Wednesday, June 21, 2017

ΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: ο επιστημονικός και ο περί του ανθρώπου


Ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας ως προς το απόλυτο των αποφάνσεών του, καθώς δεν μπορεί να αποδείξει την ισχύ τους στον διηνεκή βαθμό τού Είναι. Η αναπόφευκτη σχετικότητα όσων αποφαίνεται, θα μπορούσε να υπονομεύσει κάθε προσπάθεια συστηματικής γνώσης του γίγνεσθαι. Βλέπουμε όμως τη γνώση να συσσωρεύεται και να εξελίσσεται σε πολλά πεδία, πατώντας πάνω σε κάποια δεδομένα.

Ο επιστημονικός λόγος που διερευνά την υλική διάσταση των πραγμάτων και τις μηχανικές σχέσεις τους, διασταυρώνει συνεχώς τις υποθέσεις του με την πραγματικότητα που εξετάζει (με πειράματα και μελέτες) για να αποδείξει την ισχύ τους. Εφόσον αποδεικνύει μια υπόθεσή του, αυτή γίνεται θέση, πάνω στην οποία θα πατήσει στη συνέχεια η γνώση του πάνω στο διερευνώμενο πεδίο, για να εξελιχθεί περαιτέρω.

Το γεγονός ότι όλα όσα λέει μπορεί να αποδειχθούν άκυρα μπρος στην αιωνιότητα του Είναι, δεν αναιρεί την «προσωρινή» ισχύ τους μέσα στα πλαίσια του γίγνεσθαι αυτού του κόσμου που ζούμε. Η ισχύς αυτή βελτιώνεται, φωτίζοντας περιοχές του κόσμου μας - είτε του μικρόκοσμου, είτε του μακρόκοσμου -, που ήταν μέχρι τώρα σκοτεινές. Έτσι έχει καταφέρει να διεισδύσει σε πολλά μυστήρια του γίγνεσθαι, έστω κι αν δεν μπορεί να λύσει το μυστήριο του Είναι. Ούτε όμως τον απασχολεί, αφού είναι εκτός του αντικειμένου του.

Ο επιστημονικός λόγος εξετάζει μετρήσιμα μεγέθη και μόνο, αφήνοντας εκτός οτιδήποτε είναι αμέτρητο.  Γι’ αυτό η διασταύρωση των υποθέσεών του με την πραγματικότητα είναι σχετικά εύκολη, αρκεί να μπορεί να εντοπίσει ό,τι υποθέτει, ακόμη και το παραμικρό, φτιάχνοντας όλο και πιο ισχυρά μηχανήματα. Οτιδήποτε δεν μπορεί να μετρηθεί δεν αναγνωρίζεται ως διαπιστωμένος επιστημονικός λόγος. Αυτή είναι η βασική καταστατική του συνθήκη που τον δεσμεύει και τον αναγκάζει να γίνει συγκεκριμένος. Τοιουτοτρόπως γίνεται και πρακτικός, δίνοντάς μας χειροπιαστές γνώσεις, που μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να καλυτερεύσουμε τις υλικές συνθήκες διαβίωσής μας.

Η ζωή μας, όμως, δεν έχει μόνο την πρακτική (μετρήσιμη, ποσοτική, υλική) διάσταση, που εξετάζει ο επιστημονικός λόγος. Οι άνθρωποι το ξέρουν αυτό και αναζητούν μια κάποια βεβαίωση της ζωής τους πέρα από την ποσοτική πρακτικότητα. Το πώς μπορούν να την αποκτήσουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας για την Αλήθεια, εξετάζεται «Όσο Πιο Απλά Γίνεται» στο σχετικό κείμενο στις συνόψεις φιλοσοφίας


Saturday, June 17, 2017

ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ – ΔΥΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΕΝΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Το Είναι και το Γίγνεσθαι

Είμαστε προϊόντα του συμπαντικού γίγνεσθαι. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν σύνθετη μορφή ζωής ενός πλανήτη και μπορεί να εξαφανιστούμε κάποια άλλη στιγμή, μαζί με αυτόν τον πλανήτη ή μόνοι μας. Σίγουρα μόνοι μας, αν μας δούμε κατ’ άτομο, όπου γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σαν μονάδες. Είτε, όμως, μας δούμε κατ’ άτομο είτε κατά είδος, δεν είμαστε παρά εμφανίσεις του Γίγνεσθαι, μέσα από το οποίο εκδηλώνεται το Είναι.

