ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ - ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Είμαστε γεννήματα αυτού του κόσμου. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν μορφή ζωής ενός πλανήτη κάποιου ήλιου ενός από τους γαλαξίες του. Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλος κόσμος, ή σύμπαν, από αυτό που ζούμε, ούτε τι υπήρχε πριν από αυτό - αν υπήρχε κάτι – ούτε τι θα έρθει μετά. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε εδώ, όσο βρισκόμαστε, κάτοικοι της Γης, γέννημα κι αυτής του συμπαντικού γίγνεσθαι του κόσμου.
Μέσα από τη θέση μας στο σύμπαν, σαν ένα μέρος αυτού, οργανικά δεμένο μαζί του, είναι αδύνατον να το αντιληφθούμε στην ολότητά του, να αποσπαστούμε από αυτό με κάποιο τρόπο και να το δούμε από έξω για να καταλάβουμε τι είναι στο σύνολο. Μπορούμε να καταλάβουμε από μέσα πολλά, αλλά η ολότητά του, (όπως, άλλωστ η αρχή και το τέλος του), πάντα θα μας διαφεύγει, διότι μας εμπεριέχει.
Η απόπειρες των διαφόρων θρησκειών να πουν την ιστορία του κόσμου με αρχή, μέση και τέλος, είναι προϊόν ενός διανοητικού άλματος του ανθρώπου, μιας φαντασίας της πρώιμης ηλικίας του, όπου με μυθολογικές κατασκευές προσπάθησε να βάλει μια πρόχειρη τάξη στο χάος του ανεξήγητου κόσμου που τον περιέβαλλε. Όσο, όμως, μεγάλωνε και εξηγούσε, τόσο αυτή η κατασκευή αποδεικνυόταν αυθαίρετη, έτσι που σήμερα πλέον καμία θρησκεία να μη πείθει, όσο κι αν επιμένουν σε αυτή, όσοι αρνούνται πεισματικά τη γνώση.
Αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να θεαθούμε το όλον του κόσμου, βρισκόμαστε σε αντικειμενική αδυναμία να ορίσουμε απαράβατες αρχές και αιώνιες αλήθειες. Αρχές που βασισμένες στη γνώση του όλου και σφραγισμένες με τη βούλα του απόλυτου να μπορούσαν να θεμελιώσουν αλάθητες επιστήμες, τόσο φυσικές, όσο και κοινωνικές που θα έδιναν τη βάση να νομοθετήσουμε με ανάλογα αλάθητο τρόπο και τα ανθρώπινα.
Από την άλλη, η παραίτηση από το αίτημα του απόλυτου και της επικύρωσης της γνώμης μας από την αλήθεια, εισάγει το σχετικισμό στις ανθρώπινες κρίσεις, επιτρέποντας την αυθαιρεσία να παρεισφρήσει σε αυτές από την πίσω πόρτα, αφού την έδιωξε από τη μπροστινή, με την αποπομπή των θρησκειών.
Η αυθαιρεσία του σχετικισμού, πέρα από το ότι επιτρέπει την επιβολή της γνώμης του πιο ισχυρού πάνω στον πιο αδύνατο, αποσυνδέει τον άνθρωπο από το όλον στο οποίο ανήκει, με το να του αναγνωρίζει το δικαίωμα της ισχυρογνωμοσύνης του, έτσι ώστε, εν ονόματι του υποκειμενισμού της κρίσης του, να μπορεί να παραγνωρίσει τους απαράβατους νόμους του κόσμου στον οποίο ανήκει και να παραβιάσει τους κανόνες της φύσης που τον κρατάει στη ζωή, με καταστρεπτικά βέβαια αποτελέσματα.
Η αντικειμενική αδυναμία μας να ορίσουμε το απόλυτο, δεν σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει. Υπάρχει, όπως υπάρχει και το όλον, ως «Αυτό» που είναι τα πάντα.
[Χρησιμοποιούμε τον όρο «Αυτό», μια λέξη όσο γίνεται πιο γενική και ουδέτερη, για να αναφερθούμε στο όλον με το σύνολο των ιδιοτήτων του και όχι με κάποιες από αυτές. Το προτιμούμε από οποιαδήποτε άλλη λέξη μπορεί να σημαίνει κάποια ιδιότητα ή να είναι χρωματισμένη ιστορικά, (όπως η λέξη Θεός, που, εκτός των άλλων, είναι αρσενικού γένους, στα ελληνικά, άρα όχι ουδέτερη), αφού «Αυτό», ως όλον, είναι το άπαν των ιδιοτήτων. ]
Μπορεί να είναι αδύνατον εκ των πραγμάτων να προσδιορίσουμε τι είναι Αυτό, αλλά ξέρουμε ότι είμαστε μέρος το του όλου του και όχι Αυτό μέρος δικό μας. Η ζωή και η ευημερία μας εξαρτάται από Αυτό και όχι Αυτό από εμάς. Άρα, δεν μπορούμε να βάλουμε το εγώ μας πάνω από Αυτό, ούτε τη γνώμη μας πάνω από τους κανόνες του, χωρίς να τιμωρηθούμε για ύβρη προς τον ίδιο τον ζωοδότη μας κόσμο.
Το σύστημα των κανόνων που διέπουν το συμπαντικό γίγνεσθαι και ρυθμίζουν τα της ζωής μας, απαρτίζει το απόλυτο της γνώσης, στο οποίο πρέπει να τείνει η γνώμη μας για να είναι σωστή, ή, καλύτερα, για να γίνεται ολοένα πιο σωστή, αφού το απόλυτα σωστό και εντελώς αληθές είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραιτούμαστε από το αίτημα του. Άλλο, όμως, το αίτημα και άλλο η κατοχή.
Ανάμεσα στο τίποτε και στα πάντα υπάρχει το όλο και πιο πολύ. Ανάμεσα στη κατηγορηματική πρόταση «ξέρω τι είναι τι» [οντολογία τού είναι], και στην αποφατική «δεν ξέρω τίποτε» [μηδενισμός], υπάρχει η ρηματική τού «μαθαίνω» [ερμηνευτική τού γίγνεσθαι]. Αυτό εισάγει μια δυναμική έννοια στην ανθρώπινη εννόηση του κόσμου, την έννοια της μεγιστοποίησης, ως έννοια της βαθμιαίας προσέγγισης μας στην αλήθεια.
