Wednesday, January 6, 2010

Αναφορά σε "Αυτό"


Οι βασικές αρχές στις οποίες αναφερόμαστε σήμερα για να υποστηρίξουμε τις πράξεις μας ως σωστές, ανήκουν χονδρικά σε δύο κατηγορίες, αμφότερες αμφισβητήσιμες.

Από τη μια έχουμε τις αρχές που έχουν μυθολογική καταγωγή και παρουσιάζονται σαν εντολές ενός ανώτερου όντος (ή πολλών ανώτερων όντων) και δεν πείθουν πλέον παρά μόνον όσους χρειάζονται την υποστήριξη κάποιας θρησκείας.

Από την άλλη έχουμε αυτές που θέτουν τον άνθρωπο στο κέντρο και τον καλούν να αυτοδιαχειριστεί τις υποθέσεις του, υιοθετώντας κάποιες αρχές κοινής αποδοχής, οι οποίες έχουν αποδειχθεί επίσης προβληματικές.

Το πρόβλημα σε αυτές τις δεύτερες (στις οποίες βασίζεται κατεξοχήν ο «δυτικός κόσμος») βρίσκεται στην αυτοαναφορικότητά τους. Το προβληματικό σημείο της αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στην αυθαιρεσία των αποφάνσεών της και στην αδυναμία στήριξής τους σε κάτι άλλο από το εγώ μας, δηλαδή στον υποκειμενισμό της.

Το ερώτημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να βρούμε το σωστό συνομιλώντας μόνο μεταξύ μας (για να καταλήξουμε σε αρχές κοινής αποδοχής), χωρίς να αναφερόμαστε σε "αυτό" που μας ξεπερνά και μας καθορίζει ως ο λόγος της ύπαρξής μας. Εκτός αν νομίζουμε ότι είμαστε αυθύπαρκτοι και αυτοκαθοριζόμενοι, έχοντας δυνατότητα να γεννάμε εμείς τον εαυτό μας από το μηδέν και να υπάρχουν ανεξάρτητα από το Όλον.

Εφόσον όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και δεν είμαστε παρά μέρος του συμπαντικού γίγνεσθαι, θα πρέπει η όποια νομοθεσία μας να έχει ως αναφορά τους νόμους «αυτού», για να είναι κατά προσέγγιση ορθή, καθώς "αυτό" διέπει τα πάντα.

Παρόλο που το Άπαν φαντάζει ασύλληπτο για την πεπερασμένη νόησή μας, η μελέτη των φαινομένων του μπορεί να αποκαλύψει πτυχές του, οι οποίες να υποδεικνύουν έμμεσα στο σωστό των αποφάνσεών μας, στο βαθμό που αυτές στηρίζονται στους διαφαινόμενους κανόνες του συμπαντικού γίγνεσθαι ή όχι.

Ως εκ τούτου, είναι κρίσιμο να μην απαρνηθούμε τις κατακτήσεις της δυτικής σκέψης, αλλά να πάμε ένα βήμα παρά πέρα, προς τα εκεί που η ίδια μας η σκέψη μάς οδηγάει, στη νόηση του Όλου και στο ερώτημα της σχέσης μας με Αυτό.

Ας ξεπεράσουμε, λοιπόν, την παλιά διαμάχη ανάμεσα στο «δεν υπάρχει Θεός» και στο «υπάρχει» προσωποποιημένος (ως Χριστός ή Μωάμεθ ή άλλες θεοποιημένες μορφές), και ας αποδεχτούμε το προφανές ότι ναι υπάρχει κάτι πέρα από εμάς, κάτι που μας εμπεριέχει, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι, ούτε πώς να το πούμε, αφού είναι πέρα από τις δυνατότητες του λόγου μας, όντας ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος. Το μόνο που μπορούμε είναι να Το υπαινιχτούμε με μια λέξη όσο γίνεται πιο ουδέτερη και αποχρωματισμένη από θρησκευτικές εικονοποιήσεις, όπως για παράδειγμα η λέξη «Αυτό».

Η ερωτηματική αναφορά μας σε Αυτό μπορεί να απεγκλωβίσει την ανθρώπινη νόηση από αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και να βγάλει τη φιλοσοφία από την παρατεταμένη ενδοσκόπηση στην οποία έχει περιέλθει, φοβούμενη μήπως κατηγορηθεί για μεγαλόστομες αφηγήσεις, αν τυχόν αναφερθεί σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό της.

Αναφερόμενοι ερωτηματικά και ταυτόχρονα σταθερά σε Αυτό προσανατολίζουμε τη σκέψη μας στην Αλήθεια, συνδέουμε το μέρος μας με το Όλον, τείνουμε τη νόησή μας στη Σοφία, φιλο-σοφούμε με όλη τη σημασία της λέξης.

Φιλοσοφώντας μπορούμε να διαγνώσουμε κάποιες γενικές αρχές, ανάλογες με αυτές που διέπουν το γίγνεσθαι και καθορίζουν την εξέλιξή μας, για να τις υιοθετήσουμε ως τις πλέον σωστές και να νομοθετήσουμε ανάλογα τα καθ’ ημάς μας.