Το Είναι δεν θα ήταν εμφανές χωρίς το γίγνεσθαι των όντων, μέσω των οποίων αποκτά υπόσταση και εκδηλώνει την ύπαρξή του, ότι είναι κάτι.

Λέγοντας «Είναι» εννοούμε οτιδήποτε είναι κάτι, το Όλον των πραγμάτων, τον Κόσμο (ή Σύμπαν ή Άπαν), το Ον (που περιλαμβάνει κάθε ον, κάθε οντότητα). {Για να αναφερθούμε σε «Αυτό», χρησιμοποιούμε λέξεις που σημαίνουν ολότητα και ξεκινούν με κεφαλαίο, για να διακρίνονται από τις περιπτώσεις που σημαίνουν κάτι επιμέρους - λέμε «Ον» αντί «ον», «Είναι» αντί «είναι», «Αυτό» αντί «αυτό», κλπ.}

Το Είναι δεν είναι πεπερασμένο, δεν μετριέται ποσοτικά και δεν καταμερίζεται χρονικά. Καθώς περιλαμβάνει τα πάντα, είναι αμέτρητο και άχρονο, με την έννοια ότι είναι ο ίδιος ο Χρόνος και ο ίδιος ο Χώρος. Δεν περικλείεται στις διαστάσεις τους, οπότε να μπορεί να υπολογιστεί, αλλά ταυτίζεται με αυτές.

Εμείς, από την άλλη, είμαστε πεπερασμένοι. Το ίδιο είναι και κάθε τι, κάθε οντότητα. Εμείς, όπως και κάθε τι που υπάρχει, είμαστε προϊόντα του συμπαντικού γίγνεσθαι του Είναι, καθώς γίναμε αφού Αυτό πρωτοεκδηλώθηκε ως Κόσμος. (Ακόμη και να μην έχουμε μια συγκεκριμένη αρχή του Κόσμου, αλλά μια αέναη επανάληψη τού Είναι μέσα από αλλεπάλληλα σύμπαντα, εμείς και κάθε τι σε αυτό το σύμπαν που ανήκουμε, εμφανιστήκαμε μετά την παρουσία του, άρα είμαστε γεννήματά του.)

Λέγοντας «Γίγνεσθαι» εννοούμε την αλληλουχία των μορφών που παίρνει το Είναι μέσα στο χώρο και το χρόνο. Οι μορφές γεννιούνται, εξελίσσονται και πεθαίνουν εν τω Γίγνεσθαι Αυτού, το οποίο «Αυτό» μένει αναλλοίωτο και άχρονο (διαχρονικό/ αιώνιο/ αέναο), ενώ όλα αλλάζουν.

Οι μορφές εμφανίζονται στο χώρο και εξελίσσονται στο χρόνο, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα το χώρο και το χρόνο, αφού αυτό που καταλαμβάνουν απαρτίζει το χώρο και η τροποποίησή τους νοηματοδοτεί το χρόνο. Ο χρόνος υπάρχει επειδή τα πράγματα αλλάζουν και ο χώρος επειδή υπάρχουν.

Το Γίγνεσθαι δεν είναι διαφορετικό από το Είναι. Δεν συνιστά μια άλλη πραγματικότητα. Το 
γίγνεσθαι είναι τρόπος, δεν είναι οντότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το Είναι εκδηλώνεται στο χώρο και στο χρόνο μέσω των μορφών που παίρνει με το Γίγνεσθαί του.


Ο λόγος του λόγου: ο Λόγος

Ο τρόπος με τον οποίο οι μορφές εμφανίζονται και εξαφανίζονται εν τω Γίγνεσθαι Αυτού φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, οι οποίοι προκαλούν την εμφάνισή τους (γέννηση), ρυθμίζουν την εξέλιξή τους, φροντίζουν την αλληλουχία τους και αποφασίζουν το όποιο πέρας τους (θάνατος).