Το αίτημα της αλήθειας - και του απόλυτου - μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε Αυτό, μας βγάζει από το εγώ μας και μας συνδέει με τον κόσμο. Η ψευδαίσθηση της ολικής κατοχής της, όπως συμβαίνει με τις θρησκείες, αλλά και η παραίτηση από το αίτημά της, όπως συμβαίνει με τον σχετικισμό, μας αποσυνδέουν από τον κόσμο, οδηγώντας μας στα επικίνδυνα μονοπάτια - του φονταμενταλισμού οι θρησκείες, και του ανεξέλεγκτου ατομισμού ο σχετικισμός.
Η βαθμιαία εννόησή μας των κανόνων του συμπαντικού γίγνεσθαι και η συμμόρφωσή μας με αυτούς, είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε, εφόσον θέλουμε να ευημερούμε. Το «πρέπει», εδώ, δηλώνει την αναγκαστική μας σχέση με τον κόσμο, αφού είμαστε συνδεδεμένοι αναγκαστικά μαζί του και υποχρεωμένοι να μελετούμε τον τρόπο της συστοιχείωσής του, τόσο έξω από εμάς (φυσικές επιστήμες), όσο και μέσα μας (επιστήμες του ανθρώπου), για να ρυθμίζουμε τα εργαλεία μας και τα έργα μας ανάλογα, ώστε να ευημερούμε σύμφωνα με τους κανόνες τους γίγνεσθαί του.
Οι φυσικές επιστήμες έλυσαν το πρόβλημα της αλήθειας των θεωριών τους με τη μέθοδο της επαλήθευσης, όπου, ελέγχοντας την ευστάθειά τους στην περιοχή που αυτές κάλυπταν θεωρητικά, διαγίγνωσκαν την ισχύ τους ή όχι σε αυτή, χωρίς να διατείνονται ότι ξέρουν τα πάντα για όλα, ούτε, όμως, να παραιτούνται από το αίτημα της γνώσης του όλου. Έτσι, προχώρησαν σταδιακά στην εξερεύνηση του κόσμου, και η βαθμιαία προσέγγισή τους στην αλήθεια συνέδραμε μεγιστοποιητικά την επιστημονική γνώση.
Την ίδια στιγμή, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα δυσκολεύτηκαν, διότι είχαν να αντιμετωπίσουν τις αντιστάσεις κοινωνικών συστημάτων και ανθρώπινων εγωισμών πολύ πιο ισχυρών από τις αντιστάσεις τη υλικής πραγματικότητας. Ακόμη και σήμερα, που οι εξερεύνηση της ύλης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα παραμένουν στάσιμες, ανήμπορες να μεθοδεύσουν την προσέγγισή τους στην αλήθεια, με συνέπεια να βρίθουν από αυθαιρεσίες (είτε θρησκευτικού τύπου, είτε σχετικιστικού). Βασικός λόγος αυτής της δυσκολίας είναι ότι στις ανθρώπινες αποφάνσεις κριτής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Στα θέματα που αφορούν εμάς τους ίδιους, δεν υπάρχει η μαρτυρία της έξωθεν πραγματικότητας με την οποία συγκρίνει τις αποφάνσεις της η φυσική επιστήμη και κρίνει αν αυτές αληθεύουν ή όχι. Ούτε, βέβαια, υπάρχουν έξω από εμάς γραμμένες κάποιες θείες εντολές, τις οποίες να μας μεταφέρουν οι εκλεκτοί που έχουν το προνόμιο της απευθείας συνομιλίας τους με το θεό.
Αυτό που μας αφορά δεν υπάρχει γραμμένο κάπου έξω από εμάς, αλλά βρίσκεται μέσα μας. Τούτο δεν σημαίνει ότι είμαστε έρμαια κάποιου υποκειμενισμού (ή σχετικισμού), ξεκομμένοι από το σύστημα των κανόνων του σύμπαντος κόσμου (δηλαδή, από το απόλυτο). Απλά, όντας μέρος Αυτού ενσωματώνουμε από το όλον του τις εντολές που μας αφορούν προσωπικά, μέσα από τις γενετικές μας οδηγίες. Άρα, η αλήθεια μας βρίσκεται μέσα μας και δεν έχουμε άλλο τρόπο να την προσεγγίσουμε από το να την αφουγκραστούμε και να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς προς αυτήν.
Ο απρόσκοπτος εσωτερικός διάλογος με τα θέλω, τις σκέψεις και τα αισθήματά μας, όπως διαμορφώνονται εντός μας από τη βούληση, το νου και τη ψυχή μας, (το τρισυπόστατο της ύπαρξής μας), είναι το πρώτο βήμα προσέγγισης της αλήθειας μας. Το δεύτερο είναι η εξωτερίκευσή των συμπερασμάτων αυτού του διαλόγου και η συ-ζήτησή τους με τους άλλους για να δια-πιστώσουμε την ισχύ τους και να τα δοκιμάσουμε στην πράξη. Όταν ξεκινάμε ανάποδα, από τις οδηγίες που μας έρχονται από έξω, (από τις εντολές που μας δίνουν άλλοι, από τα δικά τους θέλω, τις δικές τους γνώμες, κλπ.) αποκοβόμαστε από τη μόνη δυνατότητά μας να αρθρώσουμε την αλήθεια που μας αφορά, (αφού την πάσα αλήθεια είναι αδύνατον να την κατέχουμε, όσο κι αν πρέπει να την αποζητούμε).
Η εσωτερικότητα των αποφάνσεων και εκφράσεών μας είναι κριτήριο της αλήθειας τους, αφού δίνει τα εχέγγυα ότι ξεκινούν από μέσα μας και έχουν τον χαρακτήρα της αυθεντικότητας. Γι’αυτό, θα πρέπει να τις εμπιστευόμαστε, όποιες κι αν είναι αυτές, αρκεί να είναι προϊόντα του ελεύθερου διαλόγου μας με τον εαυτό μας.
