Sunday, May 8, 2011

η αποκάλυψη του μη-νοήματος


Δεν υπάρχει νόημα στη ζωή ή κάποιος σκοπός που αυτή εξυπηρετεί και εμείς πρέπει να τον καταφέρουμε.
Υπάρχει μόνο το βίωμα της παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο.
Αυτό που μένει για μας, είναι η απόλαυση της στιγμής.
Οι προσπάθειές μας αξίζουν τον κόπο μόνο στο βαθμό που κάνουν τη ζωή μας εύκολη, απλή και ευχάριστη.
Τίποτε άλλο.

Thursday, April 21, 2011

Όλα θα βρουν το δρόμο τους και ο καθένας το δικό του.

Η πορεία του ανθρώπου πάνω στη γη, αν ειδωθεί στο πέρασμα των χιλιετιών και όχι σε πλάνα δεκαετίας, δεν δείχνει παρά μια διαρκή του εξέλιξη, σύμφωνα με τις γενετικές του προδιαγραφές, όπου, αυτό που είναι να κάνει, το κάνει κάποια στιγμή, ο κόσμος να χαλάσει, και ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει, αργά ή γρήγορα.

Στο διαχρονικό ανθρώπινο γίγνεσθαι, οτιδήποτε πάει κόντρα στη φύση του, δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ, έστω κι αν κρατήσει κάποιους αιώνες. Ακόμη κι αν ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, για παράδειγμα, ξανακουκουλώσει τις γυναίκες στους φερετζέδες για κάνα αιώνα (που δεν το βλέπω), θα έρθει μια μέρα που αυτές θα βγάλουν τις μαντήλες τους, για να κοιταχτούν με τους άνδρες πρόσωπο με πρόσωπο, αφού η φύση δεν γράφει πουθενά ότι οι γυναίκες είναι σκιάχτρα.

Οι διάφορες διαστρεβλώσεις που έχουν ισχύσει κατά καιρούς, έχοντας στραμπουλίξει διάφορα μέλη του ανθρώπου, (όπως, ο χριστιανισμός στραμπούλιξε τα γενετικά του μέλη), προκάλεσαν μουδιάσματα και αναπηρίες, οι οποίες, όμως, με τη φυσιοθεραπεία των αιώνων αποκαταστάθηκαν.

Το εντυπωσιακό με τη δύναμη της φύσης είναι ότι ακόμη και ισοπεδωτικές περίοδοι που εξαφάνισαν εξελιγμένα δείγματα πολιτισμού, (όπως ο Μεσαίωνας εξαφάνισε τα έργα της «αμαρτωλής» αρχαιότητας), δεν κατάφεραν να αποκόψουν τον άνθρωπο από την αλυσίδα της εξέλιξής του. Αυτό συμβαίνει γιατί οι φυσικές προδιαγραφές του είδους βρίσκονται μέσα στο κάθε άτομο, έτσι ώστε ακόμη κι αν συμβούν εξωτερικά γεγονότα που να το αποκόψουν από την εξελικτική σειρά του, αυτό κάποια στιγμή θα βρει την άκρη του νήματος και θα συνεχίσει από εκεί και πέρα.  

Η φυσική κίνηση του ανθρώπου δεν μπορεί να εμποδιστεί μακροπρόθεσμα, έστω κι αν μεσοπρόθεσμα υπερισχύσουν διαστρεβλωτικές αντιλήψεις και πολιτικές. 

Οι διάφοροι παρανοϊκοί ηγεμόνες που νικούν κατά καιρούς στα πεδία των μαχών, θέτοντας σε κίνδυνο βασικές συνισταμένες του ανθρώπου, (όπως την ελευθερία του, για παράδειγμα), το μόνο που καταφέρνουν είναι να  καθυστερήσουν τη φυσική του κίνηση, με καταστροφικά αποτελέσματα για την περίοδο της «ένδοξης» δράσης τους.

Οι αρχικές νίκες του Χίτλερ, ας πούμε, ήταν μοιραίο να εξελιχθούν σε αιματοβαμμένη ήττα της διαστροφής του, που συνεπήρε τα καταπιεσμένα γερμανικά πλήθη με τη μεγαλομανία της. Ακόμη και να είχαν νικήσει οι Γερμανοί στα πεδία των μαχών και να είχαν κάνει το Ράιχ που φαντασιωνόταν, η αυτοκρατορία τους θα σωριαζόταν σύντομα, όπως σωριάστηκε και η ρώσικη Σοβιετία, παρά τη νίκη των Ρώσων και την υπερίσχυσή τους στο μισό πλανήτη.  

Το «δίκαιο του εργάτη» των σοβιετικών, ήταν φυσικό επόμενο να καταρριφθεί, αφού αγνοούσε όλα τα άλλα δίκαια και τα ισοπέδωνε, με τον οδοστρωτήρα της κομμουνιστικής ισότητας να παραχώνει όποιον διαφωνούσε. Η τελική νίκη των Αμερικάνων έναντι των Ρώσων δεν έγινε στα πεδία των μαχών του "ψυχρού πολέμου", αλλά στα πεδία των δικαιωμάτων και των προτύπων.

Οι Αμερικάνοι πρότειναν ένα μοντέλο που φάνηκε να αρέσει περισσότερο στον κόσμο, γιατί ανταποκρινόταν καλύτερα στη φύση του, και όχι γιατί ο κόσμος έπεσε θύμα προπαγάνδας ή εξαγοράς και καταναλωτικού εκμαυλισμού.

Από τη στιγμή που ο αμερικάνικος ευδαιμονισμός αποδείχτηκε ανεπαρκής, (με την επιφανειακότητα και την απουσία πνευματικότητας που τον διακρίνει), έχασε και την αξιακή του σημασία, ενώ, οι Αμερικάνοι παραβιάζοντας το δημοκρατικό τους μοντέλο, (με τις αποικιοκρατικές επεμβάσεις τους, την επιβολή δικτατοριών, την οικονομική εκμετάλλευση, κλπ.), άρχισαν να χάνουν και γεωπολιτικά, γιατί έχαναν στα «μάτια του κόσμου». 

Η σημερινή παγκοσμιοποίηση, υπό διεθνή καπιταλιστική κηδεμονία, που διαδέχεται την αμερικάνικη, είναι μεν φυσική εξέλιξη του καπιταλισμού, δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο ότι υπακούει και στην ανάγκη της φυσικής εξέλιξης του ανθρώπου.

Το κερδοσκοπικό μοντέλο που προτείνει η διεθνής των αγορών, πέρα από το ότι εξετάζει τον άνθρωπο μονομερώς, ως οικονομική μονάδα και όχι ως σύνθετη ολότητα (με πνευματικές ανησυχίες και όχι μόνο με υλικές ανάγκες), οδηγεί σε εξάντληση των πόρων, τόσο της φύσης όσο και του ανθρώπου. Για αυτό είναι μοιραίο να αποτύχει, αφού προωθεί μονομερείς πολιτικές, υπέρ μεμονομένων συμφερόντων και εναντίον του όλου. Ακόμη και αν καταφέρει να επιβληθεί γεωπολιτικά, θα καταρρεύσει από τις εγγενείς αδυναμίες του και τις καταστροφικές συνέπειες του πάνω στη φύση, τη δική μας και των άλλων.

Οπότε, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε (;) Χμ, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ναι μεν, η πτώση κάθε αφύσικης κατασκευής είναι απλά ζήτημα χρόνου, αλλά επειδή δεν ζούμε από 500 χρόνια ο καθένας, πέφτει κομμάτι δύσκολο να τρως πακέτο τη δυστυχία στο παρόν, για να χαρείς κάποτε, στο ανύπαρκτο για σένα μέλλον.

Η ανάγκη να βιώσουμε το όλον μας, όσο πιο «γεμάτα» μπορούμε, στη μικρή ζωή που ζούμε, μας κινητοποιεί ενάντια σε όποια θέση μας καθηλώνει σε αφύσικες στάσεις, ενώ, συνάμα, μας δραστηριοποιεί υπέρ όποιας υπόθεσης εκφράζει τα ενδόμυχα ζητούμενά μας, σύμφωνα με τις γενετικές μας προδιαγραφές. 

Έτσι γινόμαστε εμείς αυτοί που παίζουν το ρόλο της Ιστορίας και όχι αυτοί που παίζουμε το ρόλο της.

Με αυτήν την έννοια, ιστορικό πρόσωπο είναι ο καθένας από εμάς και ο κόσμος είναι στα χέρια του.

Sunday, January 9, 2011

Τόσο απλά.

ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ - ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Είμαστε γεννήματα αυτού του κόσμου. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν μορφή ζωής ενός πλανήτη κάποιου ήλιου ενός από τους γαλαξίες του. Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλος κόσμος, ή σύμπαν, από αυτό που ζούμε, ούτε τι υπήρχε πριν από αυτό - αν υπήρχε κάτι – ούτε τι θα έρθει μετά. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε εδώ, όσο βρισκόμαστε, κάτοικοι της Γης, γέννημα κι αυτής του συμπαντικού γίγνεσθαι του κόσμου.

Μέσα από τη θέση μας στο σύμπαν, σαν ένα μέρος αυτού, οργανικά δεμένο μαζί του, είναι αδύνατον να το αντιληφθούμε στην ολότητά του, να αποσπαστούμε από αυτό με κάποιο τρόπο και να το δούμε από έξω για να καταλάβουμε τι είναι στο σύνολο. Μπορούμε να καταλάβουμε από μέσα πολλά, αλλά η ολότητά του, (όπως, άλλωστ η αρχή και το τέλος του), πάντα θα μας διαφεύγει, διότι μας εμπεριέχει.

Η απόπειρες των διαφόρων θρησκειών να πουν την ιστορία του κόσμου με αρχή, μέση και τέλος, είναι προϊόν ενός διανοητικού άλματος του ανθρώπου, μιας φαντασίας της πρώιμης ηλικίας του, όπου με μυθολογικές κατασκευές προσπάθησε να βάλει μια πρόχειρη τάξη στο χάος του ανεξήγητου κόσμου που τον περιέβαλλε. Όσο, όμως, μεγάλωνε και εξηγούσε, τόσο αυτή η κατασκευή αποδεικνυόταν αυθαίρετη, έτσι που σήμερα πλέον καμία θρησκεία να μη πείθει, όσο κι αν επιμένουν σε αυτή, όσοι αρνούνται πεισματικά τη γνώση.

Αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να θεαθούμε το όλον του κόσμου, βρισκόμαστε σε αντικειμενική αδυναμία να ορίσουμε απαράβατες αρχές και αιώνιες αλήθειες. Αρχές που βασισμένες στη γνώση του όλου και σφραγισμένες με τη βούλα του απόλυτου να μπορούσαν να θεμελιώσουν αλάθητες επιστήμες, τόσο φυσικές, όσο και κοινωνικές που θα έδιναν τη βάση να νομοθετήσουμε με ανάλογα αλάθητο τρόπο και τα ανθρώπινα.

Από την άλλη, η παραίτηση από το αίτημα του απόλυτου και της επικύρωσης της γνώμης μας από την αλήθεια, εισάγει το σχετικισμό στις ανθρώπινες κρίσεις, επιτρέποντας την αυθαιρεσία να παρεισφρήσει σε αυτές από την πίσω πόρτα, αφού την έδιωξε από τη μπροστινή, με την αποπομπή των θρησκειών.

Η αυθαιρεσία του σχετικισμού, πέρα από το ότι επιτρέπει την επιβολή της γνώμης του πιο ισχυρού πάνω στον πιο αδύνατο, αποσυνδέει τον άνθρωπο από το όλον στο οποίο ανήκει, με το να του αναγνωρίζει το δικαίωμα της ισχυρογνωμοσύνης του, έτσι ώστε, εν ονόματι του υποκειμενισμού της κρίσης του, να μπορεί να παραγνωρίσει τους απαράβατους νόμους του κόσμου στον οποίο ανήκει και να παραβιάσει τους κανόνες της φύσης που τον κρατάει στη ζωή, με καταστρεπτικά βέβαια αποτελέσματα.

Η αντικειμενική αδυναμία μας να ορίσουμε το απόλυτο, δεν σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει. Υπάρχει, όπως υπάρχει και το όλον, ως «Αυτό» που είναι τα πάντα.