Το γιατί υπάρχουν κανόνες και για ποιο λόγο το Γίγνεσθαι ακολουθεί αυτόν το τρόπο κι όχι έναν άλλο, μας είναι άγνωστο. Μπορούμε να μάθουμε αρκετά καλά τους κανόνες του Γίγνεσθαι μελετώντας τον κόσμο γύρω μας και εμάς τους ίδιους, όπως και να καταλάβουμε κάποιες γενικές αρχές των κανόνων, αλλά είναι αδύνατον να υπεισέλθουμε στο λόγο που αυτοί υπάρχουν και σε τι εξυπηρετούν. Θα ήταν σαν να θέλουμε να μαντέψουμε τις προθέσεις του Είναι, κάτι το οποίο είναι λογικά αδύνατον.
Πρώτον, γιατί είναι αδύνατον να έχει προθέσεις το Είναι και να αποσκοπεί σε κάτι άλλο πέρα από το να Είναι, διότι τότε θα ήταν κάτι άλλο από το να «είναι» και να του αρκεί. Το Είναι σημαίνει την απόλυτη ταυτότητα, είναι το Απόλυτο Ταυτό, το Εν. Δεν αποσκοπεί να γίνει κάτι άλλο για να ολοκληρωθεί, καθώς απαρτίζει το Όλον. Δεν απευθύνεται σε κάτι έτερον αυτού, γιατί τότε δεν θα ήταν Ταυτό. Εξ ορισμού, λοιπόν, είναι αδύνατον να έχει οποιαδήποτε πρόθεση, καθώς είναι η απόλυτη Θέση ή η θέση του Απόλυτου.
Δεύτερον, διότι και να είχε κάποια πρόθεση (που αποκλείεται «από θέση» να έχει), είναι αδύνατο για εμάς να τη μάθουμε. Θα έπρεπε να προηγηθούμε του Είναι ή να διαρκέσουμε περισσότερο από αυτό, για να διαπιστώσουμε πού αποσκοπεί, αν αποσκοπεί κάπου. Κάτι τέτοιο φυσικά αποκλείεται. Παρόλα αυτά, θέλουμε να μάθουμε το λόγο που όλα αυτά γίνονται, έτσι όπως γίνονται.

Η ανθρώπινη νόηση αναζητά, εκ φύσεως, την αιτία των πραγμάτων κι έχει καταφέρει να αποκωδικοποιήσει πολλά μυστήρια της φύσης και του σύμπαντος, οπότε είναι φυσικό να θέλει να βρει και τον απώτατο λόγο ή ύστατο σκοπό όλων αυτών που βλέπει γύρω της. Ειδικά, όταν παρατηρώντας τον τρόπο που αρθρώνονται τα στοιχεία της φύσης, διακρίνει μια σοφία στο σχεδιασμό του γίγνεσθαι της: σαν να υπάρχει μια ασύλληπτη νόηση, η οποία τα έχει κάνει όλα τόσο σοφά, που εμείς πρέπει να έρθουμε σε επαφή μαζί της, για να συλλάβουμε το σχέδιό της. Όμως για να το συλλάβουμε, θα πρέπει να βρούμε τις προθέσεις του Είναι, το οποίο είναι αδύνατο.

Μπορούμε να κάνουμε βέβαια υποθέσεις για το σχέδιο του Είναι, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, το οποίο δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το διαπιστώσουμε. Καμία υπόθεσή μας περί αυτού δεν μπορεί να αρθεί σε θέση, συλλαμβάνοντας τις προθέσεις του Είναι. Από την άλλη, δεν γίνεται να μην κάνουμε υποθέσεις, αφού οι κανόνες που παρατηρούμε υπαινίσσονται κάποιο σχέδιο, το οποίο προκαλεί τη σκέψη μας να το ανακαλύψει, καθώς είναι φτιαγμένη έτσι ώστε να αναζητεί τον λόγο των πραγμάτων, αναμετρούμενη με το αδιανόητο.

