Saturday, June 16, 2018

"Να Περνάμε Καλά", επί της Αρχής


Όλα τα νοήματα χάνουν το νόημά τους στην προοπτική του θανάτου, κι αφού τίποτα δεν έχει νόημα τελικά, το μόνο που έχει νόημα είναι να περνάμε καλά (κι αν γελάμε, ακόμα καλύτερα).

Σκέψεις περί της Αρχής

Βλέπω παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Στιγμές ζωής από το παρελθόν. Οι περισσότεροι έχουν πεθάνει. Σκέφτομαι ότι αυτό που θα «δικαίωνε» τις ζωές τους θα ήταν να τις είχαν γλεντήσει όσο μπορούσαν, να είχαν διασκεδάσει όσο γίνεται, να είχαν χαρεί το παραμικρό.

Το ίδιο σκέφτομαι για μένα ως μελλοθάνατο, με τη σειρά μου. Μπορεί το ίδιο να σκέφτονται όλοι. Είναι αυτό που λέμε «τι μένει από τη ζωή». Όσα χρόνια κι αν έχεις ζήσει, όσα κι αν έχεις καταφέρει, όσα κι αν έχεις αφήσει πίσω σου, δεν μετρούν, αν δεν έχεις χαρεί τη ζωή σου.

Η χαρά της ζωής είναι που γεμίζει τις μέρες σου πάνω στη γη, για να φύγεις πλήρης από αυτήν, ανεξάρτητα πόσα χρόνια έζησες. Αυτή θα έπρεπε να είναι το μέτρο ευτυχίας του καθένα. Ανάλογα με πόσες μέρες είχε γεμάτες από τη χαρά της ζωής, ανάλογα να μακαρίζεται. Αντ’ αυτού μετράμε πόση περιουσία έκανε, πόσους απογόνους άφησε (ανεξάρτητα, δυστυχισμένους ή ευτυχισμένους), τι κατάφερε με τη δουλειά του, πόση αναγνώριση κέρδισε, πόσο διάσημος έγινε, τι δύναμη συγκέντρωσε, πόσους μάζεψε στην κηδεία του, κλπ.

Εισάγουμε εξωτερικά, ποσοτικά και μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης της ζωής των ανθρώπων, ενώ η ζωή η ίδια είναι κάτι φευγαλέο. Κανείς δεν μπόρεσε να ιδιοποιηθεί τη ζωή και να τη βάλει στην τσέπη του, να κλείσει το χρόνο στο πορτοφόλι του και να τον σταματήσει να τρέχει, επειδή ήταν πλούσιος ή  ισχυρός.

Ναι μεν η ισχύς είναι σημαντική – και για αυτό εκτιμάται τόσο – αλλά είναι ασήμαντη, αν δεν συντελεί στην ευτυχία. Χωρίς αυτή δεν έχουν νόημα τα αποκτήματά μας και τα τρόπαια ισχύος. Προφανώς οι άνθρωποι το ξέρουν αυτό. Δεν είναι ανόητοι, να μην το αντιλαμβάνονται. Τι τους κάνει, τότε, να το αγνοούν, ενώ το γνωρίζουν;

Ανάγκη υπενθύμισης

Tο κυνήγι απόκτησης των μέσων επιβίωσης και τρόπων υπερίσχυσης, όσο κι αν είναι θεμιτό ή και αναγκαίο ως ένα βαθμό, παρασέρνει τον άνθρωπο συχνά και γίνεται αυτοσκοπός έτσι που ξεχνάει τον σκοπό της ευτυχίας, μέχρι που ο θάνατος θα του τον θυμίσει. Εδώ είναι ακριβώς που χρειάζεται η έγκαιρη υπενθύμιση του μόνου νοήμονος σκοπού τελικά: να περνάμε καλά.

Την υπενθύμιση της ματαιότητας των «επίγειων» την έκαναν συστηματικά οι θρησκείες αλλά για να υποτάξουν τους ατίθασους ανθρώπους, είτε με την επίκληση μιας μετα-θάνατον σωτηρίας ή τιμωρίας, είτε με το φόβο των Θεών. Μπορεί η υποταγή στον θείο νόμο (ελλείψει άλλου) να ήταν αναγκαία για την εξέλιξη των προϊστορικών ανθρώπων, αφού τους πειθάρχησε και τους οργάνωσε σε μεγάλες κοινωνίες. Οι οργανωμένες θρησκείες μπορεί να ήταν κάτι πρωτοποριακό στην εποχή τους. Όμως, η ίδια η εξέλιξη τις ξεπέρασε. 

Οι μυθολογικές κατασκευές των θρησκειών κατέρρευσαν από τη φιλοσοφική κριτική (που ξεκίνησε στην Αρχαία Ελλάδα) και από την επιστήμη, που πήρε τη σκυτάλη. Τη θέση των θρησκειών πήραν διάφορες κοσμοθεωρίες, είτε κοσμικής λύτρωσης (ουμανισμός, κομμουνισμός), είτε τεχνοκρατικής (φουτουρισμός, υλισμός) είτε άλλου είδους, για να υπερκεραστούν όλες από τον καπιταλισμό.

Ο καπιταλισμός προσγείωσε τα συλλογικά αφηγήματα και τις ουτοπίες με τη δύναμη του χρήματος. Η επιτυχία του οφείλεται στην πρακτικότητά του. Όλες οι συζητήσεις απλουστεύονται στο χρήμα. Όμως το χρήμα δεν είναι παρά ένα μέσο. Όταν γίνεται αυτοσκοπός, ωθεί τον άνθρωπο στο κυνήγι της απόκτησής του έτσι που ξεχνάει τον πραγματικό σκοπό. Παρασύρεται και τρέχει. Τρέχει σαν τρελός, αφού τρέχουν όλοι, και φοβάται ότι θα τον περάσουν. Αυτή η τρεχάλα εξαντλεί τόσο τον άθρωπο (με το διαρκές άγχος και τις ψυχοσωματικές του συνέπειες) όσο και τη φύση (με την υπερεκμετάλλευσή της).