ο δρόμος της εξέλιξής μας


η διάθεση του πλεονάσματος

Οτιδήποτε υπάρχει αποτελεί ένα πλεόνασμα - πλεόνασμα της ύπαρξης έναντι της ανυπαρξίας, (ή του Είναι έναντι του μη-Είναι, της δημιουργίας έναντι της καταστροφής, της ζωής έναντι του θανάτου). Αυτό ακριβώς το πλεόνασμα δίνει τη δυνατότητα σε κάτι να είναι κάτι και όχι τίποτε. Το σύνολο του υπάρχοντος πλεονάσματος είναι ο κόσμος που ζούμε. Όσο ζούμε είμαστε μια μορφή του πλεονάζοντος κόσμου, και όταν πεθαίνουμε είμαστε τίποτε, αφού ό,τι υπάρχει δεν είναι παρά πλεόνασμα.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το μηδέν και το μη-Είναι παίζουν κάποιο ρόλο στο Όλον, αν εμπεριέχονται σε Αυτό ή αν Αυτό δεν είναι παρά το αέναο Είναι, που αναγεννάται μέσα από διαδοχικές μορφές της ύπαρξης, «παίζοντας» με αυτές. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι όσο ζούμε είμαστε κάτι, που σημαίνει ότι έχουμε κάποια υπόσταση ή, αλλιώς, ότι η θέση της ύπαρξής μας σε αυτόν τον κόσμο υπερέχει της άρσης της στην ανυπαρξία. Η υπεροχή της θέσης έναντι της άρσης (όπως και του θετικού έναντι του αρνητικού) συνιστά το πλεόνασμα που μας δίνει υπόσταση.

Αυτό το πλεόνασμα, τη στιγμή ακριβώς που μας δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουμε ως κάτι ξεχωριστό, μας ωθεί και να διαθέσουμε την ξεχωριστή ύπαρξή μας στο γίγνεσθαι ενωνόμενοι με άλλες υπάρξεις για να παραχθούν νέες μορφές μέσα από την ένωσή μας, οι οποίες θα αναπαράγουν το υφιστάμενο πλεόνασμα και μετά τον δικό μας χαμό.

Η ώθηση της ένωσής μας με κάτι άλλο από εμάς και η κίνησή μας προς αυτό προέρχονται από το πλεόνασμα που περισσεύει από όσο διατίθεται για τη συντήρηση μας. Το εν λόγω περίσσευμα μάς κατευθύνει σε ένα άλλο σώμα ή σε κάτι άλλο, με το οποίο ενωνόμενοι θα συμβάλουμε στην παραγωγή μιας νέας υπόστασης. Η νέα υπόσταση, έχοντας παραλάβει από εμάς το πλεόνασμα που διαθέσαμε για την παραγωγή της ενωνόμενοι, θα το πάει παραπέρα, συμβάλλοντας με τον τρόπο της στην αναπαραγωγική συνέχεια του πλεονάσματος.

Το γίγνεσθαι κινείται τριαδικά, αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο. Το κάθε ένα είναι κάτι τρίτο ως προς τα δύο που το γέννησαν με την ένωσή τους. Ως τρίτο είναι ένας περιττός αριθμός, ένα περίσσευμα, που δυσφορώντας με την περιττότητά του αναζητεί την ολοκλήρωσή του σε άρτιο αθροιζόμενο με έναν άλλο περιττό αριθμό σε δύο. Το δύο της ένωσής τους θα γεννήσει κάτι τρίτο, που όταν ενηλικιωθεί και αισθανθεί μονάδα θα ενωθεί με ένα άλλο τρίτο και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ο τρόπος που γίνεται ο κόσμος, όπως μπορούμε να το αντιληφθούμε στη γύρω μας φύση, στην οποία ανήκουμε.

Αν και η φυσική κυκλοφορία του πλεονάσματος τείνει σε κυκλικότητα, με το γήινο οικοσύστημα να έχει συστηματοποιήσει τις ανταλλαγές πλεονάσματος των στοιχείων του κατά τρόπο γενικά άρτιο, έτσι που το πάρε δώσε ανάμεσά τους να μην παρουσιάζει κενά, το πλεόνασμα του ανθρώπου παρουσιάζει κάποια προβλήματα.


το πλεόνασμα του ανθρώπου

Ο άνθρωπος είναι εμπλουτισμένος με δυνατότητες που τον διαφοροποιούν ριζικά από τα άλλα όντα της φύσης και του παρέχουν τέτοια υπερβάλλουσα δύναμη σε σχέση με αυτά που είναι αδύνατον να την ανταλλάξει μαζί τους στο άρτιο, χωρίς να του περισσεύει κάτι. Αυτό το «μεταφυσικό» του περίσσευμα, ήτοι αυτό που περισσεύει από τη σχέση του με τη φύση, μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μπορεί να γίνει θρησκεία ή φιλοσοφία, επιστήμη ή τέχνη, να προκαλέσει αλλαγές στα κοινωνικά του συστήματα, να διατεθεί για την περαιτέρω εξέλιξή του και να τον προάγει ως άνθρωπο. Μπορεί, όμως, να αναλωθεί και σε καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά έργα, όταν δεν βρίσκει τρόπο για τη σωστή του διάθεση, διότι από τη στιγμή που υπάρχει, κάτι πρέπει να γίνει με αυτό, και κάτι σίγουρα θα γίνει, καλό ή κακό.


τρόποι διάθεσης του ανθρώπινου πλεονάσματος

Η σωστή διάθεση του πλεονάσματος εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται το σωστό κάθε φορά ο άνθρωπος και αυτό έχει να κάνει με την αναφορά του σε Αυτό, αν είναι : α) εξωτερική, β) εσωτερική ή γ) ανύπαρκτη.