[Χρησιμοποιούμε τον όρο «Αυτό», μια λέξη όσο γίνεται πιο γενική και ουδέτερη, για να αναφερθούμε στο όλον με το σύνολο των ιδιοτήτων του και όχι με κάποιες από αυτές. Το προτιμούμε από οποιαδήποτε άλλη λέξη μπορεί να σημαίνει κάποια ιδιότητα ή να είναι χρωματισμένη ιστορικά, (όπως η λέξη Θεός, που, εκτός των άλλων, είναι αρσενικού γένους, στα ελληνικά, άρα όχι ουδέτερη), αφού «Αυτό», ως όλον, είναι το άπαν των ιδιοτήτων. ]

Μπορεί να είναι αδύνατον εκ των πραγμάτων να προσδιορίσουμε τι είναι Αυτό, αλλά ξέρουμε ότι είμαστε μέρος το του όλου του και όχι Αυτό μέρος δικό μας. Η ζωή και η ευημερία μας εξαρτάται από Αυτό και όχι Αυτό από εμάς. Άρα, δεν μπορούμε να βάλουμε το εγώ μας πάνω από Αυτό, ούτε τη γνώμη μας πάνω από τους κανόνες του, χωρίς να τιμωρηθούμε για ύβρη προς τον ίδιο τον ζωοδότη μας κόσμο.

Το σύστημα των κανόνων που διέπουν το συμπαντικό γίγνεσθαι και ρυθμίζουν τα της ζωής μας, απαρτίζει το απόλυτο της γνώσης, στο οποίο πρέπει να τείνει η γνώμη μας για να είναι σωστή, ή, καλύτερα, για να γίνεται ολοένα πιο σωστή, αφού το απόλυτα σωστό και εντελώς αληθές είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραιτούμαστε από το αίτημα του. Άλλο, όμως, το αίτημα και άλλο η κατοχή.

Ανάμεσα στο τίποτε και στα πάντα υπάρχει το όλο και πιο πολύ. Ανάμεσα στη κατηγορηματική πρόταση «ξέρω τι είναι τι» [οντολογία τού είναι], και στην αποφατική «δεν ξέρω τίποτε» [μηδενισμός], υπάρχει η ρηματική τού «μαθαίνω» [ερμηνευτική τού γίγνεσθαι]. Αυτό εισάγει μια δυναμική έννοια στην ανθρώπινη εννόηση του κόσμου, την έννοια της μεγιστοποίησης, ως έννοια της βαθμιαίας προσέγγισης μας στην αλήθεια.

Το αίτημα της αλήθειας - και του απόλυτου - μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε Αυτό, μας βγάζει από το εγώ μας και μας συνδέει με τον κόσμο. Η ψευδαίσθηση της ολικής κατοχής της, όπως συμβαίνει με τις θρησκείες, αλλά και η παραίτηση από το αίτημά της, όπως συμβαίνει με τον σχετικισμό, μας αποσυνδέουν από τον κόσμο, οδηγώντας μας στα επικίνδυνα μονοπάτια - του φονταμενταλισμού οι θρησκείες, και του ανεξέλεγκτου ατομισμού ο σχετικισμός.

Η βαθμιαία εννόησή μας των κανόνων του συμπαντικού γίγνεσθαι και η συμμόρφωσή μας με αυτούς, είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε, εφόσον θέλουμε να ευημερούμε. Το «πρέπει», εδώ, δηλώνει την αναγκαστική μας σχέση με τον κόσμο, αφού είμαστε συνδεδεμένοι αναγκαστικά μαζί του και υποχρεωμένοι να μελετούμε τον τρόπο της συστοιχείωσής του, τόσο έξω από εμάς (φυσικές επιστήμες), όσο και μέσα μας (επιστήμες του ανθρώπου), για να ρυθμίζουμε τα εργαλεία μας και τα έργα μας ανάλογα, ώστε να ευημερούμε σύμφωνα με τους κανόνες τους γίγνεσθαί του.

Οι φυσικές επιστήμες έλυσαν το πρόβλημα της αλήθειας των θεωριών τους με τη μέθοδο της επαλήθευσης, όπου, ελέγχοντας την ευστάθειά τους στην περιοχή που αυτές κάλυπταν θεωρητικά, διαγίγνωσκαν την ισχύ τους ή όχι σε αυτή, χωρίς να διατείνονται ότι ξέρουν τα πάντα για όλα, ούτε, όμως, να παραιτούνται από το αίτημα της γνώσης του όλου. Έτσι, προχώρησαν σταδιακά στην εξερεύνηση του κόσμου, και η βαθμιαία προσέγγισή τους στην αλήθεια συνέδραμε μεγιστοποιητικά την επιστημονική γνώση.

Την ίδια στιγμή, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα δυσκολεύτηκαν, διότι είχαν να αντιμετωπίσουν τις αντιστάσεις κοινωνικών συστημάτων και ανθρώπινων εγωισμών πολύ πιο ισχυρών από τις αντιστάσεις τη υλικής πραγματικότητας. Ακόμη και σήμερα, που οι εξερεύνηση της ύλης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα παραμένουν στάσιμες, ανήμπορες να μεθοδεύσουν την προσέγγισή τους στην αλήθεια, με συνέπεια να βρίθουν από αυθαιρεσίες (είτε θρησκευτικού τύπου, είτε σχετικιστικού). Βασικός λόγος αυτής της δυσκολίας είναι ότι στις ανθρώπινες αποφάνσεις κριτής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Στα θέματα που αφορούν εμάς τους ίδιους, δεν υπάρχει η μαρτυρία της έξωθεν πραγματικότητας με την οποία συγκρίνει τις αποφάνσεις της η φυσική επιστήμη και κρίνει αν αυτές αληθεύουν ή όχι. Ούτε, βέβαια, υπάρχουν έξω από εμάς γραμμένες κάποιες θείες εντολές, τις οποίες να μας μεταφέρουν οι εκλεκτοί που έχουν το προνόμιο της απευθείας συνομιλίας τους με το θεό.

Αυτό που μας αφορά δεν υπάρχει γραμμένο κάπου έξω από εμάς, αλλά βρίσκεται μέσα μας. Τούτο δεν σημαίνει ότι είμαστε έρμαια κάποιου υποκειμενισμού (ή σχετικισμού), ξεκομμένοι από το σύστημα των κανόνων του σύμπαντος κόσμου (δηλαδή, από το απόλυτο). Απλά, όντας μέρος Αυτού ενσωματώνουμε από το όλον του τις εντολές που μας αφορούν προσωπικά, μέσα από τις γενετικές μας οδηγίες. Άρα, η αλήθεια μας βρίσκεται μέσα μας και δεν έχουμε άλλο τρόπο να την προσεγγίσουμε από το να την αφουγκραστούμε και να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς προς αυτήν.

Ο απρόσκοπτος εσωτερικός διάλογος με τα θέλω, τις σκέψεις και τα αισθήματά μας, όπως διαμορφώνονται εντός μας από τη βούληση, το νου και τη ψυχή μας, (το τρισυπόστατο της ύπαρξής μας), είναι το πρώτο βήμα προσέγγισης της αλήθειας μας. Το δεύτερο είναι η εξωτερίκευσή των συμπερασμάτων αυτού του διαλόγου και η συ-ζήτησή τους με τους άλλους για να δια-πιστώσουμε την ισχύ τους και να τα δοκιμάσουμε στην πράξη. Όταν ξεκινάμε ανάποδα, από τις οδηγίες που μας έρχονται από έξω, (από τις εντολές που μας δίνουν άλλοι, από τα δικά τους θέλω, τις δικές τους γνώμες, κλπ.) αποκοβόμαστε από τη μόνη δυνατότητά μας να αρθρώσουμε την αλήθεια που μας αφορά, (αφού την πάσα αλήθεια είναι αδύνατον να την κατέχουμε, όσο κι αν πρέπει να την αποζητούμε).

Η εσωτερικότητα των αποφάνσεων και εκφράσεών μας είναι κριτήριο της αλήθειας τους, αφού δίνει τα εχέγγυα ότι ξεκινούν από μέσα μας και έχουν τον χαρακτήρα της αυθεντικότητας. Γι’αυτό, θα πρέπει να τις εμπιστευόμαστε, όποιες κι αν είναι αυτές, αρκεί να είναι προϊόντα του ελεύθερου διαλόγου μας με τον εαυτό μας.

Η «αυτολογοκρισία» μας από εξωτερικούς ελέγχους, που τους έχουμε ενσωματώσει κι έχουν διαμορφώσει μέσα μας μια σειρά από φράγματα, εμποδίζοντας να συνομιλήσουμε ελεύθερα με τον εαυτό μας, πλήττει το μόνο μέσο που έχουμε για να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας, την ειλικρίνεια. Δεδομένου ότι οι εξωτερικοί έλεγχοι είναι σχεδόν αναπόφευκτοι και ένα μέρος τους περνάει μέσα μας αναγκαστικά, η ειλικρίνεια δεν είναι εύκολη υπόθεση, για αυτό λέμε «να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς», εννοώντας ότι απαιτείται διαρκής προσπάθεια για αυτό.

Το να είσαι ειλικρινής σε μια κοινωνία αυτολογοκριμένη, εμπεριέχει κόστος, αφού η ειλικρίνειά σου μπορεί να σε διαφοροποιήσει από το κοινωνικά αποδεκτό και να σε φέρει σε σύγκρουση με διάφορα κατά συνθήκη ψεύδη. Μόνο αναλαμβάνοντας το κόστος της ειλικρίνειάς σου, όμως, μπορείς να είσαι αληθινός και ό,τι έχεις ζήσει να είναι ουσιαστικά βιωμένο. Ο βιωματικός, προσωπικός πλούτος είναι το μέγιστο κέρδος της ειλικρίνειας, που κανένα κόστος δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του.

Στην περίπτωση που φοβάσαι να αναλάβεις το κόστος της ειλικρίνειάς σου και γίνεσαι εξωτερικός - ενδίδοντας στην εξωτερικότητα, με το να επιτρέπεις τις έξωθεν εντολές να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην έκφρασή σου, έτσι που να αναπαράγεις πρότυπα που δεν είναι δικά σου - μπορεί να έχεις υλικές απολαβές, αφού γίνεσαι εύκολα αποδεκτός και ανταμείβεσαι από την όποια καθεστηκυία τάξη νέμεται τον πλούτο, αλλά το τίμημα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.

Η απόκλισή μας από αυτό που φέρουμε μέσα μας - αυτό που μας φέρει στον κόσμο, σύμφωνα με τις γενετικές οδηγίες μας - ανοίγει χάσμα ανάμεσα σε εμάς και το είναι μας, δημιουργώντας ένα κενό ζωής , με την έννοια του αβίωτου χρόνου, που οι υλικές απολαβές δεν μπορούν να αναπληρώσουν. Ο χρόνος της ζωής μας που δεν βιώθηκε, αλλά εκχωρήθηκε σε ξένες από εμάς υποθέσεις, δεν επιστρέφει. Τα χρόνια που δεν τα ζήσαμε, δεν ξαναγυρίζουν.

Το αίτημα της αλήθειας δεν είναι μια έξωθεν ηθική επιταγή, αλλά αποτελεί αίτημα της ίδιας της ζωής μας και πόθο δικό μας. Δεν μπορεί να μη θέλουμε να είμαστε αληθινοί, με την έννοια της πλήρους παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, όπου αυτό που έχουμε μέσα μας εκφράζεται και συνομιλείται, αντί να μένει αβίωτο και σκοτεινό, «μαυρίζοντας» τη ψυχή μας.

Η ψυχή, είναι η πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, συνθέτοντας τα συστατικά μας μέρη μας σε μια ζωντανή μονάδα. Όταν πεθαίνουμε, η ψυχή «φεύγει» και τότε η μονάδα μας αποσυντίθεται. Ως πεμπτουσία της ζωτικής μας ενότητας, η ψυχή υποφέρει από διχαστικές πρακτικές που ανοίγουν βιωματικά χάσματα στη ζωή μας, με την απουσία της ειλικρίνειας και την αποφυγή της αλήθειας μας. Τότε, τα αισθήματα που μας εκπέμπει είναι αισθήματα δυσφορίας. Αντίθετα, επιβραβεύει με αισθήματα ευφορίας τις ενοποιητικές πρακτικές, που μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια, ως πλήρη βίωση του χρόνου της ζωής μας.

Με το δίπολο των αισθημάτων, της ευφορίας και της δυσφορίας, η ψυχή μάς υποδεικνύει τον τρόπο να κινηθούμε στη ζωή, σύμφωνα με τις οδηγίες Αυτού, της ψυχής των πάντων. Με τη δυσφορία μάς δείχνει να φύγουμε από εκεί που βρισκόμαστε, να αλλάξουμε στάση, να διαχωριστούμε από ό,τι μας κάνει κακό, ό,τι προκαλεί το κενό στη ζωή μας. Με την ευφορία μας δείχνει ότι βρισκόμαστε κοντά σε ό,τι μας κάνει καλό, ό,τι μας ολοκληρώνει.

