά τα λίγα που έχει. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ανισομερών σχέσεων, που θεμελιωμένες κοινωνικοπολιτικά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη μεγιστο-ποιητική κίνηση των ατόμων.


η καθαρότητα
Όταν δεν κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε να κάνουμε το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή νόθων μορφών, (είτε κοινωνικών και διαπροσωπικών, είτε καλλιτεχνικών και εμπράγματων), που δεν δηλώνουν καθαρά αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε. Οι νόθες μορφές υποστασιοποιούν τον φόβο μας να κάνουμε αυτό που θέλουμε πιο πολύ, και για αυτό καλλιεργούν την ηττοπάθεια. Αντίθετα, οι καθαρές μορφές, που εκφράζουν αυτό ακριβώς που θέλουμε να κάνουμε ή να πούμε, χωρίς να φοβόμαστε, είναι παραδείγματα θάρρους και εμπνέουν γενναιότητα στα άτομα, ώστε να κινηθούν μεγιστοποιητικά.

Η καθαρότητα είναι το διαρκές ζητούμενο της μορφο-ποιητικής του γίγνεσθαι, που κινεί το Είναι στο περαιτέρω ξεδίπλωμα του σε νέες μορφές ύπαρξης πιο καθαρές. Το «πιο» είναι ένας τονισμός• τονίζει ότι αυτό που υπάρχει δεν είναι αρκετό και θέλει κάτι περισσότερο για να είναι τέλειο, άρα καθαρό, μιας και χωρίς καθαρότητα δεν υπάρχει τελειότητα, αφού, μια μορφή που δεν είναι καθαρή, όταν κρύβει κάτι, δεν μπορεί να ισορροπήσει αρμονικά με την πλήρη ταύτιση της φόρμας και του περιεχόμενου της, και για αυτό είναι ατελής.

Η πορεία του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια πορεία προς την καθαρότητα – τελειότητα της μορφής του, μια πορεία τελειοποίησης με το περαιτέρω ξεκαθάρισμα, έκφραση και εκδήλωση των εγγενών του τάσεων, έτσι όπως εκφράζονται μέσω των επιθυμιών και οδηγούν στον εμπλουτισμό τού είναι του με καθαρές μορφές, σύμφωνες με τη πολύπλευρη φύση του.


ο πλούτος
Σε αυτή τη φάση του γίγνεσθαί μας, η κίνηση είναι προς τα μπροστά, προς τον πλούτο και το πλήθος των μορφών της ύπαρξης μας, μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος μας. Βέβαια, ο πλούτος και το πλήθος των μορφών δεν κάνει διαφορά, αν αυτές δεν είναι καθαρές.

Η καθαρότητα δίνει στις μορφές την ποιοτική διάσταση που τις κάνει φορείς του γίγνεσθαί μας και αγωγούς της ταυτοτικής μας ολοκλήρωσης, καθώς αυτές διαπραγματεύονται με ειλικρίνεια το ερώτημα ποιοι είμαστε - ποιοτικό ερώτημα - αναφερόμενοι ερωτηματικά σε Αυτό που μας καθορίζει. (Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το πόσοι είμαστε - ποσοτικό ερώτημα - αφού αυτό πάνω κάτω το γνωρίζουμε ή μπορούμε να το βρούμε με όργανα μέτρησης των ποσοτικών μας χαρακτηριστικών.)

Όταν οι μορφές που δίνουν οι άνθρωποι στην ύπαρξη τους είναι αποτέλεσμα υπεκφυγής του ποιοτικού τους ερωτήματος, τότε αποκρύβουν την ποιητική τους ένδεια κάτω από μια συσσωρευμένη ποσότητα, που την παρουσιάζουν για πλούτο.

Όταν ο πλούτος δεν συμψηφίζει την ποιότητα στο μέγεθός του και αθροίζει μόνο ένα σωρό ποσοτικές μονάδες για να παρουσιάσει κάτι «μεγάλο», δεν είναι παρά σκέτο πλήθος. Δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, παρά πολλά μικρά ίδια, συγκεντρωμένα, συνήθως, στα χέρια λίγων.