α) Αν αναφέρεται σε Αυτό ως ένα ανώτερο ον, έξω από τον κόσμο, που τον κατευθύνει με κάποια εντάλματα, αντιλαμβάνεται το σωστό ως μια σειρά εξωτερικών εντολών που κατέχουν οι εκλεκτοί τού ανώτερου όντος, σύμφωνα με τις οποίες εντολές πρέπει να διαθέσει το πλεόνασμά του ή ακόμη και να το απαρνηθεί.

Στην πραγματικότητα, με αυτόν τον τρόπο, διαθέτει το πλεόνασμά του στην ανέγερση ναών της δύναμης, που ως ένα βαθμό κατάφεραν να τον ανυψώσουν από το πρωτόγονο επίπεδό του, αλλά στη συνέχεια αποτέλεσαν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξή του με τη σκοταδιστική δεσποτεία που ασκούσαν πάνω του, και ασκούν μέχρι σήμερα, όπου ισχύουν ακόμη δεσποτικά καθεστώτα.


β) Αν αναφέρεται σε Αυτό σαν το Όλον μέρος του οποίου είναι κι αυτός, άρα μετέχει και ο ίδιος του Είναι και συμμετέχει στο γίγνεσθαι έχοντας μια εσωτερική σχέση μαζί του (γι’ αυτό, δεν μπορεί να το δει από έξω και να διαβάσει τις εντολές του, παρά να αναρωτιέται για αυτές), τότε προσπαθεί να διαγνώσει το σωστό μέσα από τις ίδιες τις δυνάμεις τού γίγνεσθαι που τον ωθούν να διαθέσει το πλεόνασμά του έτσι όπως τον ωθούν με τη μορφή των επιθυμιών.

Οι επιθυμίες είναι προβολές του πλεονάσματος που εικονοποιούν φαντασιακά τον στόχο της διάθεσής του. Ωθούν το άτομο να διαθέσει το πλεόνασμά του στην κατεύθυνση της ένωσής του με κάτι άλλο, το οποίο προβάλλεται στη φαντασία του ως ποθητό. Αν η ένωση του ατόμου με αυτό που ποθεί καρποφορήσει θα παράγει κάτι τρίτο, συμμετέχοντας δημιουργικά στο γίγνεσθαι. Η ευφορία του γίγνεσθαι είναι η ανταμοιβή που εισπράττει το άτομο από τη σύμφωνη με τις επιθυμίες του παραγωγική διάθεση τού πλεονάσματός του.


γ) Αν ο άνθρωπος αρνείται οποιαδήποτε αναφορά σε Αυτό και θεωρεί τον εαυτό του ικανό κριτή του σωστού θέτοντας το εγώ του υπεράνω όλων, τότε η διάθεση του πλεονάσματος προς τον άλλο αναστέλλεται, διότι ο άλλος (ή το άλλο) δεν αναγνωρίζεται ως κρίσιμος για το εγώ, παρά μόνο ως χρήσιμος για αυτό. Έτσι ο άλλος (ή το άλλο) μπορεί να θεωρηθεί ως ένα απλό εξάρτημα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ενισχύσει την πανοπλία τού κυριαρχικού εγώ του.

Σε αυτήν την περίπτωση, η επιθυμία δεν παίζει το ρόλο προπομπού γόνιμων συναντήσεων, αλλά επιδρομέα. Δεν εκλαμβάνεται σαν ώθηση ένωσης, αλλά ιδιοποίησης. Αυτό που κυριαρχεί τότε είναι το λαβείν και όχι του δούναι. Σε μια τέτοια γενικευμένη αίσθηση αρπακτικότητας, ο καθένας προσπαθεί να προστατευτεί κατακρατώντας το πλεόνασμά του. Η συνεπαγόμενη αδιαθεσία του πλεονάσματος προκαλεί στα άτομα δυσφορία λόγω της απόκλισής τους από τη φορά του γίγνεσθαι (δυς-φορά) και της απομάκρυνσής τους από την ευφορική γονιμότητά του.


δυσφορία και ευφορία
Η ευφορία και η δυσφορία είναι το βασικό συναισθηματικό δίπολο με το οποίο μας κατευθύνει η ψυχή ως οδηγός ενότητας.

Η ψυχή είναι η πεμπτουσία της ενότητάς μας, της ενότητας των μερών μας σε ένα ζωντανό όλον, το οποίο αποσυντίθεται και πεθαίνει όταν αυτή η ενότητα χάνεται και η ψυχή φεύγει. Όντας ενότητα καθεαυτή, η ψυχή μάς συναρτά με τη φορά του γίγνεσθαι που μας γέννησε και που μας δίνει είτε την ευφορία της γονιμότητας - όταν τη φέρουμε καλώς, «ευ» - είτε τη δυσφορία της περιττότητας, - όταν τη φέρουμε κακώς, «δυς». Έτσι, η ψυχή μάς δίνει σήματα προς τα πού να πάμε.

Η ψυχή, ως οδηγός ενότητας, δεν μας επιτάσσει μια αδιαφοροποίητη ενότητα, αλλά μας οδηγεί επίσης να διαφοροποιηθούμε από ό,τι μας προκαλεί δυσφορία, για να ενωθούμε στη συνέχεια με αυτό που επιθυμούμε, βιώνοντας στην πράξη την ευφορία που η επιθυμία για αυτό μάς υποσχέθηκε φαντασιακά.