Εφόσον αυτό που θέλουμε σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά – ενώ, το αντίθετο θα ήταν παράλογο - αυτό από μόνο του εγκαθιδρύει μια βασική αρχή αξιολόγησης των επιλογών μας.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά (“the feel-good principle” θα λέγαμε στα αγγλικά) μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι στην πράξη, αφού η πραγματικότητά μας δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος, όπως του να νιώθει κάποιος καλά, όντας μέρος της. Μάλιστα, η πραγματικότητα που ζούμε μοιάζει συχνά τόσο δύσκολη και περίπλοκη, που αυτό ακριβώς που χρειάζεται είναι η απλοποίηση της (όχι, όμως, η απλούστευσή της).

Είναι απορίας άξιο που τόσες κοινωνικές θεωρίες, πολιτικά συστήματα και αναλύσεις για τα ανθρώπινα, αγνόησαν αυτήν την απλή αρχή σαν βάση των προτάσεών τους, προκρίνοντας οτιδήποτε άλλο, εκτός από το βασικό του να νιώθουμε καλά. Στην περίπτωση αυτών των θεωριών, η εξωτερικότητα θριαμβεύει, με περίτεχνες κατασκευές θεωρητικών συστημάτων χωρίς θεμέλια, αφού η αρχή του να-νιώθεις-καλά απουσιάζει ή υποτιμάται. Ανάλογα, υποτίμησαν τη σημασία του ατόμου, αγνοώντας το ως βασικό στοιχείο οποιασδήποτε συστοιχείωσης, ως τη μονάδα χωρίς την οποία κανένα σύνολο δεν υφίσταται.

Το άτομο είμαστε εμείς. Εγώ, που αυτή τη στιγμή μιλάω για εμάς, είμαι ένα άτομο. Ξεκινάω από εμένα, αυτή είναι η βάση των σκέψεών μου, αφού χωρίς εμένα που σκέφτομαι, δεν θα υπήρχαν αυτές οι σκέψεις. Το σύνολο δεν μπορεί να σκεφτεί, ούτε να δράσει, ούτε να νιώσει. Το «εμείς» είναι ανυπόστατο χωρίς εμένα και εσένα που το απαρτίζουμε. Τα ολοκληρωτικά συστήματα που αγνόησαν αυτήν την απλή αλήθεια, κατέρρευσαν όσο κι αν χρησιμοποίησαν τη βία (και τη χρησιμοποιούν ακόμη, όπου υπάρχουν) για να επιβάλλουν την εξωτερικότητά τους στα άτομα.

Από την άλλη, το εγώ είναι συνδεδεμένο ζωτικά με το «εμείς», τόσο γιατί το «εμείς» των δύο γεννητόρων του (που ενωμένοι το γέννησαν) το έφερε στη ζωή, όσο και γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει ξεκομμένο από το περιβάλλον του (έστω το φυσικό - και με αυτό ένα «εμείς» απαρτίζουμε), πολύ περισσότερο δε να νιώσει καλά, αποσυνδεδεμένο από τους άλλους. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τον ατομισμό, που σωστά εντοπίζει το άτομο σαν βάση, αλλά κάνει το λάθος να το αποσυνδέει από το σύνολο.

Ο ατομισμός δημιουργεί προβλήματα στην αρχή του να-νιώθεις-καλά, η οποία αν ερμηνευτεί ατομικιστικά, μπορεί να επιτρέψει στο άτομο να κινηθεί εναντίον της κοινωνίας γιατί έτσι-του-αρέσει. Μια τέτοια καχυποψία έναντι του ατόμου υποβόσκει σε όλα τα προαναφερθέντα θεωρητικά συστήματα, που υιοθέτησαν εξωτερικές αρχές και προσπάθησαν να τις επιβάλλουν στα άτομα για να τα στριμώξουν στις ιδεολογικές τους κατασκευές, θεωρώντας τα προφανώς ασταθή υλικά για να χτίσουν κάτι πάνω τους. Προτού, όμως, προκαταβάλουμε το άτομο, θεωρώντας το εκ προοιμίου αντικοινωνικό, αν αυτό δράσει με την αρχή να-νιώσει-καλά, θα έπρεπε πρώτα να του δώσουμε τη δυνατότητα αυτής της δράσης.

Τα άτομα, μέχρι τώρα στην ιστορία, έχουν αναγκαστεί να δρουν εν ονόματι μιας σειράς εξωτερικών αρχών (θρησκευτικών, εθνικών, οικογενειακών, ιδεολογικών, κλπ.) αλλά όχι εν ονόματι του εαυτού τους. Ο σύγχρονος ατομισμός δεν είναι παρά μια αντίδραση σε αυτόν τον εξαναγκασμό, με το άτομο τώρα να επιτίθεται στο σύνολο, στο οποίο ποτέ δεν αναγνώρισε τον εαυτό του.

Ο μόνος τρόπος να έχουμε μια κοινωνία που να σεβόμαστε, είναι αυτή να αποτελεί προϊόν της ελεύθερης επιλογής των ατόμων. Ακόμη και αν αυτά αποφασίσουν μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που οραματίζονται κάποιοι ιδεολόγοι, θα είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην αλήθεια τους, όποια κι αν είναι αυτή. Άλλωστε, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να εμπιστευτούμε το άτομο, όπως δεν έχουμε άλλη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας, από το να ακούσουμε τον εαυτό μας.

Από την άλλη, ο χρόνιος εξαναγκασμός των ατόμων στην εξωτερικότητα, μπορεί να έχει προκαλέσει ατομικές διαστροφές, που θέλουν προσοχή. Σε αυτήν την περίπτωση, χρειάζεται μια σταδιακή προσέγγιση της ελευθερίας, αφού η πλήρης και άμεση αποδέσμευση από τις υφιστάμενες κοινωνικές νόρμες μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Εδώ, επανέρχεται η έννοια της μεγιστοποίησης και όχι της αυτόματης μετάβασης στο απόλυτο, που πολλές ιδεολογίες (και θρησκείες) υπόσχονται. Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην απλοποίηση (που είναι μια διαδικασία) και στην απλούστευση (που είναι μια κατάργηση της διαδικασίας).

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στη βάση του ατόμου κι ας το εξετάσουμε όσο γίνεται πιο απλά, στις βασικές συνιστώσες του, για να δούμε αν μπορούμε να το εμπιστευτούμε. Η γέννησή του, καταρχήν, έχει προέλθει από την ένωση του γενετικού υλικού δύο άλλων ατόμων, διαφορετικού φύλου. Η ύπαρξή του είναι αποτέλεσμα συνένωσης και όχι διαχωρισμού. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι το άτομο είναι καταγωγικά ενωτικό στοιχείο, που από μόνο του, χωριστά και διασπαστικά, δεν υφίσταται.

Στη συνέχεια, όσο το άτομο μεγαλώνει, διαφοροποιείται και τραβάει το δικό του δρόμο, για να συναντηθεί με τη σειρά του κι αυτό ενωτικά με ένα δεύτερο άτομο (ή κάτι άλλο), για να γεννηθεί στη συνέχεια από την ένωσή τους κάποιο τρίτο άτομο (ή ένα καινούργιο έργο).

Έτσι, τριαδικά βαίνει το γίγνεσθαι - τουλάχιστον το ανθρώπινο- όπου κάθε τι που γεννιέται είναι κάτι τρίτο σε σχέση με τα δύο γονεϊκά προηγούμενά του. Το καινούργιο που γεννιέται, ως κάτι τρίτο, αισθάνεται περιττό όταν ενηλικιωθεί ως μονάδα. Αυτή η περιττότητα το οδηγεί να ενωθεί με τη σειρά του με ένα άλλο, για να νιώσει άρτιο μέσα από τη σύνθεσή του με αυτό σε δύο. Από το δύο θα γεννηθεί μετά ένα καινούργιο τρίτο, και ούτω καθ’ εξής το γίγνεσθαι βαίνει αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο.

Κάθε τι τρίτο συνιστά από μόνο του ένα πλεόνασμα, αφού η ύπαρξή του δεν ισούται με το άθροισμα των δύο γεννητόρων του, οι οποίοι δεν παραχωρούν τη θέση τους σε αυτό, ούτε αυτοκαταργούνται με τη γέννησή του, αλλά η παρουσία του προστίθεται στη δική τους, (τουλάχιστον στην περίπτωση του ανθρώπου). Πρόκειται για καθαρό υπαρξιακό πλεόνασμα, το οποίο συνιστά αυτή τη ξεχωριστή μονάδα, που όσο μεγαλώνει και αποδεσμεύεται από τους κηδεμόνες της, μέχρι να μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και να νιώσει «περιττή», τόσο νιώθει την ανάγκη να διαθέσει το πλεόνασμά της σε γόνιμες συναντήσεις, που θα γεννήσουν κάτι τρίτο, ώστε να νιώσει πλήρης συμμετέχοντας ακέραια στο γίγνεσθαι, χωρίς να παρακρατάει το πλεόνασμα που την απαρτίζει.

Η διάθεση του πλεονάσματος σε γόνιμες συναντήσεις κινητοποιεί ευφορικά το άτομο στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του, της σύγκλισής του με το όλον και της εκπλήρωσής του εν Αυτώ. Η μη-διάθεση του πλεονάσματος προκαλεί αδιαθεσία με το αίσθημα της δυσφορίας που γεννά, αφού το άτομο αισθάνεται περιττό και ξεκομμένο από το συμπαντικό γίγνεσθαι και έτσι δυσφορεί ως μόνο, ξέχωρο και ξένο.

Όσο κι αν το άτομο έχει την ανάγκη της ξεχωριστής παρουσίας του για να νιώσει ότι υπάρχει ως διακεκριμένη μονάδα, άλλο τόσο έχει την ανάγκη να παίξει ρόλο στην άθροιση του σε ένα όλον, διαθέτοντας το πλεόνασμα της ξεχωριστής του ύπαρξης σε Αυτό. Αν δεν το κάνει, η μοναδικότητά του γίνεται μοναχικότητα, προκαλώντας του αφόρητη μοναξιά.

Εν Αυτώ δεν υφίσταται τίποτε πλεονάζον και περιττό, αφού τα πάντα αθροίζονται στο όλον του. Κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από τη συνάθροισή του στην ολότητα Αυτού, χωρίς επιπτώσεις. Παρόλο που ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα του αυτοκαθορισμού του, με την ελευθερία που διαθέτει, υπάρχουν κάποια όρια τα οποία δεν μπορεί να υπερβεί, αφού δεν είναι αυτός που γέννησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος γέννησε αυτόν, και τον κρατάει στη ζωή. Κάθε επιλογή του έχει το αντίτιμό της και αν είναι αντίθετη με τους κανόνες του γίγνεσθαι, τότε επισύρει την αντίστοιχη ποινή, όπως και επιβραβεύεται ανάλογα, όταν συγκλίνει με αυτούς.

Η διαφοροποίηση των ατόμων δεν παίζει άλλο ρόλο από το να συνδράμει στην εξέλιξη των μορφών, όπου το άτομο δεν επαναλαμβάνει τα μοτίβα των γονέων του, αλλά βρίσκει τα δικά του ζητούμενα, για να συναντηθεί ενωτικά (και ερωτικά) σύμφωνα με αυτά και έτσι να παραχθεί κάτι καινούργιο. Μπορεί να πρέπει να διαχωριστεί, για να εξελιχθεί σύμφωνα με τις γενετικές του προδιαγραφές, υπακούοντας στην εξελικτική δυναμική του γίγνεσθαί του, αλλά το κάνει για να ενωθεί στη συνέχεια και όχι για να παραμείνει διαχωρισμένο. Στόχος του ατόμου δεν είναι ο διαχωρισμός, αλλά η συνένωση.

Ο διαχωρισμός δεν παράγει κάτι. Μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση της μονάδας, αλλά αν δεν επακολουθήσει η συνένωσή της, δεν πρόκειται να παραχθεί τίποτε από αυτήν και θα μαραθεί σε μια στείρα μοναξιά. Ο άνθρωπος, που έχει συνείδηση του τι του συμβαίνει, όπως έχει και συνείδηση του θανάτου του, αντιλαμβάνεται την περατότητα (και περιττότητα) της ύπαρξής του ως μονάδας και αναζητεί τη διάρκειά του στην παραγωγή μορφών,, που θα του δώσουν την αίσθηση της συνέχειας, ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Οι μορφές που μπορεί να παραχθούν από τη διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου σε γόνιμες συναντήσεις, μορφοποιούν εκτός του αυτό που φέρει μέσα του κι έτσι το άτομο αναγνωρίζει τη συνέχειά του σε κάτι άλλο από το ίδιο. Για να μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε κάτι άλλο από αυτό, πρέπει η μορφή που θα παραχθεί να είναι προϊόν της ειλικρινής του σχέσης με το μέσα του.