Η «αυτολογοκρισία» μας από εξωτερικούς ελέγχους, που τους έχουμε ενσωματώσει κι έχουν διαμορφώσει μέσα μας μια σειρά από φράγματα, εμποδίζοντας να συνομιλήσουμε ελεύθερα με τον εαυτό μας, πλήττει το μόνο μέσο που έχουμε για να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας, την ειλικρίνεια. Δεδομένου ότι οι εξωτερικοί έλεγχοι είναι σχεδόν αναπόφευκτοι και ένα μέρος τους περνάει μέσα μας αναγκαστικά, η ειλικρίνεια δεν είναι εύκολη υπόθεση, για αυτό λέμε «να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς», εννοώντας ότι απαιτείται διαρκής προσπάθεια για αυτό.
Το να είσαι ειλικρινής σε μια κοινωνία αυτολογοκριμένη, εμπεριέχει κόστος, αφού η ειλικρίνειά σου μπορεί να σε διαφοροποιήσει από το κοινωνικά αποδεκτό και να σε φέρει σε σύγκρουση με διάφορα κατά συνθήκη ψεύδη. Μόνο αναλαμβάνοντας το κόστος της ειλικρίνειάς σου, όμως, μπορείς να είσαι αληθινός και ό,τι έχεις ζήσει να είναι ουσιαστικά βιωμένο. Ο βιωματικός, προσωπικός πλούτος είναι το μέγιστο κέρδος της ειλικρίνειας, που κανένα κόστος δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του.
Στην περίπτωση που φοβάσαι να αναλάβεις το κόστος της ειλικρίνειάς σου και γίνεσαι εξωτερικός - ενδίδοντας στην εξωτερικότητα, με το να επιτρέπεις τις έξωθεν εντολές να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην έκφρασή σου, έτσι που να αναπαράγεις πρότυπα που δεν είναι δικά σου - μπορεί να έχεις υλικές απολαβές, αφού γίνεσαι εύκολα αποδεκτός και ανταμείβεσαι από την όποια καθεστηκυία τάξη νέμεται τον πλούτο, αλλά το τίμημα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.
Η απόκλισή μας από αυτό που φέρουμε μέσα μας - αυτό που μας φέρει στον κόσμο, σύμφωνα με τις γενετικές οδηγίες μας - ανοίγει χάσμα ανάμεσα σε εμάς και το είναι μας, δημιουργώντας ένα κενό ζωής , με την έννοια του αβίωτου χρόνου, που οι υλικές απολαβές δεν μπορούν να αναπληρώσουν. Ο χρόνος της ζωής μας που δεν βιώθηκε, αλλά εκχωρήθηκε σε ξένες από εμάς υποθέσεις, δεν επιστρέφει. Τα χρόνια που δεν τα ζήσαμε, δεν ξαναγυρίζουν.
Το αίτημα της αλήθειας δεν είναι μια έξωθεν ηθική επιταγή, αλλά αποτελεί αίτημα της ίδιας της ζωής μας και πόθο δικό μας. Δεν μπορεί να μη θέλουμε να είμαστε αληθινοί, με την έννοια της πλήρους παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, όπου αυτό που έχουμε μέσα μας εκφράζεται και συνομιλείται, αντί να μένει αβίωτο και σκοτεινό, «μαυρίζοντας» τη ψυχή μας.
Η ψυχή, είναι η πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, συνθέτοντας τα συστατικά μας μέρη μας σε μια ζωντανή μονάδα. Όταν πεθαίνουμε, η ψυχή «φεύγει» και τότε η μονάδα μας αποσυντίθεται. Ως πεμπτουσία της ζωτικής μας ενότητας, η ψυχή υποφέρει από διχαστικές πρακτικές που ανοίγουν βιωματικά χάσματα στη ζωή μας, με την απουσία της ειλικρίνειας και την αποφυγή της αλήθειας μας. Τότε, τα αισθήματα που μας εκπέμπει είναι αισθήματα δυσφορίας. Αντίθετα, επιβραβεύει με αισθήματα ευφορίας τις ενοποιητικές πρακτικές, που μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια, ως πλήρη βίωση του χρόνου της ζωής μας.
Με το δίπολο των αισθημάτων, της ευφορίας και της δυσφορίας, η ψυχή μάς υποδεικνύει τον τρόπο να κινηθούμε στη ζωή, σύμφωνα με τις οδηγίες Αυτού, της ψυχής των πάντων. Με τη δυσφορία μάς δείχνει να φύγουμε από εκεί που βρισκόμαστε, να αλλάξουμε στάση, να διαχωριστούμε από ό,τι μας κάνει κακό, ό,τι προκαλεί το κενό στη ζωή μας. Με την ευφορία μας δείχνει ότι βρισκόμαστε κοντά σε ό,τι μας κάνει καλό, ό,τι μας ολοκληρώνει.
Εφόσον αυτό που θέλουμε σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά – ενώ, το αντίθετο θα ήταν παράλογο - αυτό από μόνο του εγκαθιδρύει μια βασική αρχή αξιολόγησης των επιλογών μας.
Η αρχή του να-νιώθεις-καλά (“the feel-good principle” θα λέγαμε στα αγγλικά) μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι στην πράξη, αφού η πραγματικότητά μας δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος, όπως του να νιώθει κάποιος καλά, όντας μέρος της. Μάλιστα, η πραγματικότητα που ζούμε μοιάζει συχνά τόσο δύσκολη και περίπλοκη, που αυτό ακριβώς που χρειάζεται είναι η απλοποίηση της (όχι, όμως, η απλούστευσή της).
Είναι απορίας άξιο που τόσες κοινωνικές θεωρίες, πολιτικά συστήματα και αναλύσεις για τα ανθρώπινα, αγνόησαν αυτήν την απλή αρχή σαν βάση των προτάσεών τους, προκρίνοντας οτιδήποτε άλλο, εκτός από το βασικό του να νιώθουμε καλά. Στην περίπτωση αυτών των θεωριών, η εξωτερικότητα θριαμβεύει, με περίτεχνες κατασκευές θεωρητικών συστημάτων χωρίς θεμέλια, αφού η αρχή του να-νιώθεις-καλά απουσιάζει ή υποτιμάται. Ανάλογα, υποτίμησαν τη σημασία του ατόμου, αγνοώντας το ως βασικό στοιχείο οποιασδήποτε συστοιχείωσης, ως τη μονάδα χωρίς την οποία κανένα σύνολο δεν υφίσταται.