ενότητα και διαφορά
Η κίνηση της διαφοροποίησης, καθοδηγούμενη από τη ψυχή, δεν έχει σκοπό την οριστικοποίηση της διαφοράς και την πλήρη αποσύνθεση, άρα τον θάνατο, αλλά μια νέα σύνθεση, που θα εμπλουτίσει το γίγνεσθαι, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την υπεροχή της ενότητας και της ζωής έναντι του χωρισμού και του θανάτου.

Στον κόσμο που ζούμε η ενότητα υπερέχει της διαφοράς διότι αυτή του δίνει υπόσταση συνέχοντας τα στοιχεία του, που αλλιώς θα εξανεμίζονταν αποφορτίζοντας το πλεόνασμα της στοιχειώδους υπόστασής τους στο κενό και στο τίποτε. Η ενότητα τα συνέχει επιτρέποντάς τα να ανταλλάξουν το πλεόνασμά τους τόσο για να διατηρηθούν όσο και για να παράξουν νέες μορφές μέσα από τους συνδυασμούς τους.

Η κίνηση της διαφοροποίησης επιτρέπει νέους συνδυασμούς που θα εμπλουτίσουν το γίγνεσθαι με τις νέες ενώσεις στις οποίες οδηγεί. Η ένωση είναι αυτή που καθοδηγεί κάθε διαφοροποίηση, διότι μόνο μέσω αυτής παράγεται το διαφορετικό, ενώ ο χωρισμός δεν μπορεί να παράγει τίποτε. Μπορεί η διαφορά να είναι απαραίτητη προϋπόθεση των μορφών, αλλά η διαφοροποίηση από μόνη της είναι άγονη, αν δεν κατευθύνεται από την ορμή της ενότητας.


Το ίδιο και η ανάλυση, όσο χρήσιμη και αν είναι, δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τη σύνθεση, ούτε βέβαια να την υποκαταστήσει. Η σύνθεση ξεπερνάει κάθε ανάλυση ως προς το ότι είναι φορέας ενότητας και μεταφορέας ενός πλεονάσματος που είναι αδύνατον να αναλυθεί και να αναχθεί σε κάτι πριν από αυτό, διότι αυτό το πλεόνασμα είμαστε εμείς (ως μορφή του πλεονάζοντος κόσμου) και πριν από αυτό δεν υπάρχει τίποτε (ή αν υπάρχει δεν είναι του δικού μας κόσμου και είναι αδύνατον να το διανοηθούμε, εφόσον υπάρχουμε σαν μορφή αυτού εδώ του κόσμου που ζούμε).

Η αναλυτική υπερβολή (όπως και η υπερβολική κριτική) μπορεί να οδηγήσει μόνο στην αποσύνθεση. Αυτό που γεννά τα πράγματα και τα επιτρέπει να υπάρχουν είναι η σύνθεση των στοιχείων τους, που ωθούμενα από τη δύναμη της ενότητάς τους, πέρα από κάθε διαφοροποίησή τους, συντίθενται για να δώσουν μορφή και συνέχεια στο είναι τους.


Η ενοποίηση είναι ο απώτερος σκοπός της κίνησης κάθε επιμέρους όντος, το οποίο αφού διαφοροποιηθεί μέχρι να αποκτήσει την ξεχωριστή του οντότητα, νιώθει μετά διαχωρισμένο, περιττό και μόνο. Η μοναξιά το ωθεί να αναζητήσει τη μοναδικότητά του, πέραν της ετερότητας και της περιττότητάς του στην ταυτότητα και στην αρτιότητα ενωνόμενο με αυτό στο οποίο θα διαθέσει το πλεόνασμά του.


η ανάγκη της ολοκλήρωσης
Αυτό που με κινεί είναι η ανάγκη της ολοκλήρωσής μου με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός μου προς τα εκεί που με οδηγούν οι προβολές του μέσω των επιθυμιών, έτσι που να μην υπάρχει τίποτε που να με κάνει να νιώθω πλεονάζων, τίποτε που να με διαχωρίζει από τον κόσμο, αλλά να ταυτοποιούμαι εν Αυτώ.

Η κίνηση προς την ταυτοτική μου ολοκλήρωση με κάνει να νιώθω καλά με την ευφορία που εισπράττω εφόσον συμμετέχω στο γίγνεσθαι διαθέτοντας το πλεόνασμά μου στη δημιουργία μορφών μέσα από τις ενώσεις μου με τους αποδέκτες του πλεονάσματός μου.

Οι μορφές που παράγονται πέρα από εμένα, αλλά μέσω εμού, μου μεταδίδουν την αίσθηση της συνέχειας που με συνδέει με το Όλον και με απαλλάσσει από την αγωνία του πεπερασμένου και θνητού εγώ μου.

Η ταυτο-ποίηση μου, μέσω της παραγωγικής διάθεσης του πλεονάσματός μου, οδηγεί στην αποφόρτιση τού εγώ μου από την ετερότητά του, την περιττότητα και περατότητά, και το συνδέει με το συμπαντικό «Εμείς», μέρος του οποίου είναι. [Η ίδια η λέξη ταυτότητα εμπεριέχει στα ελληνικά τον όρο της σύνδεσης: τε+αυτό (και+αυτό) = ταυτό.]