Οι παρεμβολές άλλων σκοπιμοτήτων, πέρα από την όσο γίνεται πιο καθαρή έκφραση αυτού που έχουμε μέσα μας, έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή νόθων μορφών, που δεν μας αντιπροσωπεύουν και αλλοιώνουν τη σχέση μας με τον κόσμο. Εδώ επανέρχεται το ζήτημα της απλοποίησης, με την έννοια της αμεσότητας της έκφρασής μας, ώστε να έχουμε παραγωγή καθαρών μορφών που μας αντιπροσωπεύουν ακέραια και μας συνέχουν ταυτοτικά με τον κόσμο.

Η καθαρότητα των παραγομένων μορφών είναι σημαντική στη μορφο-ποιητική αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, όπου αυτός μετασχηματίζει αυτά που δέχεται από αυτό, σε ό,τι είναι εντεταλμένος να κάνει, σύμφωνα με τις γενετικές του οδηγίες, όπως υπάρχουν μέσα του. Εφόσον αυτή η αλληλουχία διεκπεραιώνεται απρόσκοπτα, χωρίς την παρεμβολή εξωτερικών εντολών και ξένων σκοπιμοτήτων, τότε ο άνθρωπος διεκπεραιώνει ακέραια το ρόλο του στο γίγνεσθαι και επιστρέφει ό,τι πήρε από τη φύση, αποδίδοντάς το πίσω μετασχηματισμένο, όπως ακριβώς αυτή του το ζήτησε μέσα από τις γενετικές οδηγίες που του εμφύσησε. Έτσι, δεν αισθάνεται περιττός, ούτε έτερος αυτής, αλλά ενταγμένος πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της (όπως δείχνει η κυκλικότητα του οικοσυστήματός της), χωρίς να παρακρατεί το δικό του πλεόνασμα, αλλά να το διαθέτει πλήρως σε αυτήν.

Η πλήρης ένταξη μας στη γενικότερη κυκλο-φορία του φυσικού πλεονάσματος και η αμέριστη συμμετοχή μας σε αυτή, με την πλήρη διάθεση του ατομικού μας πλεονάσματος, μας θέτει στην τροχιά του κύκλου και της ολοκλήρωσης που αυτός συμβολίζει. Το όραμα της ολοκλήρωσης δεν είναι, βέβαια, καινούργιο στον άνθρωπο και το έχει εικονοποιήσει με διάφορους τρόπους. Το δύσκολο στο να αποδοθεί αυτό το όραμα στο μέτρο που πραγματικά του αναλογεί, βρίσκεται στην ταυτόχρονη τάση του ανθρώπου να εξελιχθεί διαφοροποιούμενος και συνάμα να παραμείνει ενταγμένος στο όλον. Κάποιοι «οραματιστές» προκρίνουν τη μια πλευρά και κάποιοι την άλλη, απλουστεύοντας αμφότεροι τη συνθετότητα του ανθρώπου, και αποτυγχάνουν έτσι να δώσουν το μέτρο που αυτός καλείται να ακολουθήσει εν τω γίγνεσθαί του.

Το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας την οποία επιτάσσει το γίγνεσθαι του ανθρώπου δεν επιτρέπει απλουστεύσεις, ούτε κομμουναλιστικού/χριστιανικού τύπου (όπως, να είμαστε όλοι αγαπημένοι και ενωμένοι, χωρίς ατομική διαφοροποίηση), ούτε ατομικιστικού /καπιταλιστικού (όπου εκθειάζεται ο ανταγωνισμός και η υπερίσχυση όσων επιτήδειων κερδίσουν από αυτόν).

Η εξελικτική δυναμική εμπεριέχει έντονες διαφοροποιήσεις, ακόμη και συγκρούσεις, οι οποίες ισορροπούν από την ανάγκη μας να ολοκληρωθούμε, εντασσόμενοι πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της φύσης, με το να επιστρέφουμε σε αυτήν διαφοροποιημένο (μετασχηματισμένο και μορφοποιημένο) ό,τι έχουμε εισπράξει εξ αυτής. Έτσι, η δυναμική της επιστροφής συγκρατεί αυτήν του διαχωρισμού και κρατάει τις συγκρούσεις σε λογικά πλαίσια, δηλαδή, σε πλαίσια που μπορεί να λειτουργήσει η λογική του ανθρώπου και να λύσει τις συγκρούσεις χωρίς χρήση βίας.

Η βία αποδείχτηκε ασύμφορη για τον άνθρωπο, που έχει αντιληφθεί πλέον την παράλογη καταστροφή που αυτή επιφέρει. Μόνον όσοι δεν έχουν διδαχθεί από την ιστορία επιμένουν στη χρήση της. Η βασική αιτία της βίας είναι η εκτός χρόνου απαίτηση των βια-στών να αποσπάσουν επιτόπου και ετσιθελικά τη συγκατάθεση του άλλου στη δική τους κατ’ιδίαν «ολοκλήρωση», με την αναγκαστική συμμετοχή του άλλου σε αυτήν, χωρίς να του δοθεί χρόνος και περιθώρια επιλογής. Εδώ η βία και η βιασύνη συνωνυμούν και συνεργούν στην κατάλυση του μέτρου της δυναμικής ισορροπίας, οδηγώντας τον άνθρωπο στην παραβίαση του ρυθμού του συμπαντικού γίγνεσθαι.

Ο ρυθμός, το μέτρο και οι κανόνες του γίγνεσθαι δεν βρίσκονται στη διακριτική ευχέρεια του ανθρώπου να τους κάνει ό,τι θέλει. Η παραβίασή τους έχει επιπτώσεις, τις οποίες όποιος είναι σώφρων δεν αργεί να αντιληφθεί. Μπορεί ο άνθρωπος να έχει προικοδοτηθε με εξαιρετικές ικανότητες και ελευθερία επιλογών, που του δίνουν δύναμη και δυνατότητα παράβασης, όμως, διαθέτει ταυτόχρονα νου και λογικό, που του υποδεικνύουν το σωστό.

Η σύνθεση της βούλησης και της λογικής από τη ψυχή, που συνθέτει τα επιμέρους σε μια ζωντανή μονάδα, συντονίζοντάς τα στον παλμό της ζωής, μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο στην τροχιά της ολοκλήρωσής του, σύμφωνα με τους κανόνες του γίγνεσθαί του. Αρκεί η ψυχή του να εισακούεται, η βούλησή του να είναι ελεύθερη και η λογική του να λειτουργεί.

Η βούληση είναι η ζωτική δύναμη του ανθρώπου, η ενέργεια που παράγεται από τον οργανισμό του και τον κινεί προς την εκπλήρωσή του με το περίσσευμά της, με ό,τι, δηλαδή, περισσεύει από την αυτοσυντήρησή του. Το περίσσευμα της βούλησης ή αλλιώς το ενεργειακό πλεόνασμα του ανθρώπου παίρνει τη μορφή των επιθυμιών. Οι επιθυμίες μορφοποιούν το πλεόνασμα, δείχνοντας την κατεύθυνση προς την οποίαν πρέπει αυτό να διατεθεί. Ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν έχει άλλο οδηγό από αυτές, αφού η βούλησή του είναι τυφλή. Οι προβολές των επιθυμιών τού δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει για την προσωπική του εκπλήρωση, αν ακολουθήσει τη σειρά με την οποία διαδέχονται η μία την άλλη, εφόσον αυτή ξετυλιχθεί ανεμπόδιστα.

Η διαδοχική ακολουθία των επιθυμιών υπακούει σε κάποιο σχέδιο, το οποίο δεν είναι δικό μας, αλλά μας έχει δοθεί εξ Αυτού, όπως μας έχει η δοθεί και η νόηση να το συλλάβουμε, παρακολουθώντας τη σειρά των επιθυμιών μας, για να δούμε πού μας οδηγούν. Αρκεί να προκρίνουμε κάθε φορά αυτήν που μας αφορά περισσότερο, αυτή που θέλουμε πιο πολύ από όλες. Ακολουθώντας τη μέγιστη των επιθυμιών μας, μεγιστοποιούμαστε σύμφωνα με την εξελικτική ακολουθία που μας εντέλει το γίγνεσθαι, για να ολοκληρωθούμε εν Αυτώ.

Η μεγιστο-ποιητική εξελικτική του ανθρώπου τον οδηγεί διαρκώς στα όριά του και στην εκπλήρωση του ορισμού του. Εφόσον τα όρια του ανθρώπου ξεπερνούν αυτά του άμεσου φυσικού του περιβάλλοντος και τείνουν στο άπειρο, αναζητώντας την εννόηση του κόσμου και τη νοηματική του εκπλήρωση (όχι μόνο τη σαρκική), ανάλογα και οι επιθυμίες του κλιμακώνονται από τις εντελώς στοιχειώδεις, μέχρι τις πλέον αφηρημένες, φτάνοντας να γίνουν μια ευχή, κοινή σε κάθε άνθρωπο, την ευχή της απόλυτης ταύτισης του με το όλον.

Ο χαρακτηρισμός των επιθυμιών από διάφορους «ηθικολόγους» ως κατώτερων βουλητικών μορφών, που ασχολούνται μόνο με φτηνές ικανοποιήσεις του εγώ, αρνούμενες να συνεργαστούν σε συλλογικά οράματα, συνάδει με την καχυποψία τους έναντι του ατόμου. Στερούν έτσι από το συλλογικό την ελευθερία, αφού αποκλείουν από το άτομο τη δυνατότητα να επιλέξει την όποια συλλογικότητα ελεύθερα, επειδή απλά τη θέλει, κινούμενο αυτοβούλως, από εσωτερική διάθεση, και όχι επειδή πρέπει, υπακούοντας σε εξωτερικές εντολές.

Το πρέπει χωρίς το θέλω δεν μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμες συλλογικότητες, το εμείς χωρίς το εγώ δεν παράγει εξελικτικές μορφές, που να μας προάγουν εν τω γίγνεσθαι. Μόνο οι συνθέσεις που ευφορούνται από τη ψυχή μας και μας οδηγούν σε συναντήσεις που μας αφορούν προσωπικά, είναι οργανικές συνθέσεις και μπορούν να γεννήσουν κάτι ζωτικό για εμάς. Αλλιώς είναι σχήματα άδεια, που το μόνο που προσθέτουν είναι κενό και μοναξιά.

Οι οργανικές συνθέσεις και τα γεννήματά τους είναι αυτά που συνέχουν τα άτομα με το όλον, δίνοντάς τους την αίσθηση της συνέχειας τους, ακόμη και μετά τον θάνατό τους. Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο που να θέλει ο άνθρωπος από αυτό, και δεν υπάρχει ενήλικο άτομο – τουλάχιστον, υγιές πνευματικά - χωρίς να αποζητάει κατά βάθος την πλήρη ένταξή του στο σχέδιο Αυτού, με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός του σε γόνιμες συναντήσεις, όπως του υποδεικνύει η μεγιστο-ποιητική ακολουθία των επιθυμιών του.

Η έφεση προς τη σύνθεση διαφεύγει από πολλούς ειδικούς της κριτικής των ανθρωπίνων (κριτικής που εκφράζεται με έργα θεωρητικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά, κλπ.) οι οποίοι αρέσκονται σε μια αναλυτική κριτική αποδόμησης της υπάρχουσας συνθήκης, χωρίς να δίνουν καμία ιδιαίτερη προοπτική σύνθεσης μιας άλλης. Αυτή η αναλυτική εμμονή τους, εμπνέεται από παρελθόντα κινήματα κοινωνικής κριτικής, πρωτοποριακά για την εποχή τους, τα οποία πλέον δεν είναι, αλλά έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς ανάγνωσης και αξιολόγησης των πραγμάτων, όπου πρωτοποριακός σημαίνει αναγκαστικά κάποιος που βλέπει όλα τα κακά της κοινωνίας, αφήνοντας προφανώς τα καλά για τον απλοϊκό θετικισμό της μαζικής κουλτούρας, (τύπου Χόλυγουντ). Έτσι, ο «απλός κόσμος» γίνεται έρμαιο του λαϊκισμού, αφού οι «πρωτοπόροι» αδυνατούν να αντιληφθούν τη στοιχειώδη ανάγκη σύνθεσης που έχουν τα άτομα, διότι είναι αποσυνδεδεμένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η ανειλικρίνεια αυτής της ξεπερασμένης «πρωτοπορίας» και η αντίφασή της με την ισχύουσα πραγματικότητα είναι προφανής σε όλες τις εκδηλώσεις της. Αυτό εξηγεί γιατί η λεγόμενη αριστερά, (ένας όρος από μόνος του πεπαλαιωμένος), αδυνατεί να συλλάβει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αφήνοντας τη δεξιά να δείχνει ότι έχει τη μόνη πραγματιστική πολιτική, (την οποία, βέβαια, ενστερνίζονται και οι αριστεροί, όταν πρόκειται να κυβερνήσουν).