Το άτομο είμαστε εμείς. Εγώ, που αυτή τη στιγμή μιλάω για εμάς, είμαι ένα άτομο. Ξεκινάω από εμένα, αυτή είναι η βάση των σκέψεών μου, αφού χωρίς εμένα που σκέφτομαι, δεν θα υπήρχαν αυτές οι σκέψεις. Το σύνολο δεν μπορεί να σκεφτεί, ούτε να δράσει, ούτε να νιώσει. Το «εμείς» είναι ανυπόστατο χωρίς εμένα και εσένα που το απαρτίζουμε. Τα ολοκληρωτικά συστήματα που αγνόησαν αυτήν την απλή αλήθεια, κατέρρευσαν όσο κι αν χρησιμοποίησαν τη βία (και τη χρησιμοποιούν ακόμη, όπου υπάρχουν) για να επιβάλλουν την εξωτερικότητά τους στα άτομα.
Από την άλλη, το εγώ είναι συνδεδεμένο ζωτικά με το «εμείς», τόσο γιατί το «εμείς» των δύο γεννητόρων του (που ενωμένοι το γέννησαν) το έφερε στη ζωή, όσο και γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει ξεκομμένο από το περιβάλλον του (έστω το φυσικό - και με αυτό ένα «εμείς» απαρτίζουμε), πολύ περισσότερο δε να νιώσει καλά, αποσυνδεδεμένο από τους άλλους. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τον ατομισμό, που σωστά εντοπίζει το άτομο σαν βάση, αλλά κάνει το λάθος να το αποσυνδέει από το σύνολο.
Ο ατομισμός δημιουργεί προβλήματα στην αρχή του να-νιώθεις-καλά, η οποία αν ερμηνευτεί ατομικιστικά, μπορεί να επιτρέψει στο άτομο να κινηθεί εναντίον της κοινωνίας γιατί έτσι-του-αρέσει. Μια τέτοια καχυποψία έναντι του ατόμου υποβόσκει σε όλα τα προαναφερθέντα θεωρητικά συστήματα, που υιοθέτησαν εξωτερικές αρχές και προσπάθησαν να τις επιβάλλουν στα άτομα για να τα στριμώξουν στις ιδεολογικές τους κατασκευές, θεωρώντας τα προφανώς ασταθή υλικά για να χτίσουν κάτι πάνω τους. Προτού, όμως, προκαταβάλουμε το άτομο, θεωρώντας το εκ προοιμίου αντικοινωνικό, αν αυτό δράσει με την αρχή να-νιώσει-καλά, θα έπρεπε πρώτα να του δώσουμε τη δυνατότητα αυτής της δράσης.
Τα άτομα, μέχρι τώρα στην ιστορία, έχουν αναγκαστεί να δρουν εν ονόματι μιας σειράς εξωτερικών αρχών (θρησκευτικών, εθνικών, οικογενειακών, ιδεολογικών, κλπ.) αλλά όχι εν ονόματι του εαυτού τους. Ο σύγχρονος ατομισμός δεν είναι παρά μια αντίδραση σε αυτόν τον εξαναγκασμό, με το άτομο τώρα να επιτίθεται στο σύνολο, στο οποίο ποτέ δεν αναγνώρισε τον εαυτό του.
Ο μόνος τρόπος να έχουμε μια κοινωνία που να σεβόμαστε, είναι αυτή να αποτελεί προϊόν της ελεύθερης επιλογής των ατόμων. Ακόμη και αν αυτά αποφασίσουν μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που οραματίζονται κάποιοι ιδεολόγοι, θα είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην αλήθεια τους, όποια κι αν είναι αυτή. Άλλωστε, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να εμπιστευτούμε το άτομο, όπως δεν έχουμε άλλη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας, από το να ακούσουμε τον εαυτό μας.
Από την άλλη, ο χρόνιος εξαναγκασμός των ατόμων στην εξωτερικότητα, μπορεί να έχει προκαλέσει ατομικές διαστροφές, που θέλουν προσοχή. Σε αυτήν την περίπτωση, χρειάζεται μια σταδιακή προσέγγιση της ελευθερίας, αφού η πλήρης και άμεση αποδέσμευση από τις υφιστάμενες κοινωνικές νόρμες μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Εδώ, επανέρχεται η έννοια της μεγιστοποίησης και όχι της αυτόματης μετάβασης στο απόλυτο, που πολλές ιδεολογίες (και θρησκείες) υπόσχονται. Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην απλοποίηση (που είναι μια διαδικασία) και στην απλούστευση (που είναι μια κατάργηση της διαδικασίας).
Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στη βάση του ατόμου κι ας το εξετάσουμε όσο γίνεται πιο απλά, στις βασικές συνιστώσες του, για να δούμε αν μπορούμε να το εμπιστευτούμε. Η γέννησή του, καταρχήν, έχει προέλθει από την ένωση του γενετικού υλικού δύο άλλων ατόμων, διαφορετικού φύλου. Η ύπαρξή του είναι αποτέλεσμα συνένωσης και όχι διαχωρισμού. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι το άτομο είναι καταγωγικά ενωτικό στοιχείο, που από μόνο του, χωριστά και διασπαστικά, δεν υφίσταται.
Στη συνέχεια, όσο το άτομο μεγαλώνει, διαφοροποιείται και τραβάει το δικό του δρόμο, για να συναντηθεί με τη σειρά του κι αυτό ενωτικά με ένα δεύτερο άτομο (ή κάτι άλλο), για να γεννηθεί στη συνέχεια από την ένωσή τους κάποιο τρίτο άτομο (ή ένα καινούργιο έργο).
Έτσι, τριαδικά βαίνει το γίγνεσθαι - τουλάχιστον το ανθρώπινο- όπου κάθε τι που γεννιέται είναι κάτι τρίτο σε σχέση με τα δύο γονεϊκά προηγούμενά του. Το καινούργιο που γεννιέται, ως κάτι τρίτο, αισθάνεται περιττό όταν ενηλικιωθεί ως μονάδα. Αυτή η περιττότητα το οδηγεί να ενωθεί με τη σειρά του με ένα άλλο, για να νιώσει άρτιο μέσα από τη σύνθεσή του με αυτό σε δύο. Από το δύο θα γεννηθεί μετά ένα καινούργιο τρίτο, και ούτω καθ’ εξής το γίγνεσθαι βαίνει αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο.