Ο λόγος που γίνονται όλα, άρα και ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος {με το λάμδα διπλασιασμένο σε κεφαλαίο}, είναι απροσπέλαστος από εμάς, διότι σε αυτόν οφείλεται η νόησή  μας. Δεν μπορούμε να πάμε πριν ή μετά από αυτόν, για να διανοηθούμε την απώτατη αιτία που σκεφτόμαστε. Ούτε όμως να παύσουμε να διανοούμαστε την απώτατη Αιτία και ύστατο Λόγο τού Γίγνεσθαι (άρα και της νόησής μας), αφού δεν μπορούμε, εκ των πραγμάτων, να απαγορεύσουμε στη σκέψη μας να αναζητά το απόλυτο (και αδιανόητο), μιας και είναι φτιαγμένη να τείνει προς Αυτό, σαν να θέλει να επιτρέψει στην πηγή της.


Η νόηση του αδιανότητου

Καθώς η σκέψη μας είναι ανεπαρκής να συλλάβει το Είναι, στο οποίο, όμως, τείνει εκ φύσεως, προκύπτει το ερώτημα πώς καλύπτεται αυτή η διαφορά.
Από τη μία έχουμε την αδιανόητη από εμάς κατάσταση του Είναι, με όλα τα συμφραζόμενά της – Απόλυτο, Άπαν, Εν, Ον, Λόγος, Απώτατο, Ύστατο, Τέλος, Αρχή, Άπειρο, Αέναο, Όλον, Σύμπαν,   Κόσμος, κλπ..-, όλα με κεφαλαίο αρχικό.
Από την άλλη έχουμε τη «μικρή» μας σκέψη, που υποθέτει όλα αυτά τα κεφαλαιώδη χωρίς να μπορεί να τα συλλάβει. Είναι σαν να ονομάζει κάτι ανύπαρκτο, αφού είναι αδύνατον να τα εντοπίσει και να τα συγκεκριμενοποιήσει, καθώς αυτά είναι ο ίδιος ο Τόπος (η απόλυτη Θέση). Παρόλα αυτά αναφέρεται σε αυτά επινοώντας έννοιες και λέξεις που να ταιριάζουν νοηματικά, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς το περιεχόμενο του νοήματός τους.

Θα μπορούσαν αυτές οι αφηρημένες λέξεις να κηρυχθούν άκυρες και να αποκλειστούν από το νοήμονα διάλογο, ως παντελώς ανόητες και ανυπόστατες, αφού στερούνται περιεχομένου. Όμως ούτε αυτό μπορεί να αποδειχθεί. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει το ανυπόστατο στο οποίο αναφέρονται, ούτε βέβαια την υπόστασή του. Θα έπρεπε να είναι αθάνατος και να μην έχει γεννηθεί ποτέ, να ξεπερνάει, δηλαδή, τον ίδιο τον χρόνο, για να το καταφέρει.

Ακριβώς επειδή είναι θνητός και το ξέρει, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο της ύπαρξης του, που έρχεται και φεύγει, σαν να κάνει ένα πέρασμα από τη σκηνή του Κόσμου, για να παίξει σε ένα έργο του οποίου τον σκοπό αγνοεί. Θα μπορούσε να θεωρήσει ότι όλα αρχίζουν από τη στιγμή που γεννιέται ο ίδιος και τελειώνουν όταν πεθαίνει, οπότε να αδιαφορήσει για την υπόθεση του έργου και να κοιτάξει μόνο το «κομμάτι» του. Ξέρει, όμως, ότι ο Κόσμος δεν αρχίζει και τελειώνει με αυτόν, βλέπει τα σκηνικά γύρω του, τους παίχτες που φεύγουν πριν από αυτόν και αυτούς που έρχονται μετά, το παιχνίδι που γίνεται στη σκηνή. Γιατί, όμως, να ασχοληθεί με αφηρημένα νοήματα περί Είναι (ψάχνοντας την υπόθεση του έργου) και να μην παίξει έξυπνα το ρόλο του, αξιοποιώντας τις γνώσεις του από το σκηνικό γίγνεσθαι, για να βγει κερδισμένος από αυτό; Κερδισμένος όμως σε τι, αφού θα πεθάνει; Το ίδιο και τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του, όπως και κάθε τι, αφού όλα έρχονται και φεύγουν, σαν κάποιος αόρατος σκηνοθέτης να τα φέρνει στη σκηνή, πριν χαθούν ξανά στο σκοτάδι.
Η συνείδηση του θανάτου του κάνει τον άνθρωπο να αναρωτηθεί για κάτι πέρα από αυτόν τον ίδιο, πέρα από αυτά που ξέρει και αυτά που μπορεί να μάθει όσο ζει: να αναρωτηθεί για Αυτό, που δεν θα μπορέσει να μάθει ποτέ.