Τα κοινωνικά κινήματα που φιλοδοξούν να παίξουν κάποιο μετασχηματιστικό ρόλο, θα έπρεπε να ξεκινούν πρώτα από το αίτημα της αφ’εαυτόν ειλικρίνειας των ατόμων που τα απαρτίζουν. Μόνο βασισμένη πάνω στην ατομική επιθυμία είναι βάσιμη η επιθυμία αλλαγής τους κόσμου. Διότι, πολύ απλά, θέλω να αλλάξω τον κόσμο, γιατί θέλω να αλλάξω εγώ.

Η ατομική επιθυμία, αργά ή γρήγορα, αναγκάζεται να ασχοληθεί με το γενικό, από το οποίο εξαρτάται έτσι κι αλλιώς η ευόδωσή της. Από τη στιγμή που μια επιθυμία εκφραστεί (με λόγια ή με πράξεις), η πραγματο-ποίησή της εξαρτάται από το εύφορο έδαφος που θα βρει και την ανταπόκριση που θα έχει. Όσο οι επιθυμίες μας εξελίσσονται, τόσο και το πεδίο της απεύθυνσής τους διευρύνεται, μέχρι που φτάνουν να αναμετρηθούν με κοινωνικές δομές, οι αντιστάσεις των οποίων εμποδίζουν την κλιμάκωσή τους σε μια κοινή ευχή.

Οι αντιστάσεις του έξω κόσμου, είτε του υλικού, είτε των ανθρώπων, είναι δεδομένες. Ξεκινούν από την εγγενή αντίσταση της ύλης στην μετάπλασή της από τη μορφοποιητική δυναμική του γίγνεσθαί μας. Εφόσον, η προσέγγιση του έξω κόσμου είναι πηγαία - σύμφωνη με τη φορά του συμπαντικού γίγνεσθαι όπως αυτή εκφράζεται μέσα μας - τότε η ύλη ανταποκρίνεται συν τω χρόνω σε αυτό που είναι προορισμένη να κάνει εξ Αυτού, το οποίο καθοδηγεί και εμάς.

Επαφίεται στη δική μας πρωτοβουλία και προσπάθεια η κάμψη των εξωτερικών αντιστάσεων και η διαμόρφωση του γύρω μας κόσμου σε γόνιμο περιβάλλον για τη μορφο-ποιητική μας, με το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας σε συστήματα που να ενθαρρύνουν την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών μας, αντί να την αποθαρρύνουν, όπως κάνουν τώρα, καλλιεργώντας τη δειλία και το φόβο στα άτομα.

Η πρωτοβουλία της δράσης ανήκει στον καθένα προσωπικά και δεν εκχωρείται, ούτε μεταβιβάζεται. Αν εγώ δεν κάνω τίποτε, περιμένοντας από τους άλλους να κάνουν, (τους οποίους κρίνω, από πάνω, σαν ανεπαρκείς, όταν κατηγορώ την κοινωνία, χωρίς να κάνω κάτι, εντωμεταξύ, για αυτήν), τότε, τίποτε δεν θα συμβεί που να με αντιπροσωπεύει. Μόνο η δράση «επι προσωπικού» είναι βάσιμη. Πάνω σε αυτή μπορούν να χτιστούν οι αντιπροσωπευτικές συλλογικότητες που χρειαζόμαστε για το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας.

Οι κοινωνικές δομές απαρτίζονται από πολλούς και μόνο από πολλούς μπορούν να αλλάξουν. Το άτομο είναι ανίσχυρο από μόνο του να επιφέρει αλλαγές σε ευρύτερες συνθήκες, από τις οποίες εξαρτάται το γενικό καλό, και βέβαια το δικό του. Έτσι, το ατομικό συναντά μαθηματικά το συλλογικό, καθώς το άτομο κινείται μεγιστο-ποιητικά.

Η φυσιολογική κίνηση του ατόμου από μέσα προς τα έξω, από το εγώ στο εμείς, από το ατομικό στο συλλογικό, από το λίγο στο πολύ, αναστέλλεται από το φόβο της έκφρασης των ενδόμυχων προβολών του, όταν το κοινωνικό του περιβάλλον φαντάζει εχθρικό σε πρωτοβουλίες, που μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση την καθεστηκυία τάξη που το νέμεται.

Ο μόνος τρόπος να υπερβληθεί η αντίσταση του φόβου είναι η αυτοκινούμενη γενναιότητα του ατόμου – που του έχει δοθεί φυσιολογικά, με την μορφή του πλεονάσματος που διαθέτει - ώστε να τολμήσει την αυτο-έκφρασή του, παρά τον κίνδυνο. Αυτή η ε-αυτο-κίνηση είναι ο σπινθήρας που μπορεί να ενεργοποιήσει την κοινωνική εξέλιξη. Από εκεί και πέρα οι συμμαχίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στα άτομα και οι συλλογικότητες που αναπτύσσονται, κρίνουν το γενικό αποτέλεσμα, αν θα είναι φτωχό ή πλούσιο.

Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, που μας κάνει όλους σχεδόν αλληλένδετους, υπάρχει η ανάγκη για μια νέα συλλογικότητα, η γενικότητα της οποίας να καλύπτει τα σύγχρονα δεδομένα και τις νέες αναγκαιότητες, τις οποίες είναι ανίκανη να εκφράσει η παραδοσιακή πολιτική σκέψη. Αυτή η νέα συλλογικότητα, για να είναι βάσιμη και ουσιαστική, δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στη βασική κοινωνική μονάδα, το άτομο, και να συνταχθεί πάνω σε κάποιες απλές και γενικές αρχές, που να περιλαμβάνουν τους πάντες και να τους αφορούν όλους προσωπικά.

Τη στιγμή που όλα φαίνονται να γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, αναδεικνύεται η σημασία του απλού στη διαμόρφωση της νέας συλλογικότητας που χρειάζονται οι καταστάσεις. Εφόσον βάλουμε το άτομο στο κέντρο της προβληματικής μας, επανατοποθετώντας το στα βασικά του ζητούμενα, όπως το να νιώθει καλά, μέσα από την ειλικρινή του αυτό-έκφραση και τη σύμφωνη με αυτήν σύζευξή του με τους άλλους, δεν αργούν να φανούν οι στόχοι και οι άξονες της πολιτικής πρότασης που προκύπτει. Αυτή η πρόταση μπορεί πολύ απλά να στηριχθεί σε δύο βασικές δέσμες μέτρων, που η μια να αφορά τα μέτρα ενθάρρυνσης της ειλικρινούς έκφρασης του ατόμου και η άλλη τα μέτρα περιορισμού του φόβου και των μηχανισμών που τον καλλιεργούν.

Τόσο απλά.

Wednesday, January 6, 2010

αναφορά σε Αυτό

Οι βασικές αρχές στις οποίες αναφερόμαστε σήμερα για να στηρίξουμε τις πράξεις μας ως σωστές, ανήκουν χονδρικά σε δύο κατηγορίες, αμφότερες αμφισβητήσιμες.

Από τη μια έχουμε τις αρχές που έχουν μυθολογική καταγωγή και παρουσιάζονται σαν εντολές ενός ανώτερου όντος (ή πολλών ανώτερων όντων), και δεν πείθουν πλέον παρά μόνον όσους χρειάζονται την υποστήριξη κάποιας θρησκείας.

Από την άλλη έχουμε αυτές που θέτουν τον άνθρωπο στο κέντρο και τον καλούν να αυτοδιαχειριστεί τις υποθέσεις του υιοθετώντας κάποιες αρχές κοινής αποδοχής, οι οποίες έχουν αποδειχθεί επίσης προβληματικές, παρά τον διακηρυγμένο ανθρωπισμό τους.

Το πρόβλημα στις δεύτερες, στις οποίες βασίζεται κατεξοχήν ο «δυτικός κόσμος», βρίσκεται στην αυτοαναφορικότητά τους.

Δεν θα εξετάσω το κατά πόσο η αυτοαναφορικότητα υποθάλπει τον ανθρώπινο εγωισμό, επιτρέποντάς του να στραφεί εύκολα εναντίον του άλλου, (είτε αυτός είναι ένας άλλος άνθρωπος, είτε η υπόλοιπη φύση). Αυτά είναι γνωστά και μπορούν να θεωρηθούν παρενέργειες του κύριου προβλήματος της αυτοαναφορικότητας, που έχει να κάνει με την αυθαιρεσία των αποφάνσεών της και την αδυναμία στήριξής τους σε κάτι άλλο από το εγώ μας, δηλαδή στον υποκειμενισμό της.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο είναι δυνατό εμείς οι άνθρωποι να βρούμε το σωστό συνομιλώντας μόνο μεταξύ μας (για να καταλήξουμε σε «αρχές κοινής αποδοχής»), χωρίς να αναφερόμαστε σε Αυτό που μας ξεπερνά και μας καθορίζει ως ο λόγος της ύπαρξής μας. Εκτός αν νομίζουμε ότι είμαστε αυθύπαρκτοι και αυτοκαθοριζόμενοι, που δεν είμαστε, αφού δεν γεννάμε εμείς τον εαυτό μας.

Εφόσον Αυτό περιέχει τους νόμους τού γίγνεσθαι, γέννημα των οποίων είμαστε, θα πρέπει η όποια νομοθεσία μας να έχει ως αναφορά τους νόμους Αυτού για να είναι ορθή, συμφωνώντας όσο γίνεται μαζί τους. (Στο βαθμό που μπορούμε να τους αντιληφθούμε όσο η νόησή μας το επιτρέπει και όσο η γνώση μας προχωράει.)

Δεν εννοώ να απαρνηθούμε τις κατακτήσεις της δυτικής σκέψης, παπαγαλίζοντας ανατολίτικα αποφθέγματα, αλλά να προχωρήσουμε προς τα εκεί που η ίδια η σκέψη μας μάς οδηγάει, στη νόηση του Όλου και στο ερώτημα της σχέσης μας με Αυτό.

Ας ξεπεράσουμε, λοιπόν, την παλιά διαμάχη ανάμεσα στο «δεν υπάρχει Θεός» και στο «υπάρχει» προσωποποιημένος (ως Χριστός ή Μωάμεθ ή άλλες θεοποιημένες μορφές), και ας αποδεχτούμε το προφανές ότι ναι υπάρχει κάτι πέρα από εμάς, κάτι που μας εμπεριέχει, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι, ούτε πώς να το πούμε, αφού είναι πέρα από τις δυνατότητες του λόγου μας, όντας ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος. Το μόνο που μπορούμε είναι να το υπαινιχτούμε με μια λέξη όσο γίνεται πιο ουδέτερη και αποχρωματισμένη από θρησκευτικές εικονοποιήσεις, όπως για παράδειγμα η λέξη «Αυτό».

Η ερωτηματική αναφορά μας σε Αυτό μπορεί να απεγκλωβίσει την ανθρώπινη νόηση από αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και να βγάλει τη φιλοσοφία από την παρατεταμένη ενδοσκόπηση στην οποία έχει περιπέσει, φοβούμενη μήπως κατηγορηθεί για μεγαλόστομες συνθέσεις, αν τυχόν αναφερθεί σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό της.

Αναφερόμενοι ερωτηματικά και ταυτόχρονα σταθερά σε Αυτό προσανατολίζουμε τη σκέψη μας στην Αλήθεια, συνδέουμε το μέρος μας με το Όλον, τείνουμε τη νόησή μας στη Σοφία, φιλο-σοφούμε με όλη τη σημασία της λέξης. Φιλοσοφώντας μπορούμε να διαγνώσουμε κάποιες γενικές αρχές, ανάλογες με αυτές που διέπουν το γίγνεσθαι και καθορίζουν την εξέλιξή μας, και να τις υιοθετήσουμε ως τις πλέον σωστές.