Κάθε τι τρίτο συνιστά από μόνο του ένα πλεόνασμα, αφού η ύπαρξή του δεν ισούται με το άθροισμα των δύο γεννητόρων του, οι οποίοι δεν παραχωρούν τη θέση τους σε αυτό, ούτε αυτοκαταργούνται με τη γέννησή του, αλλά η παρουσία του προστίθεται στη δική τους, (τουλάχιστον στην περίπτωση του ανθρώπου). Πρόκειται για καθαρό υπαρξιακό πλεόνασμα, το οποίο συνιστά αυτή τη ξεχωριστή μονάδα, που όσο μεγαλώνει και αποδεσμεύεται από τους κηδεμόνες της, μέχρι να μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και να νιώσει «περιττή», τόσο νιώθει την ανάγκη να διαθέσει το πλεόνασμά της σε γόνιμες συναντήσεις, που θα γεννήσουν κάτι τρίτο, ώστε να νιώσει πλήρης συμμετέχοντας ακέραια στο γίγνεσθαι, χωρίς να παρακρατάει το πλεόνασμα που την απαρτίζει.
Η διάθεση του πλεονάσματος σε γόνιμες συναντήσεις κινητοποιεί ευφορικά το άτομο στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του, της σύγκλισής του με το όλον και της εκπλήρωσής του εν Αυτώ. Η μη-διάθεση του πλεονάσματος προκαλεί αδιαθεσία με το αίσθημα της δυσφορίας που γεννά, αφού το άτομο αισθάνεται περιττό και ξεκομμένο από το συμπαντικό γίγνεσθαι και έτσι δυσφορεί ως μόνο, ξέχωρο και ξένο.
Όσο κι αν το άτομο έχει την ανάγκη της ξεχωριστής παρουσίας του για να νιώσει ότι υπάρχει ως διακεκριμένη μονάδα, άλλο τόσο έχει την ανάγκη να παίξει ρόλο στην άθροιση του σε ένα όλον, διαθέτοντας το πλεόνασμα της ξεχωριστής του ύπαρξης σε Αυτό. Αν δεν το κάνει, η μοναδικότητά του γίνεται μοναχικότητα, προκαλώντας του αφόρητη μοναξιά.
Εν Αυτώ δεν υφίσταται τίποτε πλεονάζον και περιττό, αφού τα πάντα αθροίζονται στο όλον του. Κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από τη συνάθροισή του στην ολότητα Αυτού, χωρίς επιπτώσεις. Παρόλο που ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα του αυτοκαθορισμού του, με την ελευθερία που διαθέτει, υπάρχουν κάποια όρια τα οποία δεν μπορεί να υπερβεί, αφού δεν είναι αυτός που γέννησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος γέννησε αυτόν, και τον κρατάει στη ζωή. Κάθε επιλογή του έχει το αντίτιμό της και αν είναι αντίθετη με τους κανόνες του γίγνεσθαι, τότε επισύρει την αντίστοιχη ποινή, όπως και επιβραβεύεται ανάλογα, όταν συγκλίνει με αυτούς.
Η διαφοροποίηση των ατόμων δεν παίζει άλλο ρόλο από το να συνδράμει στην εξέλιξη των μορφών, όπου το άτομο δεν επαναλαμβάνει τα μοτίβα των γονέων του, αλλά βρίσκει τα δικά του ζητούμενα, για να συναντηθεί ενωτικά (και ερωτικά) σύμφωνα με αυτά και έτσι να παραχθεί κάτι καινούργιο. Μπορεί να πρέπει να διαχωριστεί, για να εξελιχθεί σύμφωνα με τις γενετικές του προδιαγραφές, υπακούοντας στην εξελικτική δυναμική του γίγνεσθαί του, αλλά το κάνει για να ενωθεί στη συνέχεια και όχι για να παραμείνει διαχωρισμένο. Στόχος του ατόμου δεν είναι ο διαχωρισμός, αλλά η συνένωση.
Ο διαχωρισμός δεν παράγει κάτι. Μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση της μονάδας, αλλά αν δεν επακολουθήσει η συνένωσή της, δεν πρόκειται να παραχθεί τίποτε από αυτήν και θα μαραθεί σε μια στείρα μοναξιά. Ο άνθρωπος, που έχει συνείδηση του τι του συμβαίνει, όπως έχει και συνείδηση του θανάτου του, αντιλαμβάνεται την περατότητα (και περιττότητα) της ύπαρξής του ως μονάδας και αναζητεί τη διάρκειά του στην παραγωγή μορφών,, που θα του δώσουν την αίσθηση της συνέχειας, ακόμη και μετά τον θάνατό του.
Οι μορφές που μπορεί να παραχθούν από τη διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου σε γόνιμες συναντήσεις, μορφοποιούν εκτός του αυτό που φέρει μέσα του κι έτσι το άτομο αναγνωρίζει τη συνέχειά του σε κάτι άλλο από το ίδιο. Για να μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε κάτι άλλο από αυτό, πρέπει η μορφή που θα παραχθεί να είναι προϊόν της ειλικρινής του σχέσης με το μέσα του.
Οι παρεμβολές άλλων σκοπιμοτήτων, πέρα από την όσο γίνεται πιο καθαρή έκφραση αυτού που έχουμε μέσα μας, έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή νόθων μορφών, που δεν μας αντιπροσωπεύουν και αλλοιώνουν τη σχέση μας με τον κόσμο. Εδώ επανέρχεται το ζήτημα της απλοποίησης, με την έννοια της αμεσότητας της έκφρασής μας, ώστε να έχουμε παραγωγή καθαρών μορφών που μας αντιπροσωπεύουν ακέραια και μας συνέχουν ταυτοτικά με τον κόσμο.