Φαίνεται σαν ο άνθρωπος να είναι εγκλωβισμένος σε ένα άλυτο δίλημμα και έναν εκ πρώτης όψεως δυισμό ανάμεσα στη φυσική και στη μεταφυσική του ανάγκη, όπου από τη μια φροντίζει για τη ζωή του και όσα μπορεί να μάθει από αυτήν, ενώ, από την άλλη νοιάζεται για Αυτό που υπάρχει πέρα από αυτήν, το οποίο δεν θα μπορέσει να μάθει ποτέ. Αυτός ο δυισμός, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να γεφυρώνεται, αλλιώς θα ζούσαμε διχασμένοι, μέσα σε μια ανυπέρβλητη λογική αντίφαση.

Η λογική αντίφαση, όμως, προκύπτει από την ίδια τη νόησή μας, καθώς αυτή αναζητά το απώτατο αίτιο του γίγνεσθαι. Κανονικά, η λογική, φτάνοντας στο ύστατό σημείο της, θα έπρεπε να σταματάει, αφού από εκεί και πέρα αγγίζει το αδιανόητο και παντελώς αναπόδεικτο. Αυτό το σημείο σηματοδοτεί το τέλος της λογικής μας δυνατότητας και όμως εμείς επιμένουμε να το διανοούμαστε, κάνοντας ένα βήμα πέραν της λογικής, που μοιάζει με βήμα στο κενό.

Εφόσον η νόησή μας, μας ωθεί στο αδιανόητο, θα πρέπει να έχει και τα μέσα να το κάνει. Οι έννοιες του απόλυτου, με τις οποίες αναφερόμαστε στο Είναι, όπως Όλον, Άπαν, Ον, Εν, κλπ, είναι τα μέσα της νόησής μας, καθώς αυτή προσπαθεί να συλλάβει το αδιανόητο. Καθώς προκύπτουν αβίαστα, από την ίδια τη νόηση, δεν μπορούμε να τα αποκλείσουμε μόνο και μόνο επειδή προεξέχουν από τη «στενή λογική» μας. Η λογική μπορεί να τα απορρίπτει, σαν αυθαίρετες νοητικές κατασκευές χωρίς αντίκρισμα στα πράγματα (καθώς τα κεφαλοποιούν στο αδιανόητο Όλο τους, μιλώντας για το Λόγο τού Είναι). ‘Όμως, εμείς για κάποιο απροσδιόριστο λόγο τα σκεφτόμαστε, άρα, πώς γεφυρώνεται το χάσμα (ή αντίθεση ή αντίφαση) ανάμεσα στον εντελώς αφηρημένο λόγο περί του Είναι και τον συγκεκριμένο λόγο της λογικής;

Τη λύση τη δίνει η νόηση που γεφυρώνει την αντίφαση με την παραγωγή ενός ενδιάμεσου λόγου, που δεν είναι ακριβώς συγκεκριμένος, ούτε ανύπαρκτος. Είναι μεν αφηρημένος και υποθετικός, αλλά είναι υπαρκτός, από την άποψη ότι έχει λέξεις που μας λένε κάτι, αν και δεν ξέρουμε ακριβώς τι λένε. Ένας λόγος που αναμφίβολα υπάρχει, αφού τον χρησιμοποιούμε, αλλά δεν ξέρουμε γιατί υπάρχει, καθώς αναφέρεται στον Λόγο για τον οποίο όλα υπάρχουν, άρα κι αυτός.