ο δρόμος της εξέλιξής μας


η διάθεση του πλεονάσματος

Οτιδήποτε υπάρχει αποτελεί ένα πλεόνασμα - πλεόνασμα της ύπαρξης έναντι της ανυπαρξίας, (ή του Είναι έναντι του μη-Είναι, της δημιουργίας έναντι της καταστροφής, της ζωής έναντι του θανάτου). Αυτό ακριβώς το πλεόνασμα δίνει τη δυνατότητα σε κάτι να είναι κάτι και όχι τίποτε. Το σύνολο του υπάρχοντος πλεονάσματος είναι ο κόσμος που ζούμε. Όσο ζούμε είμαστε μια μορφή του πλεονάζοντος κόσμου, και όταν πεθαίνουμε είμαστε τίποτε, αφού ό,τι υπάρχει δεν είναι παρά πλεόνασμα.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το μηδέν και το μη-Είναι παίζουν κάποιο ρόλο στο Όλον, αν εμπεριέχονται σε Αυτό ή αν Αυτό δεν είναι παρά το αέναο Είναι, που αναγεννάται μέσα από διαδοχικές μορφές της ύπαρξης, «παίζοντας» με αυτές. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι όσο ζούμε είμαστε κάτι, που σημαίνει ότι έχουμε κάποια υπόσταση ή, αλλιώς, ότι η θέση της ύπαρξής μας σε αυτόν τον κόσμο υπερέχει της άρσης της στην ανυπαρξία. Η υπεροχή της θέσης έναντι της άρσης (όπως και του θετικού έναντι του αρνητικού) συνιστά το πλεόνασμα που μας δίνει υπόσταση.

Αυτό το πλεόνασμα, τη στιγμή ακριβώς που μας δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουμε ως κάτι ξεχωριστό, μας ωθεί και να διαθέσουμε την ξεχωριστή ύπαρξή μας στο γίγνεσθαι ενωνόμενοι με άλλες υπάρξεις για να παραχθούν νέες μορφές μέσα από την ένωσή μας, οι οποίες θα αναπαράγουν το υφιστάμενο πλεόνασμα και μετά τον δικό μας χαμό.

Η ώθηση της ένωσής μας με κάτι άλλο από εμάς και η κίνησή μας προς αυτό προέρχονται από το πλεόνασμα που περισσεύει από όσο διατίθεται για τη συντήρηση μας. Το εν λόγω περίσσευμα μάς κατευθύνει σε ένα άλλο σώμα ή σε κάτι άλλο, με το οποίο ενωνόμενοι θα συμβάλουμε στην παραγωγή μιας νέας υπόστασης. Η νέα υπόσταση, έχοντας παραλάβει από εμάς το πλεόνασμα που διαθέσαμε για την παραγωγή της ενωνόμενοι, θα το πάει παραπέρα, συμβάλλοντας με τον τρόπο της στην αναπαραγωγική συνέχεια του πλεονάσματος.

Το γίγνεσθαι κινείται τριαδικά, αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο. Το κάθε ένα είναι κάτι τρίτο ως προς τα δύο που το γέννησαν με την ένωσή τους. Ως τρίτο είναι ένας περιττός αριθμός, ένα περίσσευμα, που δυσφορώντας με την περιττότητά του αναζητεί την ολοκλήρωσή του σε άρτιο αθροιζόμενο με έναν άλλο περιττό αριθμό σε δύο. Το δύο της ένωσής τους θα γεννήσει κάτι τρίτο, που όταν ενηλικιωθεί και αισθανθεί μονάδα θα ενωθεί με ένα άλλο τρίτο και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ο τρόπος που γίνεται ο κόσμος, όπως μπορούμε να το αντιληφθούμε στη γύρω μας φύση, στην οποία ανήκουμε.

Αν και η φυσική κυκλοφορία του πλεονάσματος τείνει σε κυκλικότητα, με το γήινο οικοσύστημα να έχει συστηματοποιήσει τις ανταλλαγές πλεονάσματος των στοιχείων του κατά τρόπο γενικά άρτιο, έτσι που το πάρε δώσε ανάμεσά τους να μην παρουσιάζει κενά, το πλεόνασμα του ανθρώπου παρουσιάζει κάποια προβλήματα.


το πλεόνασμα του ανθρώπου

Ο άνθρωπος είναι εμπλουτισμένος με δυνατότητες που τον διαφοροποιούν ριζικά από τα άλλα όντα της φύσης και του παρέχουν τέτοια υπερβάλλουσα δύναμη σε σχέση με αυτά που είναι αδύνατον να την ανταλλάξει μαζί τους στο άρτιο, χωρίς να του περισσεύει κάτι. Αυτό το «μεταφυσικό» του περίσσευμα, ήτοι αυτό που περισσεύει από τη σχέση του με τη φύση, μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μπορεί να γίνει θρησκεία ή φιλοσοφία, επιστήμη ή τέχνη, να προκαλέσει αλλαγές στα κοινωνικά του συστήματα, να διατεθεί για την περαιτέρω εξέλιξή του και να τον προάγει ως άνθρωπο. Μπορεί, όμως, να αναλωθεί και σε καταστροφικά ή αυτοκαταστροφικά έργα, όταν δεν βρίσκει τρόπο για τη σωστή του διάθεση, διότι από τη στιγμή που υπάρχει, κάτι πρέπει να γίνει με αυτό, και κάτι σίγουρα θα γίνει, καλό ή κακό.


τρόποι διάθεσης του ανθρώπινου πλεονάσματος

Η σωστή διάθεση του πλεονάσματος εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται το σωστό κάθε φορά ο άνθρωπος και αυτό έχει να κάνει με την αναφορά του σε Αυτό, αν είναι : α) εξωτερική, β) εσωτερική ή γ) ανύπαρκτη.

α) Αν αναφέρεται σε Αυτό ως ένα ανώτερο ον, έξω από τον κόσμο, που τον κατευθύνει με κάποια εντάλματα, αντιλαμβάνεται το σωστό ως μια σειρά εξωτερικών εντολών που κατέχουν οι εκλεκτοί τού ανώτερου όντος, σύμφωνα με τις οποίες εντολές πρέπει να διαθέσει το πλεόνασμά του ή ακόμη και να το απαρνηθεί.

Στην πραγματικότητα, με αυτόν τον τρόπο, διαθέτει το πλεόνασμά του στην ανέγερση ναών της δύναμης, που ως ένα βαθμό κατάφεραν να τον ανυψώσουν από το πρωτόγονο επίπεδό του, αλλά στη συνέχεια αποτέλεσαν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξή του με τη σκοταδιστική δεσποτεία που ασκούσαν πάνω του, και ασκούν μέχρι σήμερα, όπου ισχύουν ακόμη δεσποτικά καθεστώτα.


β) Αν αναφέρεται σε Αυτό σαν το Όλον μέρος του οποίου είναι κι αυτός, άρα μετέχει και ο ίδιος του Είναι και συμμετέχει στο γίγνεσθαι έχοντας μια εσωτερική σχέση μαζί του (γι’ αυτό, δεν μπορεί να το δει από έξω και να διαβάσει τις εντολές του, παρά να αναρωτιέται για αυτές), τότε προσπαθεί να διαγνώσει το σωστό μέσα από τις ίδιες τις δυνάμεις τού γίγνεσθαι που τον ωθούν να διαθέσει το πλεόνασμά του έτσι όπως τον ωθούν με τη μορφή των επιθυμιών.

Οι επιθυμίες είναι προβολές του πλεονάσματος που εικονοποιούν φαντασιακά τον στόχο της διάθεσής του. Ωθούν το άτομο να διαθέσει το πλεόνασμά του στην κατεύθυνση της ένωσής του με κάτι άλλο, το οποίο προβάλλεται στη φαντασία του ως ποθητό. Αν η ένωση του ατόμου με αυτό που ποθεί καρποφορήσει θα παράγει κάτι τρίτο, συμμετέχοντας δημιουργικά στο γίγνεσθαι. Η ευφορία του γίγνεσθαι είναι η ανταμοιβή που εισπράττει το άτομο από τη σύμφωνη με τις επιθυμίες του παραγωγική διάθεση τού πλεονάσματός του.


γ) Αν ο άνθρωπος αρνείται οποιαδήποτε αναφορά σε Αυτό και θεωρεί τον εαυτό του ικανό κριτή του σωστού θέτοντας το εγώ του υπεράνω όλων, τότε η διάθεση του πλεονάσματος προς τον άλλο αναστέλλεται, διότι ο άλλος (ή το άλλο) δεν αναγνωρίζεται ως κρίσιμος για το εγώ, παρά μόνο ως χρήσιμος για αυτό. Έτσι ο άλλος (ή το άλλο) μπορεί να θεωρηθεί ως ένα απλό εξάρτημα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ενισχύσει την πανοπλία τού κυριαρχικού εγώ του.

Σε αυτήν την περίπτωση, η επιθυμία δεν παίζει το ρόλο προπομπού γόνιμων συναντήσεων, αλλά επιδρομέα. Δεν εκλαμβάνεται σαν ώθηση ένωσης, αλλά ιδιοποίησης. Αυτό που κυριαρχεί τότε είναι το λαβείν και όχι του δούναι. Σε μια τέτοια γενικευμένη αίσθηση αρπακτικότητας, ο καθένας προσπαθεί να προστατευτεί κατακρατώντας το πλεόνασμά του. Η συνεπαγόμενη αδιαθεσία του πλεονάσματος προκαλεί στα άτομα δυσφορία λόγω της απόκλισής τους από τη φορά του γίγνεσθαι (δυς-φορά) και της απομάκρυνσής τους από την ευφορική γονιμότητά του.


δυσφορία και ευφορία
Η ευφορία και η δυσφορία είναι το βασικό συναισθηματικό δίπολο με το οποίο μας κατευθύνει η ψυχή ως οδηγός ενότητας.

Η ψυχή είναι η πεμπτουσία της ενότητάς μας, της ενότητας των μερών μας σε ένα ζωντανό όλον, το οποίο αποσυντίθεται και πεθαίνει όταν αυτή η ενότητα χάνεται και η ψυχή φεύγει. Όντας ενότητα καθεαυτή, η ψυχή μάς συναρτά με τη φορά του γίγνεσθαι που μας γέννησε και που μας δίνει είτε την ευφορία της γονιμότητας - όταν τη φέρουμε καλώς, «ευ» - είτε τη δυσφορία της περιττότητας, - όταν τη φέρουμε κακώς, «δυς». Έτσι, η ψυχή μάς δίνει σήματα προς τα πού να πάμε.

Η ψυχή, ως οδηγός ενότητας, δεν μας επιτάσσει μια αδιαφοροποίητη ενότητα, αλλά μας οδηγεί επίσης να διαφοροποιηθούμε από ό,τι μας προκαλεί δυσφορία, για να ενωθούμε στη συνέχεια με αυτό που επιθυμούμε, βιώνοντας στην πράξη την ευφορία που η επιθυμία για αυτό μάς υποσχέθηκε φαντασιακά.


ενότητα και διαφορά
Η κίνηση της διαφοροποίησης, καθοδηγούμενη από τη ψυχή, δεν έχει σκοπό την οριστικοποίηση της διαφοράς και την πλήρη αποσύνθεση, άρα τον θάνατο, αλλά μια νέα σύνθεση, που θα εμπλουτίσει το γίγνεσθαι, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την υπεροχή της ενότητας και της ζωής έναντι του χωρισμού και του θανάτου.

Στον κόσμο που ζούμε η ενότητα υπερέχει της διαφοράς διότι αυτή του δίνει υπόσταση συνέχοντας τα στοιχεία του, που αλλιώς θα εξανεμίζονταν αποφορτίζοντας το πλεόνασμα της στοιχειώδους υπόστασής τους στο κενό και στο τίποτε. Η ενότητα τα συνέχει επιτρέποντάς τα να ανταλλάξουν το πλεόνασμά τους τόσο για να διατηρηθούν όσο και για να παράξουν νέες μορφές μέσα από τους συνδυασμούς τους.

Η κίνηση της διαφοροποίησης επιτρέπει νέους συνδυασμούς που θα εμπλουτίσουν το γίγνεσθαι με τις νέες ενώσεις στις οποίες οδηγεί. Η ένωση είναι αυτή που καθοδηγεί κάθε διαφοροποίηση, διότι μόνο μέσω αυτής παράγεται το διαφορετικό, ενώ ο χωρισμός δεν μπορεί να παράγει τίποτε. Μπορεί η διαφορά να είναι απαραίτητη προϋπόθεση των μορφών, αλλά η διαφοροποίηση από μόνη της είναι άγονη, αν δεν κατευθύνεται από την ορμή της ενότητας.