Το ζητούμενο της πληρότητάς μας δεν «κατακτιέται» κατ’ ιδίαν και ξεκομμένα από τον κόσμο, αλλά με την πλήρη συμμετοχή μας στο γίγνεσθαί του. Η μοναστική άποψη της αυτοεκπλήρωσης παραβιάζει στοιχειώδεις κανόνες του γίγνεσθαι και οδηγεί στη διαστροφή της (αυτ)απάρνησης του πλεονάσματος. Μια τέτοια διαστροφή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σαν ακραία αντίδραση στην αγοραία άποψη «όλα για την πάρτη μου», που αντιπροσωπεύει επίσης ένα είδος αυτοεκπλήρωσης, εξίσου διεστραμμένου. (Και οι δύο απόψεις, η μοναστική και η αγοραία, συντελούν στην ενοχοποίηση της επιθυμίας, η πρώτη με το να την κατηγορεί για εγωιστική πρακτική και η δεύτερη με το να τη χειρίζεται εγωιστικά, διαστρέφοντας το διαθέσιμο πλεόνασμά της σε πλεονεξία.)

Η ταυτοτική μου ολοκλήρωση σημαίνει πολύ απλά τη ταύτιση αυτού που θέλω να είμαι και αυτού που είμαι, που σημαίνει με τη σειρά της την πραγματοποίηση των επιθυμιών μου, δηλαδή την παραγωγική διάθεση του πλεονάσματός μου στις ενώσεις που θα πραγματοποιήσουν αυτές τις επιθυμίες.


η σειρά των επιθυμιών

Η πραγματοποίηση των επιθυμιών δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Απαιτεί ενέργεια, η οποία, μάλιστα, μπορεί να μη φέρει αποτέλεσμα, αν το αντικείμενο της επιθυμίας μας δεν ανταποκριθεί στην προσέγγισή μας. Για να διακινδυνεύσουμε την ενέργειά μας θα πρέπει αυτό που θέλουμε να το θέλουμε πολύ. Αυτό μας οδηγεί να βάλουμε σε μια σειρά τις επιθυμίες μας, βάζοντας πρώτη αυτήν που η προοπτική της πραγματοποίησής της μας συναρπάζει περισσότερο από όλες.

Η αξιολόγηση του «βαθμού συναρπαστικότητας» μιας επιθυμίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από άλλους εξωγενείς παράγοντες ή αναστολές (όπως, αν η επιθυμία μας είναι «ρεαλιστική» ή αν είναι κοινωνικά αποδεκτή), αλλά να προκύπτει από την καθαρή συναίσθηση της έντασής της μέσα από τη φαντασιακή προείσπραξη της ευφορίας μας από την πιθανή πραγματοποίησή της. Η καθαρότητα φέρνει και καθαρά αποτελέσματα, που φανερώνουν τι θέλουμε πραγματικά και μας υποδεικνύουν την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουμε για να ολοκληρωθούμε ταυτοτικά. Η ειλικρίνεια με τον εαυτό μας είναι καθοριστική της καθαρότητας των αποτελεσμάτων της ενδοσκόπησής μας,

Η καταγραφή και η αποδοχή της ειλικρινούς αξιολόγησης των επιθυμιών μας είναι δουλειά της συνείδησης, η οποία, συνδέοντας το έλλογό μας στοιχείο με το άλογο, υποστασιοποιεί τα φαντασιακά μας ευρήματα και τα προβάλλει καθαρά στον νου. Αν δεν έχουμε συνείδηση αυτού που θέλουμε, τότε θα σκοντάφτουμε συνέχεια επάνω του και δεν θα πάμε μακριά.


Η αξιολόγηση των επιθυμιών είναι μια ανοιχτή διαδικασία, αφού μετά από την πραγματοποίηση μιας επιθυμίας ακολουθεί μια άλλη. Παράλληλα, το ερώτημα του τι κρύβεται πίσω από την αλληλουχία τους δραστηριοποιεί τη σκέψη μας για να διαγνώσει τι πραγματικά θέλουμε σε «βάθος χρόνου.

Η δέσμευσή μας σε αυτό που πραγματικά θέλουμε μεγιστοποιεί την πιθανότητα της πραγματοποίησής του και της ακόλουθης ευφορίας μας.


Η προβολή της αλληλουχίας των επιθυμιών μας στο διηνεκές (ή η αναγωγή τους στο απόλυτο), με τη σκέψη μας να ερωτά για τον λόγο των επιθυμιών (αναφερόμενη ερωτηματικά σε Αυτό), αποκαλύπτει την ευχή που κρύβεται πίσω από αυτές και πίσω από όλα αυτά που κάνουμε, την ευχή της εναρμόνισής μας με τον κόσμο, της ενότητας του μέρους και του όλου, του εγώ και του εμείς. Η αναγωγή της λογικής ακολουθίας των επιθυμιών μας στο απόλυτο μάς κάνει όλους ένα. Έτσι, οι επιθυμίες μας όχι μόνο δεν μας χωρίζουν, αλλά να μας ενώνουν μέσα από την κοινή προοπτική τους, την ευχή.


το μέγιστο και το ελάχιστο

Η κίνησή μας προς τα εκεί που μας υποδεικνύει η μέγιστη των επιθυμιών μας μάς οδηγεί στη μεγιστο-ποίηση, τόσο με την έννοια της μεγιστοποίησης των προσπαθειών μας (άρα και των δυνατοτήτων μας), όσο και με την έννοια της μέγιστης δυνατής ποίησης – πράξης (άρα και πραγματοποίησης) αυτού που θέλουμε.

Το τι θα καταφέρουμε τελικά, μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά εμείς θα έχουμε κάνει ότι μπορούσαμε να κάνουμε ως προς το μέγιστό μας και θα έχουμε πετύχει το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα, οπότε θα έχουμε «μεγιστοποιηθεί» ούτως ή άλλως, ακόμη και αν αυτό που θα έχουμε εισπράξει θα είναι κάτι λίγο.