Η καθαρότητα των παραγομένων μορφών είναι σημαντική στη μορφο-ποιητική αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, όπου αυτός μετασχηματίζει αυτά που δέχεται από αυτό, σε ό,τι είναι εντεταλμένος να κάνει, σύμφωνα με τις γενετικές του οδηγίες, όπως υπάρχουν μέσα του. Εφόσον αυτή η αλληλουχία διεκπεραιώνεται απρόσκοπτα, χωρίς την παρεμβολή εξωτερικών εντολών και ξένων σκοπιμοτήτων, τότε ο άνθρωπος διεκπεραιώνει ακέραια το ρόλο του στο γίγνεσθαι και επιστρέφει ό,τι πήρε από τη φύση, αποδίδοντάς το πίσω μετασχηματισμένο, όπως ακριβώς αυτή του το ζήτησε μέσα από τις γενετικές οδηγίες που του εμφύσησε. Έτσι, δεν αισθάνεται περιττός, ούτε έτερος αυτής, αλλά ενταγμένος πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της (όπως δείχνει η κυκλικότητα του οικοσυστήματός της), χωρίς να παρακρατεί το δικό του πλεόνασμα, αλλά να το διαθέτει πλήρως σε αυτήν.
Η πλήρης ένταξη μας στη γενικότερη κυκλο-φορία του φυσικού πλεονάσματος και η αμέριστη συμμετοχή μας σε αυτή, με την πλήρη διάθεση του ατομικού μας πλεονάσματος, μας θέτει στην τροχιά του κύκλου και της ολοκλήρωσης που αυτός συμβολίζει. Το όραμα της ολοκλήρωσης δεν είναι, βέβαια, καινούργιο στον άνθρωπο και το έχει εικονοποιήσει με διάφορους τρόπους. Το δύσκολο στο να αποδοθεί αυτό το όραμα στο μέτρο που πραγματικά του αναλογεί, βρίσκεται στην ταυτόχρονη τάση του ανθρώπου να εξελιχθεί διαφοροποιούμενος και συνάμα να παραμείνει ενταγμένος στο όλον. Κάποιοι «οραματιστές» προκρίνουν τη μια πλευρά και κάποιοι την άλλη, απλουστεύοντας αμφότεροι τη συνθετότητα του ανθρώπου, και αποτυγχάνουν έτσι να δώσουν το μέτρο που αυτός καλείται να ακολουθήσει εν τω γίγνεσθαί του.
Το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας την οποία επιτάσσει το γίγνεσθαι του ανθρώπου δεν επιτρέπει απλουστεύσεις, ούτε κομμουναλιστικού/χριστιανικού τύπου (όπως, να είμαστε όλοι αγαπημένοι και ενωμένοι, χωρίς ατομική διαφοροποίηση), ούτε ατομικιστικού /καπιταλιστικού (όπου εκθειάζεται ο ανταγωνισμός και η υπερίσχυση όσων επιτήδειων κερδίσουν από αυτόν).
Η εξελικτική δυναμική εμπεριέχει έντονες διαφοροποιήσεις, ακόμη και συγκρούσεις, οι οποίες ισορροπούν από την ανάγκη μας να ολοκληρωθούμε, εντασσόμενοι πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της φύσης, με το να επιστρέφουμε σε αυτήν διαφοροποιημένο (μετασχηματισμένο και μορφοποιημένο) ό,τι έχουμε εισπράξει εξ αυτής. Έτσι, η δυναμική της επιστροφής συγκρατεί αυτήν του διαχωρισμού και κρατάει τις συγκρούσεις σε λογικά πλαίσια, δηλαδή, σε πλαίσια που μπορεί να λειτουργήσει η λογική του ανθρώπου και να λύσει τις συγκρούσεις χωρίς χρήση βίας.
Η βία αποδείχτηκε ασύμφορη για τον άνθρωπο, που έχει αντιληφθεί πλέον την παράλογη καταστροφή που αυτή επιφέρει. Μόνον όσοι δεν έχουν διδαχθεί από την ιστορία επιμένουν στη χρήση της. Η βασική αιτία της βίας είναι η εκτός χρόνου απαίτηση των βια-στών να αποσπάσουν επιτόπου και ετσιθελικά τη συγκατάθεση του άλλου στη δική τους κατ’ιδίαν «ολοκλήρωση», με την αναγκαστική συμμετοχή του άλλου σε αυτήν, χωρίς να του δοθεί χρόνος και περιθώρια επιλογής. Εδώ η βία και η βιασύνη συνωνυμούν και συνεργούν στην κατάλυση του μέτρου της δυναμικής ισορροπίας, οδηγώντας τον άνθρωπο στην παραβίαση του ρυθμού του συμπαντικού γίγνεσθαι.
Ο ρυθμός, το μέτρο και οι κανόνες του γίγνεσθαι δεν βρίσκονται στη διακριτική ευχέρεια του ανθρώπου να τους κάνει ό,τι θέλει. Η παραβίασή τους έχει επιπτώσεις, τις οποίες όποιος είναι σώφρων δεν αργεί να αντιληφθεί. Μπορεί ο άνθρωπος να έχει προικοδοτηθε με εξαιρετικές ικανότητες και ελευθερία επιλογών, που του δίνουν δύναμη και δυνατότητα παράβασης, όμως, διαθέτει ταυτόχρονα νου και λογικό, που του υποδεικνύουν το σωστό.
Η σύνθεση της βούλησης και της λογικής από τη ψυχή, που συνθέτει τα επιμέρους σε μια ζωντανή μονάδα, συντονίζοντάς τα στον παλμό της ζωής, μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο στην τροχιά της ολοκλήρωσής του, σύμφωνα με τους κανόνες του γίγνεσθαί του. Αρκεί η ψυχή του να εισακούεται, η βούλησή του να είναι ελεύθερη και η λογική του να λειτουργεί.
Η βούληση είναι η ζωτική δύναμη του ανθρώπου, η ενέργεια που παράγεται από τον οργανισμό του και τον κινεί προς την εκπλήρωσή του με το περίσσευμά της, με ό,τι, δηλαδή, περισσεύει από την αυτοσυντήρησή του. Το περίσσευμα της βούλησης ή αλλιώς το ενεργειακό πλεόνασμα του ανθρώπου παίρνει τη μορφή των επιθυμιών. Οι επιθυμίες μορφοποιούν το πλεόνασμα, δείχνοντας την κατεύθυνση προς την οποίαν πρέπει αυτό να διατεθεί. Ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν έχει άλλο οδηγό από αυτές, αφού η βούλησή του είναι τυφλή. Οι προβολές των επιθυμιών τού δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει για την προσωπική του εκπλήρωση, αν ακολουθήσει τη σειρά με την οποία διαδέχονται η μία την άλλη, εφόσον αυτή ξετυλιχθεί ανεμπόδιστα.