Το ίδιο και η ανάλυση, όσο χρήσιμη και αν είναι, δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τη σύνθεση, ούτε βέβαια να την υποκαταστήσει. Η σύνθεση ξεπερνάει κάθε ανάλυση ως προς το ότι είναι φορέας ενότητας και μεταφορέας ενός πλεονάσματος που είναι αδύνατον να αναλυθεί και να αναχθεί σε κάτι πριν από αυτό, διότι αυτό το πλεόνασμα είμαστε εμείς (ως μορφή του πλεονάζοντος κόσμου) και πριν από αυτό δεν υπάρχει τίποτε (ή αν υπάρχει δεν είναι του δικού μας κόσμου και είναι αδύνατον να το διανοηθούμε, εφόσον υπάρχουμε σαν μορφή αυτού εδώ του κόσμου που ζούμε).

Η αναλυτική υπερβολή (όπως και η υπερβολική κριτική) μπορεί να οδηγήσει μόνο στην αποσύνθεση. Αυτό που γεννά τα πράγματα και τα επιτρέπει να υπάρχουν είναι η σύνθεση των στοιχείων τους, που ωθούμενα από τη δύναμη της ενότητάς τους, πέρα από κάθε διαφοροποίησή τους, συντίθενται για να δώσουν μορφή και συνέχεια στο είναι τους.


Η ενοποίηση είναι ο απώτερος σκοπός της κίνησης κάθε επιμέρους όντος, το οποίο αφού διαφοροποιηθεί μέχρι να αποκτήσει την ξεχωριστή του οντότητα, νιώθει μετά διαχωρισμένο, περιττό και μόνο. Η μοναξιά το ωθεί να αναζητήσει τη μοναδικότητά του, πέραν της ετερότητας και της περιττότητάς του στην ταυτότητα και στην αρτιότητα ενωνόμενο με αυτό στο οποίο θα διαθέσει το πλεόνασμά του.


η ανάγκη της ολοκλήρωσης
Αυτό που με κινεί είναι η ανάγκη της ολοκλήρωσής μου με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός μου προς τα εκεί που με οδηγούν οι προβολές του μέσω των επιθυμιών, έτσι που να μην υπάρχει τίποτε που να με κάνει να νιώθω πλεονάζων, τίποτε που να με διαχωρίζει από τον κόσμο, αλλά να ταυτοποιούμαι εν Αυτώ.

Η κίνηση προς την ταυτοτική μου ολοκλήρωση με κάνει να νιώθω καλά με την ευφορία που εισπράττω εφόσον συμμετέχω στο γίγνεσθαι διαθέτοντας το πλεόνασμά μου στη δημιουργία μορφών μέσα από τις ενώσεις μου με τους αποδέκτες του πλεονάσματός μου.

Οι μορφές που παράγονται πέρα από εμένα, αλλά μέσω εμού, μου μεταδίδουν την αίσθηση της συνέχειας που με συνδέει με το Όλον και με απαλλάσσει από την αγωνία του πεπερασμένου και θνητού εγώ μου.

Η ταυτο-ποίηση μου, μέσω της παραγωγικής διάθεσης του πλεονάσματός μου, οδηγεί στην αποφόρτιση τού εγώ μου από την ετερότητά του, την περιττότητα και περατότητά, και το συνδέει με το συμπαντικό «Εμείς», μέρος του οποίου είναι. [Η ίδια η λέξη ταυτότητα εμπεριέχει στα ελληνικά τον όρο της σύνδεσης: τε+αυτό (και+αυτό) = ταυτό.]

Το ζητούμενο της πληρότητάς μας δεν «κατακτιέται» κατ’ ιδίαν και ξεκομμένα από τον κόσμο, αλλά με την πλήρη συμμετοχή μας στο γίγνεσθαί του. Η μοναστική άποψη της αυτοεκπλήρωσης παραβιάζει στοιχειώδεις κανόνες του γίγνεσθαι και οδηγεί στη διαστροφή της (αυτ)απάρνησης του πλεονάσματος. Μια τέτοια διαστροφή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σαν ακραία αντίδραση στην αγοραία άποψη «όλα για την πάρτη μου», που αντιπροσωπεύει επίσης ένα είδος αυτοεκπλήρωσης, εξίσου διεστραμμένου. (Και οι δύο απόψεις, η μοναστική και η αγοραία, συντελούν στην ενοχοποίηση της επιθυμίας, η πρώτη με το να την κατηγορεί για εγωιστική πρακτική και η δεύτερη με το να τη χειρίζεται εγωιστικά, διαστρέφοντας το διαθέσιμο πλεόνασμά της σε πλεονεξία.)

Η ταυτοτική μου ολοκλήρωση σημαίνει πολύ απλά τη ταύτιση αυτού που θέλω να είμαι και αυτού που είμαι, που σημαίνει με τη σειρά της την πραγματοποίηση των επιθυμιών μου, δηλαδή την παραγωγική διάθεση του πλεονάσματός μου στις ενώσεις που θα πραγματοποιήσουν αυτές τις επιθυμίες.


η σειρά των επιθυμιών

Η πραγματοποίηση των επιθυμιών δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Απαιτεί ενέργεια, η οποία, μάλιστα, μπορεί να μη φέρει αποτέλεσμα, αν το αντικείμενο της επιθυμίας μας δεν ανταποκριθεί στην προσέγγισή μας. Για να διακινδυνεύσουμε την ενέργειά μας θα πρέπει αυτό που θέλουμε να το θέλουμε πολύ. Αυτό μας οδηγεί να βάλουμε σε μια σειρά τις επιθυμίες μας, βάζοντας πρώτη αυτήν που η προοπτική της πραγματοποίησής της μας συναρπάζει περισσότερο από όλες.

Η αξιολόγηση του «βαθμού συναρπαστικότητας» μιας επιθυμίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από άλλους εξωγενείς παράγοντες ή αναστολές (όπως, αν η επιθυμία μας είναι «ρεαλιστική» ή αν είναι κοινωνικά αποδεκτή), αλλά να προκύπτει από την καθαρή συναίσθηση της έντασής της μέσα από τη φαντασιακή προείσπραξη της ευφορίας μας από την πιθανή πραγματοποίησή της. Η καθαρότητα φέρνει και καθαρά αποτελέσματα, που φανερώνουν τι θέλουμε πραγματικά και μας υποδεικνύουν την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουμε για να ολοκληρωθούμε ταυτοτικά. Η ειλικρίνεια με τον εαυτό μας είναι καθοριστική της καθαρότητας των αποτελεσμάτων της ενδοσκόπησής μας,

Η καταγραφή και η αποδοχή της ειλικρινούς αξιολόγησης των επιθυμιών μας είναι δουλειά της συνείδησης, η οποία, συνδέοντας το έλλογό μας στοιχείο με το άλογο, υποστασιοποιεί τα φαντασιακά μας ευρήματα και τα προβάλλει καθαρά στον νου. Αν δεν έχουμε συνείδηση αυτού που θέλουμε, τότε θα σκοντάφτουμε συνέχεια επάνω του και δεν θα πάμε μακριά.


Η αξιολόγηση των επιθυμιών είναι μια ανοιχτή διαδικασία, αφού μετά από την πραγματοποίηση μιας επιθυμίας ακολουθεί μια άλλη. Παράλληλα, το ερώτημα του τι κρύβεται πίσω από την αλληλουχία τους δραστηριοποιεί τη σκέψη μας για να διαγνώσει τι πραγματικά θέλουμε σε «βάθος χρόνου.

Η δέσμευσή μας σε αυτό που πραγματικά θέλουμε μεγιστοποιεί την πιθανότητα της πραγματοποίησής του και της ακόλουθης ευφορίας μας.


Η προβολή της αλληλουχίας των επιθυμιών μας στο διηνεκές (ή η αναγωγή τους στο απόλυτο), με τη σκέψη μας να ερωτά για τον λόγο των επιθυμιών (αναφερόμενη ερωτηματικά σε Αυτό), αποκαλύπτει την ευχή που κρύβεται πίσω από αυτές και πίσω από όλα αυτά που κάνουμε, την ευχή της εναρμόνισής μας με τον κόσμο, της ενότητας του μέρους και του όλου, του εγώ και του εμείς. Η αναγωγή της λογικής ακολουθίας των επιθυμιών μας στο απόλυτο μάς κάνει όλους ένα. Έτσι, οι επιθυμίες μας όχι μόνο δεν μας χωρίζουν, αλλά να μας ενώνουν μέσα από την κοινή προοπτική τους, την ευχή.


το μέγιστο και το ελάχιστο

Η κίνησή μας προς τα εκεί που μας υποδεικνύει η μέγιστη των επιθυμιών μας μάς οδηγεί στη μεγιστο-ποίηση, τόσο με την έννοια της μεγιστοποίησης των προσπαθειών μας (άρα και των δυνατοτήτων μας), όσο και με την έννοια της μέγιστης δυνατής ποίησης – πράξης (άρα και πραγματοποίησης) αυτού που θέλουμε.

Το τι θα καταφέρουμε τελικά, μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά εμείς θα έχουμε κάνει ότι μπορούσαμε να κάνουμε ως προς το μέγιστό μας και θα έχουμε πετύχει το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα, οπότε θα έχουμε «μεγιστοποιηθεί» ούτως ή άλλως, ακόμη και αν αυτό που θα έχουμε εισπράξει θα είναι κάτι λίγο.

Το ποσοτικά λίγο μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) μέγιστο, εφόσον προσφέρει την ταυτοποίησή μας, όταν διαθέτουμε όλο το πλεόνασμά μας στην κατεύθυνση της μέγιστης επιθυμίας μας και κάνουμε ότι μπορούμε να την πραγματοποιήσουμε.

Το ποσοτικά πολύ μπορεί να είναι ποιοτικά (και ποιητικά) ελάχιστο, όταν δεν προέρχεται από την εξαντλητική προσπάθεια πραγματοποίησης της μέγιστης των επιθυμιών μας, αλλά είναι προϊόν του συμβιβασμού μας με επιθυμίες ελάχιστες σε σχέση με αυτήν.

Η ελαχιστοποίηση μας, ως υποχώρηση από τη μέγιστη επιθυμία μας (είτε γιατί την αγνοήσαμε, είτε γιατί τη φοβηθήκαμε), ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλά δεν κάναμε, ένα χάσμα που όσο και αν το γεμίζουμε ποσοτικά, με υλικά «αγαθά», θα μένει χάσκον, αφήνοντας το κακό να εισχωρήσει ανάμεσά μας, ως κενό.


το κακό
Το κακό υπάρχει ως κενό, ως κάτι που δεν υπάρχει. Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει κακό. Ό,τι γίνεται έχει κάποιο λόγο που γίνεται, και είναι καλά γινομένο, αφού εν Αυτώ τίποτε δεν μπορεί να είναι κακό, από τη στιγμή που «είναι» κάτι, άρα έχει μια θέση στην ολότητα Αυτού. Το κακό ανήκει στο «μη-είναι», και κανονικά δεν έχει καμία θέση ανάμεσά μας.

Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να φερθεί μη-κανονικά και να δημιουργήσει κενά ανυπαρξίας προσκαλώντας το κακό να πάρει μια παρά φύσει θέση στον δικό του κόσμο με το να δρα (αυτο)καταστροφικά πέρα από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Η παράβαση των κανόνων του γίγνεσθαι, βέβαια, δεν μένει ατιμώρητη κι έτσι κάθε απόπειρα κακού εισπράττει αυτομάτως το αποτέλεσμα της (αυτο)καταστροφής με την εξαφάνιση της περιοχής στην οποία εισχώρησε το κακό αποπειρούμενο ένα απαράδεκτο χάσμα στο Είναι, (το οποίο Είναι κλείνει αμέσως και συνθλίβει το κακό, δηλαδή, το μη-Είναι).

Ο αυτοματισμός τού Είναι δεν επιτρέπει στο κακό να υποστασιοποιηθεί ούτε στιγμή και να καταλάβει μια θέση εντός του, έτσι το κακό παραμένει έξω από τον κόσμο μας, σημαίνοντας πάντα κάτι αρνητικό για εμάς. Χαρακτηρίζοντας κάτι ως κακό δεν αναφερόμαστε σε κάτι που υπάρχει, αλλά στη συμπεριφορά του ανθρώπου που αποπειράται να άρει την ύπαρξη, είτε επιθετικά με το να την αφαιρεί από κάποιον άλλο, είτε παθητικά με το να τη στερεί από τον ίδιο τον εαυτό του.