Το ποσοτικά λίγο μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) μέγιστο, εφόσον προσφέρει την ταυτοποίησή μας, όταν διαθέτουμε όλο το πλεόνασμά μας στην κατεύθυνση της μέγιστης επιθυμίας μας και κάνουμε ότι μπορούμε να την πραγματοποιήσουμε.

Το ποσοτικά πολύ μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) ελάχιστο, όταν δεν προέρχεται από την εξαντλητική προσπάθεια πραγματοποίησης της μέγιστης των επιθυμιών μας, αλλά είναι προϊόν του συμβιβασμού μας με επιθυμίες ελάχιστες σε σχέση με αυτήν.

Η ελαχιστοποίηση μας, ως υποχώρηση από τη μέγιστη επιθυμία μας (είτε γιατί την αγνοήσαμε, είτε γιατί τη φοβηθήκαμε), ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά δεν κάναμε, ένα χάσμα που όσο και αν το γεμίζουμε ποσοτικά, με υλικά «αγαθά», θα μένει χάσκον, αφήνοντας το κακό να εισχωρήσει ανάμεσά μας, ως κενό.


το κακό
Το κακό υπάρχει ως κενό, ως κάτι που δεν υπάρχει. Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει κακό. Ό,τι γίνεται έχει κάποιο λόγο που γίνεται, και είναι καλά γινομένο, αφού εν Αυτώ τίποτε δεν μπορεί να είναι κακό, από τη στιγμή που «είναι» κάτι, άρα έχει μια θέση στην ολότητα Αυτού. Το κακό ανήκει στο «μη-είναι», και κανονικά δεν έχει καμία θέση ανάμεσά μας.

Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να φερθεί μη-κανονικά και να δημιουργήσει κενά ανυπαρξίας προσκαλώντας το κακό να πάρει μια παρά φύσει θέση στον δικό του κόσμο με το να δρα (αυτο)καταστροφικά πέρα από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Η παράβαση των κανόνων του γίγνεσθαι, βέβαια, δεν μένει ατιμώρητη κι έτσι κάθε απόπειρα κακού εισπράττει αυτομάτως το αποτέλεσμα της (αυτο)καταστροφής με την εξαφάνιση της περιοχής στην οποία εισχώρησε το κακό αποπειρούμενο ένα απαράδεκτο χάσμα στο Είναι, (το οποίο Είναι κλείνει αμέσως και συνθλίβει το κακό, δηλαδή, το μη-Είναι).

Ο αυτοματισμός τού Είναι δεν επιτρέπει στο κακό να υποστασιοποιηθεί ούτε στιγμή και να καταλάβει μια θέση εντός του, έτσι το κακό παραμένει έξω από τον κόσμο μας, σημαίνοντας πάντα κάτι αρνητικό για εμάς. Χαρακτηρίζοντας κάτι ως κακό δεν αναφερόμαστε σε κάτι που υπάρχει, αλλά στη συμπεριφορά του ανθρώπου που αποπειράται να άρει την ύπαρξη, είτε επιθετικά με το να την αφαιρεί από κάποιον άλλο, είτε παθητικά με το να τη στερεί από τον ίδιο τον εαυτό του.

Στην παθητική περίπτωση της ελαχιστοποίησης, κακό είναι αυτό που είναι να γίνει και δεν γίνεται, αυτό που ενώ θα μπορούσε να υπάρχει και να πάρει θέση στον χώρο αποσύρεται δημιουργώντας την αίσθηση του κενού, (διότι το κενό δεν είναι αισθητό παρά μόνο σαν απόσυρση από τον χώρο, αφού εκτός χώρου, στο μη-είναι δεν υπάρχει τίποτε αισθητό). Αυτό το κενό τείνει να καταλάβει ο επιτιθέμενος εκμεταλλευόμενος την παθητικότητα του διπλανού του.

Το επιθετικό εγώ επεκτείνεται στον χώρο που το παθητικό εγώ άφησε κενό, και μπορεί να πάρει τέτοια φόρα που να του αφαιρέσει κι αυτά τα λίγα που έχει. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ανισομερών σχέσεων, που θεμελιωμένες κοινωνικοπολιτικά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη μεγιστο-ποιητική κίνηση των ατόμων.


η καθαρότητα
Όταν δεν κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε να κάνουμε το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή νόθων μορφών, (είτε κοινωνικών και διαπροσωπικών, είτε καλλιτεχνικών και εμπράγματων), που δεν δηλώνουν καθαρά αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε. Οι νόθες μορφές υποστασιοποιούν τον φόβο μας να κάνουμε αυτό που θέλουμε πιο πολύ, και για αυτό καλλιεργούν την ηττοπάθεια. Αντίθετα, οι καθαρές μορφές, που εκφράζουν αυτό ακριβώς που θέλουμε να κάνουμε ή να πούμε, χωρίς να φοβόμαστε, είναι παραδείγματα θάρρους και εμπνέουν γενναιότητα στα άτομα, ώστε να κινηθούν μεγιστοποιητικά.