Ο ποσοτικός μεγεθυντισμός, που αυτοπαρουσιάζεται σαν πλούτος, το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να πολλαπλασιάσει ανεπαρκείς μορφές, που ήδη υπάρχουν, επιβαρύνοντας την εξέλιξή μας με μία δυσβάσταχτη ποσότητα ανεπεξέργαστης ύλης και αποβλήτων, την οποία αν δεν μπορέσει να αφομοιώσει το ανθρώπινο γίγνεσθαι και να τη μετασχηματίσει μέσω του ποιητικού του παρόντος, το επίπεδό του θα υποχωρήσει υπό το βάρος της σε κατώτερα στάδια ανάπτυξης. Γι’ αυτό, ο πλούτος μόνο ως πλούσια παραγωγή ποιητικά επεξεργασμένων και ποιοτικά ξεκαθαρισμένων μορφών είναι καθαρός πλούτος, αλλιώς κρύβει μεγαλύτερη φτώχεια.


Ο καθαρός πλούτος, ως παραγωγή μιας καθαρής μορφής που δεν υπήρχε πριν, χρειάζεται την αυθόρμητη διάθεση του πλεονάσματος ενέργειας των ατόμων και την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών τους, διότι μόνο οι επιθυμίες, ως προβολές ενεργειακού πλεονάσματος, έχουν τη δύναμη να εξορύξουν τη βραχώδη σύσταση της πραγματικότητας και να βγάλουν τα πολύτιμα συστατικά με τα οποία θα συνθέσουν νέες μορφές, εμπλουτισμένες και πρωτοφανείς, πέρα από τις υπάρχουσες και προφανείς.

Οι επιθυμίες προβάλλουν φαντασιακά τις εικόνες αυτών που δεν έχουν γίνει ακόμη και θέλουν να γενούν. Έτσι, ανοίγουν δρόμο στις νέες μορφές και στον καθαρό πλούτο, που προσφέρει αντικειμενικά κάτι καινούργιο, αφού, αυτό που παράγουν δεν αποσπάται από ό,τι ήδη έχει πάρει μορφή ή από τη μετατροπή του, ούτε από την υφαρπαγή ή την ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Ο πλούτος με την καθαρή του έννοια είναι παράγων ευφορίας και σωστά οι άνθρωποι τον αποζητούν, όσο κι αν η έννοιά του νοθεύεται από εικόνες συσσώρευσης ποσοτήτων στα χέρια λίγων. Αυτό δεν είναι λόγος να εξυμνούμε τη φτώχεια, ούτε να μεμψιμοιρούμε παραιτούμενοι από το αίτημα του πλούτου.


Το ζητούμενο είναι το πολύ. Το λίγο δεν είναι ζητούμενο, είναι το δεδομένο από το οποίο ξεκινάμε. Ανεξάρτητα από το σημείο εκκίνησης του καθένα, αυτό που ζητάει αυτός είναι πάντα κάτι πιο πολύ, έστω κι αν αυτό είναι περισσότερο φαγητό σε περιοχές που πεινάνε, το οποίο μπορεί να φαίνεται σε εμάς λίγο, αλλά για αυτούς εκεί δεν είναι.

Όταν εμείς, που δεν έχουμε πρόβλημα πείνας, θέτουμε το πολύ μας σε θέματα φαγητού, τότε δεν κινούμαστε μεγιστοποιητικά, αλλά αντεστραμμένα πολυ-ελαχιστοποιητικά. Το ίδιο συμβαίνει όταν προκρίνουμε υλικές και ποσοτικές ανάγκες ως μέγιστο ζητούμενό μας, ενώ αποτελούν το ελάχιστο στις οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες μας. Έτσι, ο πλούτος αντιστρέφεται και από έννοια της αφθονίας σημαίνει ακόρεστη πείνα, η οποία μπορεί να στραφεί ενάντια σε αυτόν που δεν έχει πραγματικά να φάει και να του πάρει τα λίγα ψίχουλα που έχει.