Η διαδοχική ακολουθία των επιθυμιών υπακούει σε κάποιο σχέδιο, το οποίο δεν είναι δικό μας, αλλά μας έχει δοθεί εξ Αυτού, όπως μας έχει η δοθεί και η νόηση να το συλλάβουμε, παρακολουθώντας τη σειρά των επιθυμιών μας, για να δούμε πού μας οδηγούν. Αρκεί να προκρίνουμε κάθε φορά αυτήν που μας αφορά περισσότερο, αυτή που θέλουμε πιο πολύ από όλες. Ακολουθώντας τη μέγιστη των επιθυμιών μας, μεγιστοποιούμαστε σύμφωνα με την εξελικτική ακολουθία που μας εντέλει το γίγνεσθαι, για να ολοκληρωθούμε εν Αυτώ.
Η μεγιστο-ποιητική εξελικτική του ανθρώπου τον οδηγεί διαρκώς στα όριά του και στην εκπλήρωση του ορισμού του. Εφόσον τα όρια του ανθρώπου ξεπερνούν αυτά του άμεσου φυσικού του περιβάλλοντος και τείνουν στο άπειρο, αναζητώντας την εννόηση του κόσμου και τη νοηματική του εκπλήρωση (όχι μόνο τη σαρκική), ανάλογα και οι επιθυμίες του κλιμακώνονται από τις εντελώς στοιχειώδεις, μέχρι τις πλέον αφηρημένες, φτάνοντας να γίνουν μια ευχή, κοινή σε κάθε άνθρωπο, την ευχή της απόλυτης ταύτισης του με το όλον.
Ο χαρακτηρισμός των επιθυμιών από διάφορους «ηθικολόγους» ως κατώτερων βουλητικών μορφών, που ασχολούνται μόνο με φτηνές ικανοποιήσεις του εγώ, αρνούμενες να συνεργαστούν σε συλλογικά οράματα, συνάδει με την καχυποψία τους έναντι του ατόμου. Στερούν έτσι από το συλλογικό την ελευθερία, αφού αποκλείουν από το άτομο τη δυνατότητα να επιλέξει την όποια συλλογικότητα ελεύθερα, επειδή απλά τη θέλει, κινούμενο αυτοβούλως, από εσωτερική διάθεση, και όχι επειδή πρέπει, υπακούοντας σε εξωτερικές εντολές.
Το πρέπει χωρίς το θέλω δεν μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμες συλλογικότητες, το εμείς χωρίς το εγώ δεν παράγει εξελικτικές μορφές, που να μας προάγουν εν τω γίγνεσθαι. Μόνο οι συνθέσεις που ευφορούνται από τη ψυχή μας και μας οδηγούν σε συναντήσεις που μας αφορούν προσωπικά, είναι οργανικές συνθέσεις και μπορούν να γεννήσουν κάτι ζωτικό για εμάς. Αλλιώς είναι σχήματα άδεια, που το μόνο που προσθέτουν είναι κενό και μοναξιά.
Οι οργανικές συνθέσεις και τα γεννήματά τους είναι αυτά που συνέχουν τα άτομα με το όλον, δίνοντάς τους την αίσθηση της συνέχειας τους, ακόμη και μετά τον θάνατό τους. Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο που να θέλει ο άνθρωπος από αυτό, και δεν υπάρχει ενήλικο άτομο – τουλάχιστον, υγιές πνευματικά - χωρίς να αποζητάει κατά βάθος την πλήρη ένταξή του στο σχέδιο Αυτού, με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματός του σε γόνιμες συναντήσεις, όπως του υποδεικνύει η μεγιστο-ποιητική ακολουθία των επιθυμιών του.
Η έφεση προς τη σύνθεση διαφεύγει από πολλούς ειδικούς της κριτικής των ανθρωπίνων (κριτικής που εκφράζεται με έργα θεωρητικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά, κλπ.) οι οποίοι αρέσκονται σε μια αναλυτική κριτική αποδόμησης της υπάρχουσας συνθήκης, χωρίς να δίνουν καμία ιδιαίτερη προοπτική σύνθεσης μιας άλλης. Αυτή η αναλυτική εμμονή τους, εμπνέεται από παρελθόντα κινήματα κοινωνικής κριτικής, πρωτοποριακά για την εποχή τους, τα οποία πλέον δεν είναι, αλλά έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς ανάγνωσης και αξιολόγησης των πραγμάτων, όπου πρωτοποριακός σημαίνει αναγκαστικά κάποιος που βλέπει όλα τα κακά της κοινωνίας, αφήνοντας προφανώς τα καλά για τον απλοϊκό θετικισμό της μαζικής κουλτούρας, (τύπου Χόλυγουντ). Έτσι, ο «απλός κόσμος» γίνεται έρμαιο του λαϊκισμού, αφού οι «πρωτοπόροι» αδυνατούν να αντιληφθούν τη στοιχειώδη ανάγκη σύνθεσης που έχουν τα άτομα, διότι είναι αποσυνδεδεμένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η ανειλικρίνεια αυτής της ξεπερασμένης «πρωτοπορίας» και η αντίφασή της με την ισχύουσα πραγματικότητα είναι προφανής σε όλες τις εκδηλώσεις της. Αυτό εξηγεί γιατί η λεγόμενη αριστερά, (ένας όρος από μόνος του πεπαλαιωμένος), αδυνατεί να συλλάβει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αφήνοντας τη δεξιά να δείχνει ότι έχει τη μόνη πραγματιστική πολιτική, (την οποία, βέβαια, ενστερνίζονται και οι αριστεροί, όταν πρόκειται να κυβερνήσουν).
Τα κοινωνικά κινήματα που φιλοδοξούν να παίξουν κάποιο μετασχηματιστικό ρόλο, θα έπρεπε να ξεκινούν πρώτα από το αίτημα της αφ’εαυτόν ειλικρίνειας των ατόμων που τα απαρτίζουν. Μόνο βασισμένη πάνω στην ατομική επιθυμία είναι βάσιμη η επιθυμία αλλαγής τους κόσμου. Διότι, πολύ απλά, θέλω να αλλάξω τον κόσμο, γιατί θέλω να αλλάξω εγώ.