Η καθαρότητα είναι το διαρκές ζητούμενο της μορφο-ποιητικής του γίγνεσθαι, που κινεί το Είναι στο περαιτέρω ξεδίπλωμα του σε νέες μορφές ύπαρξης πιο καθαρές. Το «πιο» είναι ένας τονισμός• τονίζει ότι αυτό που υπάρχει δεν είναι αρκετό και θέλει κάτι περισσότερο για να είναι τέλειο, άρα καθαρό, μιας και χωρίς καθαρότητα δεν υπάρχει τελειότητα, αφού, μια μορφή που δεν είναι καθαρή, όταν κρύβει κάτι, δεν μπορεί να ισορροπήσει αρμονικά με την πλήρη ταύτιση της φόρμας και του περιεχόμενου της, και για αυτό είναι ατελής.

Η πορεία του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια πορεία προς την καθαρότητα – τελειότητα της μορφής του, μια πορεία τελειοποίησης με το περαιτέρω ξεκαθάρισμα, έκφραση και εκδήλωση των εγγενών του τάσεων, έτσι όπως εκφράζονται μέσω των επιθυμιών και οδηγούν στον εμπλουτισμό τού είναι του με καθαρές μορφές, σύμφωνες με τη πολύπλευρη φύση του.


ο πλούτος
Σε αυτή τη φάση του γίγνεσθαί μας, η κίνηση είναι προς τα μπροστά, προς τον πλούτο και το πλήθος των μορφών της ύπαρξης μας, μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος μας. Βέβαια, ο πλούτος και το πλήθος των μορφών δεν κάνει διαφορά, αν αυτές δεν είναι καθαρές.

Η καθαρότητα δίνει στις μορφές την ποιοτική διάσταση που τις κάνει φορείς του γίγνεσθαί μας και αγωγούς της ταυτοτικής μας ολοκλήρωσης, καθώς αυτές διαπραγματεύονται με ειλικρίνεια το ερώτημα ποιοι είμαστε - ποιοτικό ερώτημα - αναφερόμενοι ερωτηματικά σε Αυτό που μας καθορίζει. (Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το πόσοι είμαστε - ποσοτικό ερώτημα - αφού αυτό πάνω κάτω το γνωρίζουμε ή μπορούμε να το βρούμε με όργανα μέτρησης των ποσοτικών μας χαρακτηριστικών.)

Όταν οι μορφές που δίνουν οι άνθρωποι στην ύπαρξη τους είναι αποτέλεσμα υπεκφυγής του ποιοτικού τους ερωτήματος, τότε αποκρύβουν την ποιητική τους ένδεια κάτω από μια συσσωρευμένη ποσότητα, που την παρουσιάζουν για πλούτο.

Όταν ο πλούτος δεν συμψηφίζει την ποιότητα στο μέγεθός του και αθροίζει μόνο ένα σωρό ποσοτικές μονάδες για να παρουσιάσει κάτι «μεγάλο», δεν είναι παρά σκέτο πλήθος. Δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, παρά πολλά μικρά ίδια, συγκεντρωμένα, συνήθως, στα χέρια λίγων.

Ο ποσοτικός μεγεθυντισμός, που αυτοπαρουσιάζεται σαν πλούτος, το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να πολλαπλασιάσει ανεπαρκείς μορφές, που ήδη υπάρχουν, επιβαρύνοντας την εξέλιξή μας με μία δυσβάσταχτη ποσότητα ανεπεξέργαστης ύλης και αποβλήτων, την οποία αν δεν μπορέσει να αφομοιώσει το ανθρώπινο γίγνεσθαι και να τη μετασχηματίσει μέσω του ποιητικού του παρόντος, το επίπεδό του θα υποχωρήσει υπό το βάρος της σε κατώτερα στάδια ανάπτυξης. Γι’ αυτό, ο πλούτος μόνο ως πλούσια παραγωγή ποιητικά επεξεργασμένων και ποιοτικά ξεκαθαρισμένων μορφών είναι καθαρός πλούτος, αλλιώς κρύβει μεγαλύτερη φτώχεια.


Ο καθαρός πλούτος, ως παραγωγή μιας καθαρής μορφής που δεν υπήρχε πριν, χρειάζεται την αυθόρμητη διάθεση του πλεονάσματος ενέργειας των ατόμων και την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών τους, διότι μόνο οι επιθυμίες, ως προβολές ενεργειακού πλεονάσματος, έχουν τη δύναμη να εξορύξουν τη βραχώδη σύσταση της πραγματικότητας και να βγάλουν τα πολύτιμα συστατικά με τα οποία θα συνθέσουν νέες μορφές, εμπλουτισμένες και πρωτοφανείς, πέρα από τις υπάρχουσες και προφανείς.

Οι επιθυμίες προβάλλουν φαντασιακά τις εικόνες αυτών που δεν έχουν γίνει ακόμη και θέλουν να γενούν. Έτσι, ανοίγουν δρόμο στις νέες μορφές και στον καθαρό πλούτο, που προσφέρει αντικειμενικά κάτι καινούργιο, αφού, αυτό που παράγουν δεν αποσπάται από ό,τι ήδη έχει πάρει μορφή ή από τη μετατροπή του, ούτε από την υφαρπαγή ή την ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Ο πλούτος με την καθαρή του έννοια είναι παράγων ευφορίας και σωστά οι άνθρωποι τον αποζητούν, όσο κι αν η έννοιά του νοθεύεται από εικόνες συσσώρευσης ποσοτήτων στα χέρια λίγων. Αυτό δεν είναι λόγος να εξυμνούμε τη φτώχεια, ούτε να μεμψιμοιρούμε παραιτούμενοι από το αίτημα του πλούτου.