δούναι και λαβείν
Η αντεστραμμένη έννοια του πλούτου έχει αποτέλεσμα την οργάνωση ενός κοινωνικο-οικονομικού συστήματος όπου κυριαρχεί το λαβείν και όχι το δούναι. Αυτό που τίθεται πρώτο σε κάθε συναλλαγή εντός αυτού του συστήματος είναι το τι έχει να πάρει κάποιος και όχι τι να προσφέρει. Η προσφορά θεωρείται κόστος που πρέπει να καλυφθεί εκ των προτέρων με κάποια ανταμοιβή, για να προσφέρει το άτομο αυτό που έχει να προσφέρει. Έτσι η διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου κατακρατείται προαπαιτώντας τη διάθεση του πλεονάσματος ενός άλλου προς αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν οδηγούμαστε από την καθαρή δική μας επιθυμία αλλά από την επιθυμία του άλλου, δηλαδή από την επιθυμία να μας επιθυμούνε. Αυτό υποδηλώνει ένα ναρκισσιστικό εγώ, καθόλου ερωτικό και δοτικό, ένα εγώ που κυριαρχεί σε καθεστώτα ατομισμού.

Η καθαρή επιθυμία, αυτή που συντελεί στην παραγωγή καθαρών μορφών και στον καθαρό πλούτο, ωθεί τα άτομα στην καθαρή διάθεση του πλεονάσματός τους, χωρίς να ξέρουν από πριν αν θα εισπράξουν κάτι ως ανταπόδοση. Το λαβείν δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα του απροϋπόθετου δούναι μας προς τον άλλον.


γόνιμες συναντήσεις

Το αποτέλεσμα τού δούναι μπορεί να είναι πλουσιοπάροχο, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από το αν ο αποδέχτης του ανταποκριθεί θετικά ή αρνητικά. Η τύχη της διάθεσης του πλεονάσματος κρίνεται από τις γόνιμες ή άγονες συναντήσεις στις οποίες θα δια-τεθεί. Εδώ, ο νους και η γνώση συμβουλεύουν το άτομο για την επιτυχέστερη διά-θεση του, χωρίς όμως να μπορούν να την εξασφαλίσουν.

Η μεγιστοποιητική κίνηση του ατόμου - με τη διάθεση του πλεονάσματός του στην κατεύθυνση της μέγιστης των επιθυμιών του - είναι πάντα μια κίνηση προς το άγνωστο, προς αυτό που δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά μπορεί να γεννηθεί από τη γόνιμη συνάντηση της επιθυμίας και του αποδέχτη της.


ο δρόμος της εξέλιξης
Η εξέλιξή μας εξαρτάται από το κατά πόσο θα τολμήσουμε το βήμα προς το άγνωστο, στο οποίο μας οδηγούν οι προβολές του πλεονάσματός μας. Αν δεν το τολμήσουμε θα μείνουμε στο ήδη γνωστό και απλά θα το αναπαράγουμε, ανακυκλώνοντας μαζί και το πρόβλημά του.

Αν το ήδη γνωστό δεν ήταν προβληματικό και η συνθήκη του ανθρώπου είχε εναρμονιστεί με τη φύση - τόσο τη δική του, όσο και τη περιβάλλουσα - τότε θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην αναπαραγωγή αυτού που είναι ήδη γνωστό και ισχύον, όμως η συνθήκη μας απέχει πολύ από κάτι τέτοιο.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην εξελικτική φάση του γίγνεσθαί μας, που μας ωθεί στο άγνωστο και είμαστε αναγκασμένοι να το τολμήσουμε, σύμφωνα με τις επιταγές Αυτού, όπως μας τις ενσωμάτωσε με φυσικό και εσωτερικό τρόπο (όχι επιβεβλημένα και εξωτερικά) μέσω των επιθυμιών, βάζοντας ταυτόχρονα το νου σαν σύμβουλό μας και τη ψυχή σαν οδηγό μας.

Το κατά πόσο κινούμαστε σύμφωνα ή όχι με τις ενσωματωμένες επιταγές Αυτού κρίνει και το σωστό ή το λάθος της κατεύθυνσής μας.