Η ατομική επιθυμία, αργά ή γρήγορα, αναγκάζεται να ασχοληθεί με το γενικό, από το οποίο εξαρτάται έτσι κι αλλιώς η ευόδωσή της. Από τη στιγμή που μια επιθυμία εκφραστεί (με λόγια ή με πράξεις), η πραγματο-ποίησή της εξαρτάται από το εύφορο έδαφος που θα βρει και την ανταπόκριση που θα έχει. Όσο οι επιθυμίες μας εξελίσσονται, τόσο και το πεδίο της απεύθυνσής τους διευρύνεται, μέχρι που φτάνουν να αναμετρηθούν με κοινωνικές δομές, οι αντιστάσεις των οποίων εμποδίζουν την κλιμάκωσή τους σε μια κοινή ευχή.
Οι αντιστάσεις του έξω κόσμου, είτε του υλικού, είτε των ανθρώπων, είναι δεδομένες. Ξεκινούν από την εγγενή αντίσταση της ύλης στην μετάπλασή της από τη μορφοποιητική δυναμική του γίγνεσθαί μας. Εφόσον, η προσέγγιση του έξω κόσμου είναι πηγαία - σύμφωνη με τη φορά του συμπαντικού γίγνεσθαι όπως αυτή εκφράζεται μέσα μας - τότε η ύλη ανταποκρίνεται συν τω χρόνω σε αυτό που είναι προορισμένη να κάνει εξ Αυτού, το οποίο καθοδηγεί και εμάς.
Επαφίεται στη δική μας πρωτοβουλία και προσπάθεια η κάμψη των εξωτερικών αντιστάσεων και η διαμόρφωση του γύρω μας κόσμου σε γόνιμο περιβάλλον για τη μορφο-ποιητική μας, με το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας σε συστήματα που να ενθαρρύνουν την ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών μας, αντί να την αποθαρρύνουν, όπως κάνουν τώρα, καλλιεργώντας τη δειλία και το φόβο στα άτομα.
Η πρωτοβουλία της δράσης ανήκει στον καθένα προσωπικά και δεν εκχωρείται, ούτε μεταβιβάζεται. Αν εγώ δεν κάνω τίποτε, περιμένοντας από τους άλλους να κάνουν, (τους οποίους κρίνω, από πάνω, σαν ανεπαρκείς, όταν κατηγορώ την κοινωνία, χωρίς να κάνω κάτι, εντωμεταξύ, για αυτήν), τότε, τίποτε δεν θα συμβεί που να με αντιπροσωπεύει. Μόνο η δράση «επι προσωπικού» είναι βάσιμη. Πάνω σε αυτή μπορούν να χτιστούν οι αντιπροσωπευτικές συλλογικότητες που χρειαζόμαστε για το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας.
Οι κοινωνικές δομές απαρτίζονται από πολλούς και μόνο από πολλούς μπορούν να αλλάξουν. Το άτομο είναι ανίσχυρο από μόνο του να επιφέρει αλλαγές σε ευρύτερες συνθήκες, από τις οποίες εξαρτάται το γενικό καλό, και βέβαια το δικό του. Έτσι, το ατομικό συναντά μαθηματικά το συλλογικό, καθώς το άτομο κινείται μεγιστο-ποιητικά.
Η φυσιολογική κίνηση του ατόμου από μέσα προς τα έξω, από το εγώ στο εμείς, από το ατομικό στο συλλογικό, από το λίγο στο πολύ, αναστέλλεται από το φόβο της έκφρασης των ενδόμυχων προβολών του, όταν το κοινωνικό του περιβάλλον φαντάζει εχθρικό σε πρωτοβουλίες, που μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση την καθεστηκυία τάξη που το νέμεται.
Ο μόνος τρόπος να υπερβληθεί η αντίσταση του φόβου είναι η αυτοκινούμενη γενναιότητα του ατόμου – που του έχει δοθεί φυσιολογικά, με την μορφή του πλεονάσματος που διαθέτει - ώστε να τολμήσει την αυτο-έκφρασή του, παρά τον κίνδυνο. Αυτή η ε-αυτο-κίνηση είναι ο σπινθήρας που μπορεί να ενεργοποιήσει την κοινωνική εξέλιξη. Από εκεί και πέρα οι συμμαχίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στα άτομα και οι συλλογικότητες που αναπτύσσονται, κρίνουν το γενικό αποτέλεσμα, αν θα είναι φτωχό ή πλούσιο.
Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, που μας κάνει όλους σχεδόν αλληλένδετους, υπάρχει η ανάγκη για μια νέα συλλογικότητα, η γενικότητα της οποίας να καλύπτει τα σύγχρονα δεδομένα και τις νέες αναγκαιότητες, τις οποίες είναι ανίκανη να εκφράσει η παραδοσιακή πολιτική σκέψη. Αυτή η νέα συλλογικότητα, για να είναι βάσιμη και ουσιαστική, δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στη βασική κοινωνική μονάδα, το άτομο, και να συνταχθεί πάνω σε κάποιες απλές και γενικές αρχές, που να περιλαμβάνουν τους πάντες και να τους αφορούν όλους προσωπικά.
Τη στιγμή που όλα φαίνονται να γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, αναδεικνύεται η σημασία του απλού στη διαμόρφωση της νέας συλλογικότητας που χρειάζονται οι καταστάσεις. Εφόσον βάλουμε το άτομο στο κέντρο της προβληματικής μας, επανατοποθετώντας το στα βασικά του ζητούμενα, όπως το να νιώθει καλά, μέσα από την ειλικρινή του αυτό-έκφραση και τη σύμφωνη με αυτήν σύζευξή του με τους άλλους, δεν αργούν να φανούν οι στόχοι και οι άξονες της πολιτικής πρότασης που προκύπτει. Αυτή η πρόταση μπορεί πολύ απλά να στηριχθεί σε δύο βασικές δέσμες μέτρων, που η μια να αφορά τα μέτρα ενθάρρυνσης της ειλικρινούς έκφρασης του ατόμου και η άλλη τα μέτρα περιορισμού του φόβου και των μηχανισμών που τον καλλιεργούν.
Τόσο απλά.