Το ζητούμενο είναι το πολύ. Το λίγο δεν είναι ζητούμενο, είναι το δεδομένο από το οποίο ξεκινάμε. Ανεξάρτητα από το σημείο εκκίνησης του καθένα, αυτό που ζητάει αυτός είναι πάντα κάτι πιο πολύ, έστω κι αν αυτό είναι περισσότερο φαγητό σε περιοχές που πεινάνε, το οποίο μπορεί να φαίνεται σε εμάς λίγο, αλλά για αυτούς εκεί δεν είναι.

Όταν εμείς, που δεν έχουμε πρόβλημα πείνας, θέτουμε το πολύ μας σε θέματα φαγητού, τότε δεν κινούμαστε μεγιστοποιητικά, αλλά αντεστραμμένα πολυ-ελαχιστοποιητικά. Το ίδιο συμβαίνει όταν προκρίνουμε υλικές και ποσοτικές ανάγκες ως μέγιστο ζητούμενό μας, ενώ αποτελούν το ελάχιστο στις οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες μας. Έτσι, ο πλούτος αντιστρέφεται και από έννοια της αφθονίας σημαίνει ακόρεστη πείνα, η οποία μπορεί να στραφεί ενάντια σε αυτόν που δεν έχει πραγματικά να φάει και να του πάρει τα λίγα ψίχουλα που έχει.


δούναι και λαβείν
Η αντεστραμμένη έννοια του πλούτου έχει αποτέλεσμα την οργάνωση ενός κοινωνικο-οικονομικού συστήματος όπου κυριαρχεί το λαβείν και όχι το δούναι. Αυτό που τίθεται πρώτο σε κάθε συναλλαγή εντός αυτού του συστήματος είναι το τι έχει να πάρει κάποιος και όχι τι να προσφέρει. Η προσφορά θεωρείται κόστος που πρέπει να καλυφθεί εκ των προτέρων με κάποια ανταμοιβή, για να προσφέρει το άτομο αυτό που έχει να προσφέρει. Έτσι η διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου κατακρατείται προαπαιτώντας τη διάθεση του πλεονάσματος ενός άλλου προς αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν οδηγούμαστε από την καθαρή δική μας επιθυμία αλλά από την επιθυμία του άλλου, δηλαδή από την επιθυμία να μας επιθυμούνε. Αυτό υποδηλώνει ένα ναρκισσιστικό εγώ, καθόλου ερωτικό και δοτικό, ένα εγώ που κυριαρχεί σε καθεστώτα ατομισμού.

Η καθαρή επιθυμία, αυτή που συντελεί στην παραγωγή καθαρών μορφών και στον καθαρό πλούτο, ωθεί τα άτομα στην καθαρή διάθεση του πλεονάσματός τους, χωρίς να ξέρουν από πριν αν θα εισπράξουν κάτι ως ανταπόδοση. Το λαβείν δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα του απροϋπόθετου δούναι μας προς τον άλλον.


γόνιμες συναντήσεις

Το αποτέλεσμα τού δούναι μπορεί να είναι πλουσιοπάροχο, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από το αν ο αποδέχτης του ανταποκριθεί θετικά ή αρνητικά. Η τύχη της διάθεσης του πλεονάσματος κρίνεται από τις γόνιμες ή άγονες συναντήσεις στις οποίες θα δια-τεθεί. Εδώ, ο νους και η γνώση συμβουλεύουν το άτομο για την επιτυχέστερη διά-θεση του, χωρίς όμως να μπορούν να την εξασφαλίσουν.

Η μεγιστοποιητική κίνηση του ατόμου - με τη διάθεση του πλεονάσματός του στην κατεύθυνση της μέγιστης των επιθυμιών του - είναι πάντα μια κίνηση προς το άγνωστο, προς αυτό που δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά μπορεί να γεννηθεί από τη γόνιμη συνάντηση της επιθυμίας και του αποδέχτη της.


ο δρόμος της εξέλιξης
Η εξέλιξή μας εξαρτάται από το κατά πόσο θα τολμήσουμε το βήμα προς το άγνωστο, στο οποίο μας οδηγούν οι προβολές του πλεονάσματός μας. Αν δεν το τολμήσουμε θα μείνουμε στο ήδη γνωστό και απλά θα το αναπαράγουμε, ανακυκλώνοντας μαζί και το πρόβλημά του.

Αν το ήδη γνωστό δεν ήταν προβληματικό και η συνθήκη του ανθρώπου είχε εναρμονιστεί με τη φύση - τόσο τη δική του, όσο και τη περιβάλλουσα - τότε θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην αναπαραγωγή αυτού που είναι ήδη γνωστό και ισχύον, όμως η συνθήκη μας απέχει πολύ από κάτι τέτοιο.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην εξελικτική φάση του γίγνεσθαί μας, που μας ωθεί στο άγνωστο και είμαστε αναγκασμένοι να το τολμήσουμε, σύμφωνα με τις επιταγές Αυτού, όπως μας τις ενσωμάτωσε με φυσικό και εσωτερικό τρόπο (όχι επιβεβλημένα και εξωτερικά) μέσω των επιθυμιών, βάζοντας ταυτόχρονα το νου σαν σύμβουλό μας και τη ψυχή σαν οδηγό μας.

Το κατά πόσο κινούμαστε σύμφωνα ή όχι με τις ενσωματωμένες επιταγές Αυτού κρίνει και το σωστό ή το λάθος της κατεύθυνσής μας.