Στην παθητική περίπτωση της ελαχιστοποίησης, κακό είναι αυτό που είναι να γίνει και δεν γίνεται, αυτό που ενώ θα μπορούσε να υπάρχει και να πάρει θέση στον χώρο αποσύρεται δημιουργώντας την αίσθηση του κενού, (διότι το κενό δεν είναι αισθητό παρά μόνο σαν απόσυρση από τον χώρο, αφού εκτός χώρου, στο μη-είναι δεν υπάρχει τίποτε αισθητό). Αυτό το κενό τείνει να καταλάβει ο επιτιθέμενος εκμεταλλευόμενος την παθητικότητα του διπλανού του.

Το επιθετικό εγώ επεκτείνεται στον χώρο που το παθητικό εγώ άφησε κενό, και μπορεί να πάρει τέτοια φόρα που να του αφαιρέσει κι αυτά τα λίγα που έχει. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ανισομερών σχέσεων, που θεμελιωμένες κοινωνικοπολιτικά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη μεγιστο-ποιητική κίνηση των ατόμων.


η καθαρότητα
Όταν δεν κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε να κάνουμε το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή νόθων μορφών, (είτε κοινωνικών και διαπροσωπικών, είτε καλλιτεχνικών και εμπράγματων), που δεν δηλώνουν καθαρά αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε. Οι νόθες μορφές υποστασιοποιούν τον φόβο μας να κάνουμε αυτό που θέλουμε πιο πολύ, και για αυτό καλλιεργούν την ηττοπάθεια. Αντίθετα, οι καθαρές μορφές, που εκφράζουν αυτό ακριβώς που θέλουμε να κάνουμε ή να πούμε, χωρίς να φοβόμαστε, είναι παραδείγματα θάρρους και εμπνέουν γενναιότητα στα άτομα, ώστε να κινηθούν μεγιστοποιητικά.

Η καθαρότητα είναι το διαρκές ζητούμενο της μορφο-ποιητικής του γίγνεσθαι, που κινεί το Είναι στο περαιτέρω ξεδίπλωμα του σε νέες μορφές ύπαρξης πιο καθαρές. Το «πιο» είναι ένας τονισμός• τονίζει ότι αυτό που υπάρχει δεν είναι αρκετό και θέλει κάτι περισσότερο για να είναι τέλειο, άρα καθαρό, μιας και χωρίς καθαρότητα δεν υπάρχει τελειότητα, αφού, μια μορφή που δεν είναι καθαρή, όταν κρύβει κάτι, δεν μπορεί να ισορροπήσει αρμονικά με την πλήρη ταύτιση της φόρμας και του περιεχόμενου της, και για αυτό είναι ατελής.

Η πορεία του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι μια πορεία προς την καθαρότητα – τελειότητα της μορφής του, μια πορεία τελειοποίησης με το περαιτέρω ξεκαθάρισμα, έκφραση και εκδήλωση των εγγενών του τάσεων, έτσι όπως εκφράζονται μέσω των επιθυμιών και οδηγούν στον εμπλουτισμό τού είναι του με καθαρές μορφές, σύμφωνες με τη πολύπλευρη φύση του.


ο πλούτος
Σε αυτή τη φάση του γίγνεσθαί μας, η κίνηση είναι προς τα μπροστά, προς τον πλούτο και το πλήθος των μορφών της ύπαρξης μας, μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος μας. Βέβαια, ο πλούτος και το πλήθος των μορφών δεν κάνει διαφορά, αν αυτές δεν είναι καθαρές.

Η καθαρότητα δίνει στις μορφές την ποιοτική διάσταση που τις κάνει φορείς του γίγνεσθαί μας και αγωγούς της ταυτοτικής μας ολοκλήρωσης, καθώς αυτές διαπραγματεύονται με ειλικρίνεια το ερώτημα ποιοι είμαστε - ποιοτικό ερώτημα - αναφερόμενοι ερωτηματικά σε Αυτό που μας καθορίζει. (Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το πόσοι είμαστε - ποσοτικό ερώτημα - αφού αυτό πάνω κάτω το γνωρίζουμε ή μπορούμε να το βρούμε με όργανα μέτρησης των ποσοτικών μας χαρακτηριστικών.)

Όταν οι μορφές που δίνουν οι άνθρωποι στην ύπαρξη τους είναι αποτέλεσμα υπεκφυγής του ποιοτικού τους ερωτήματος, τότε αποκρύβουν την ποιητική τους ένδεια κάτω από μια συσσωρευμένη ποσότητα, που την παρουσιάζουν για πλούτο.

Όταν ο πλούτος δεν συμψηφίζει την ποιότητα στο μέγεθός του και αθροίζει μόνο ένα σωρό ποσοτικές μονάδες για να παρουσιάσει κάτι «μεγάλο», δεν είναι παρά σκέτο πλήθος. Δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό, παρά πολλά μικρά ίδια, συγκεντρωμένα, συνήθως, στα χέρια λίγων.

Ο ποσοτικός μεγεθυντισμός, που αυτοπαρουσιάζεται σαν πλούτος, το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να πολλαπλασιάσει ανεπαρκείς μορφές, που ήδη υπάρχουν, επιβαρύνοντας την εξέλιξή μας με μία δυσβάσταχτη ποσότητα ανεπεξέργαστης ύλης και αποβλήτων, την οποία αν δεν μπορέσει να αφομοιώσει το ανθρώπινο γίγνεσθαι και να τη μετασχηματίσει μέσω του ποιητικού του παρόντος, το επίπεδό του θα υποχωρήσει υπό το βάρος της σε κατώτερα στάδια ανάπτυξης. Γι’ αυτό, ο πλούτος μόνο ως πλούσια παραγωγή ποιητικά επεξεργασμένων και ποιοτικά ξεκαθαρισμένων μορφών είναι καθαρός πλούτος, αλλιώς κρύβει μεγαλύτερη φτώχεια.


Ο καθαρός πλούτος, ως παραγωγή μιας καθαρής μορφής που δεν υπήρχε πριν, χρειάζεται την αυθόρμητη διάθεση του πλεονάσματος ενέργειας των ατόμων και την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών τους, διότι μόνο οι επιθυμίες, ως προβολές ενεργειακού πλεονάσματος, έχουν τη δύναμη να εξορύξουν τη βραχώδη σύσταση της πραγματικότητας και να βγάλουν τα πολύτιμα συστατικά με τα οποία θα συνθέσουν νέες μορφές, εμπλουτισμένες και πρωτοφανείς, πέρα από τις υπάρχουσες και προφανείς.

Οι επιθυμίες προβάλλουν φαντασιακά τις εικόνες αυτών που δεν έχουν γίνει ακόμη και θέλουν να γενούν. Έτσι, ανοίγουν δρόμο στις νέες μορφές και στον καθαρό πλούτο, που προσφέρει αντικειμενικά κάτι καινούργιο, αφού, αυτό που παράγουν δεν αποσπάται από ό,τι ήδη έχει πάρει μορφή ή από τη μετατροπή του, ούτε από την υφαρπαγή ή την ανακατανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Ο πλούτος με την καθαρή του έννοια είναι παράγων ευφορίας και σωστά οι άνθρωποι τον αποζητούν, όσο κι αν η έννοιά του νοθεύεται από εικόνες συσσώρευσης ποσοτήτων στα χέρια λίγων. Αυτό δεν είναι λόγος να εξυμνούμε τη φτώχεια, ούτε να μεμψιμοιρούμε παραιτούμενοι από το αίτημα του πλούτου.


Το ζητούμενο είναι το πολύ. Το λίγο δεν είναι ζητούμενο, είναι το δεδομένο από το οποίο ξεκινάμε. Ανεξάρτητα από το σημείο εκκίνησης του καθένα, αυτό που ζητάει αυτός είναι πάντα κάτι πιο πολύ, έστω κι αν αυτό είναι περισσότερο φαγητό σε περιοχές που πεινάνε, το οποίο μπορεί να φαίνεται σε εμάς λίγο, αλλά για αυτούς εκεί δεν είναι.

Όταν εμείς, που δεν έχουμε πρόβλημα πείνας, θέτουμε το πολύ μας σε θέματα φαγητού, τότε δεν κινούμαστε μεγιστοποιητικά, αλλά αντεστραμμένα πολυ-ελαχιστοποιητικά. Το ίδιο συμβαίνει όταν προκρίνουμε υλικές και ποσοτικές ανάγκες ως μέγιστο ζητούμενό μας, ενώ αποτελούν το ελάχιστο στις οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες μας. Έτσι, ο πλούτος αντιστρέφεται και από έννοια της αφθονίας σημαίνει ακόρεστη πείνα, η οποία μπορεί να στραφεί ενάντια σε αυτόν που δεν έχει πραγματικά να φάει και να του πάρει τα λίγα ψίχουλα που έχει.


δούναι και λαβείν
Η αντεστραμμένη έννοια του πλούτου έχει αποτέλεσμα την οργάνωση ενός κοινωνικο-οικονομικού συστήματος όπου κυριαρχεί το λαβείν και όχι το δούναι. Αυτό που τίθεται πρώτο σε κάθε συναλλαγή εντός αυτού του συστήματος είναι το τι έχει να πάρει κάποιος και όχι τι να προσφέρει. Η προσφορά θεωρείται κόστος που πρέπει να καλυφθεί εκ των προτέρων με κάποια ανταμοιβή, για να προσφέρει το άτομο αυτό που έχει να προσφέρει. Έτσι η διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου κατακρατείται προαπαιτώντας τη διάθεση του πλεονάσματος ενός άλλου προς αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν οδηγούμαστε από την καθαρή δική μας επιθυμία αλλά από την επιθυμία του άλλου, δηλαδή από την επιθυμία να μας επιθυμούνε. Αυτό υποδηλώνει ένα ναρκισσιστικό εγώ, καθόλου ερωτικό και δοτικό, ένα εγώ που κυριαρχεί σε καθεστώτα ατομισμού.

Η καθαρή επιθυμία, αυτή που συντελεί στην παραγωγή καθαρών μορφών και στον καθαρό πλούτο, ωθεί τα άτομα στην καθαρή διάθεση του πλεονάσματός τους, χωρίς να ξέρουν από πριν αν θα εισπράξουν κάτι ως ανταπόδοση. Το λαβείν δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά αποτέλεσμα του απροϋπόθετου δούναι μας προς τον άλλον.


γόνιμες συναντήσεις

Το αποτέλεσμα τού δούναι μπορεί να είναι πλουσιοπάροχο, μπορεί και όχι. Εξαρτάται από το αν ο αποδέχτης του ανταποκριθεί θετικά ή αρνητικά. Η τύχη της διάθεσης του πλεονάσματος κρίνεται από τις γόνιμες ή άγονες συναντήσεις στις οποίες θα δια-τεθεί. Εδώ, ο νους και η γνώση συμβουλεύουν το άτομο για την επιτυχέστερη διά-θεση του, χωρίς όμως να μπορούν να την εξασφαλίσουν.

Η μεγιστοποιητική κίνηση του ατόμου - με τη διάθεση του πλεονάσματός του στην κατεύθυνση της μέγιστης των επιθυμιών του - είναι πάντα μια κίνηση προς το άγνωστο, προς αυτό που δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά μπορεί να γεννηθεί από τη γόνιμη συνάντηση της επιθυμίας και του αποδέχτη της.


ο δρόμος της εξέλιξης
Η εξέλιξή μας εξαρτάται από το κατά πόσο θα τολμήσουμε το βήμα προς το άγνωστο, στο οποίο μας οδηγούν οι προβολές του πλεονάσματός μας. Αν δεν το τολμήσουμε θα μείνουμε στο ήδη γνωστό και απλά θα το αναπαράγουμε, ανακυκλώνοντας μαζί και το πρόβλημά του.

Αν το ήδη γνωστό δεν ήταν προβληματικό και η συνθήκη του ανθρώπου είχε εναρμονιστεί με τη φύση - τόσο τη δική του, όσο και τη περιβάλλουσα - τότε θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην αναπαραγωγή αυτού που είναι ήδη γνωστό και ισχύον, όμως η συνθήκη μας απέχει πολύ από κάτι τέτοιο.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην εξελικτική φάση του γίγνεσθαί μας, που μας ωθεί στο άγνωστο και είμαστε αναγκασμένοι να το τολμήσουμε, σύμφωνα με τις επιταγές Αυτού, όπως μας τις ενσωμάτωσε με φυσικό και εσωτερικό τρόπο (όχι επιβεβλημένα και εξωτερικά) μέσω των επιθυμιών, βάζοντας ταυτόχρονα το νου σαν σύμβουλό μας και τη ψυχή σαν οδηγό μας.

Το κατά πόσο κινούμαστε σύμφωνα ή όχι με τις ενσωματωμένες επιταγές Αυτού κρίνει και το σωστό ή το λάθος της κατεύθυνσής μας.