Υποθετικός λόγος περί του Είναι. Θετικός λόγος περί του Γίγνεσθαι

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον υποθετικό λόγο των αφηρημένων εννοιών (που δεν επαληθεύονται από τα πράγματα) και στον θετικό λόγο των επιστημών (που επαληθεύονται από τα πράγματα) είναι ότι ο μεν υποθετικός αναφέρεται στο Είναι και ο δε θετικός στο Γίγνεσθαι.
Ο υποθετικός λόγος αναφέρεται στο πέραν των πραγμάτων αυτών καθαυτών, μιλάει για το ανάμεσα τους, για το πριν και στο μετά τους, το τώρα και το άπαν τους, για αυτό που τα συμπεριλαμβάνει όλα και τα γενικεύει στο κεφαλαίο Είναι τους.
Ο θετικός λόγος μιλάει για τα πράγματα καθαυτά και τις υφιστάμενες σχέσεις τους, από τη στιγμή που αυτά εμφανίζονται ως μορφές του Είναι με το γίγνεσθαί του. Μελετάει επίσης γενικούς κανόνες του γίγνεσθαι, τους οποίους μπορεί να διαπιστώσει μέσα στα συγκεκριμένα πλαίσια του, χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει την απόλυτη ισχύ τους, αφού δεν μπορεί να βγει από αυτά τα πλαίσια και να μιλήσει «θετικά» για τα πάντα.

Ο θετικός λόγος μπορεί να προσδιορίσει επιβεβαιώσιμους κανόνες και να κάνει επιτυχείς διαγνώσεις και ασφαλείς προβλέψεις μέσα σε ορισμένα χωρο-χρονικά πλαίσια, φτάνοντας ακόμη και στη διάγνωση της μορφής του σύμπαντος κλάσματα του δευτερολέπτου πριν από το σημείο μηδέν της εμφάνισής του, όμως δεν μπορεί να προσπελάσει τη «μηδενική στιγμή» - αν υπάρχει τέτοια - από την οποία και μετά γεννήθηκε το σύμπαν. Έτσι, είναι προσδιορισμένος χρονικά (και χωρικά) καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χρόνο (και το χώρο) για να έχει εποπτεία του Όλου, οπότε, οι αποφάνσεις του είναι σχετικές και δεν μπορούν να επικαλεστούν την απόλυτη Αλήθεια (με το άλφα κεφαλαίο).
Επιπλέον, ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο, καθώς βελτιώνει την όποια αλήθεια του, μελετώντας όλο και περισσότερο το γίγνεσθαι. Η εξέλιξή του βασίζεται σε μια συσσώρευση γνώσης, που μεταδίδεται και επεκτείνεται από διάφορες σχολές του θετικού λόγου.

Ο υποθετικός λόγος είναι ανεξάρτητος από χωρο-χρονικούς προσδιορισμούς (καθώς αναφέρεται στο άπαν) και δεν προαπαιτεί σπουδές πάνω στο γίγνεσθαι (αφού αναφέρεται στο πανταχού παρόν Είναι). Από αυτή την άποψη, είναι κτήμα του καθένα που θα σηκώσει το κεφάλι του στον ουρανό και θα αναρωτηθεί για το άπειρο σύμπαν, χωρίς να μπορεί να βγάλει κανένα θετικό συμπέρασμα.

Από τη διαφορετική σχέση τους με τον χρόνο προκύπτει ότι ο θετικός λόγος είναι προσωρινά αληθής, αλλά όχι οριστικά, ενώ, ο υποθετικός μιλάει για μια αιώνια Αλήθεια, που δεν μπορεί να ορίσει. Η σχέση μεταξύ τους θα μπορούσε να είναι συμπληρωματική, με τον θετικό λόγο να διερευνά ό,τι μπορούμε να μάθουμε από το Γίγνεσθαι και τον υποθετικό να καλύπτει το κενό που πάντα θα μας χωρίζει από τον ορισμό του Είναι.