Έγιναν και γίνονται προσπάθειες ελέγχου του ξέφρενου καπιταλισμού (σοσιαλδημοκρατικές, οικολογικές, ουμανιστικές, κλπ.), υπήρξαν και υπάρχουν κινήματα άρνησής του (είτε προοδευτικά, είτε οπισθοδρομικά) ή και ανατροπής του (είτε ακροαριστερά, είτε ακροδεξιά), αλλά αυτός έχει καταφέρει να εξαπλωθεί παγκοσμίως, με τροποποιήσεις και προσαρμογές ανάλογα τις συνθήκες.

Η αντι-καπιταλιστική κριτική συνέβαλε στις τροποποιήσεις του επικρατούντος συστήματος, χωρίς να καταφέρει, όμως, να αλλάξει τη στόχευσή του στο χρήμα, η οποία και επιβλήθηκε με την πρακτικότητά της παγκοσμίως. Η κριτική φάνηκε να εξαντλείται σε επιφαινόμενα, χάνοντας την ουσία. Πιθανόν γιατί δεν την αναρωτήθηκε επαρκώς η ίδια και δεν την έθεσε συνειδητά σαν στόχο της.

Το ουσιώδες ερώτημα που θα έπρεπε να τεθεί είναι σε τι αποσκοπεί ακριβώς το χρήμα, αν όχι στο να περνάμε καλά. Αυτό το πολύ απλό και ριζικό ερώτημα πρέπει να τίθεται μάλιστα καθημερινά, έτσι που να ρυθμίσει την καθημερινότητά μας. Η μόνιμη υπενθύμισή του και ο συνειδητός καθορισμός του σαν Αρχή μας, μπορεί να βοηθήσει στην μεγιστοποίηση της απόλαυσης της ζωής και στην ελαχιστοποίηση της μη-αναγκαίας δυστυχίας: των περιττών ανταγωνισμών και (αυτο)καταστροφών που προκαλούμε από την ανόητη πλεονεξία μας.


 Τι εννοούμε ως Αρχή

Με τη λέξη Αρχή (με το Α κεφαλαίο) εννοούμε τη θεμελιώδη κανονιστική αρχή που μπορούμε να υιοθετήσουμε ως ρυθμιστή των πράξεών μας και ως οδηγό των κινήσεών μας στη ζωή.

Η πρόταση «να περνάμε καλά» θα μπορούσε να αναχθεί σε μια τέτοια αρχή, καθότι δεν υπάρχει κάτι άλλο πέραν αυτής που μπορούμε να πούμε ενώπιον του θανάτου μας. Είναι η καταληκτική σκέψη, η οριστική και οριακή, που μπορεί να ορίσει όλα τα άλλα στη ζωή μας κατόπιν αυτής,  ήτοι, να γίνει η Αρχή τους.

Είναι η σκέψη που προκύπτει αυθόρμητα στο μυαλό μας μπρος στο φάσμα του τέλους της ζωής κι έτσι μπορεί να υιοθετηθεί από όσους καταλήγουν σε αυτή.  Όσοι πιστεύουν σε κάποια μετα-θάνατο ζωή, μπορεί να έχουν κάτι άλλο υπόψιν, αλλά δεν θα διαφωνήσουν στο «να περνάνε καλά», εκτός αν θέλουν να περνάνε κακά, από κάποια διαστροφή. Εφόσον μιλάμε με κανονικούς ανθρώπους, μια τέτοια αρχή θα μπορούσε να υιοθετηθεί συλλογικά από όλους μας και να αποκτήσει ένα κανονιστικό ρόλο μεταξύ μας.

Η γενικότητα της Αρχής

Κατά πόσο το «Να Περνάμε Καλά» ευσταθεί σαν Αρχή αν εξεταστεί στη διαχρονική της ισχύ, πέρα από τις μικρές μας, ατομικές ζωές; Ισχύει το ίδιο για την ανθρωπότητα στην εξέλιξή της, ώστε να την υιοθετήσουμε ως οικουμενική αρχή;

Ας σκεφτούμε τους απογόνους μας. Μήπως πρέπει να υποφέρουμε εμείς για να περάσουν καλά αυτοί, όπως υπέφεραν και οι πρόγονοί μας για εμάς (υποτίθεται); Ή, ακόμα πιο πλατιά, μήπως πρέπει να σκεπτόμαστε την ανθρωπότητα ως σύνολο ή και τη φύση σαν υπερ-σύνολο, πριν διακηρύξουμε μια  τέτοια αρχή (που φαντάζει ατομικιστική) ως γενική;

Εάν απαρνηθούμε την Αρχή «Να Περνάμε Καλά» για χάρη των απογόνων μας ή όλων των ανθρώπων (σαν είδος) ή όλων των ειδών της φύσης (σαν γένος), αυτό δεν κάνει την αρχή λιγότερο ισχυρή. Ίσα ίσα την κάνει πανίσχυρη, αφού φτάνουμε στο σημείο αυτοθυσίας για «να περνάνε καλά» οι άλλοι (γενικά).  Θα ήταν μάλλον προτιμότερο να μετριάσουμε την ισχύ της και να μοιραστούμε την απόλαυση της ζωής με τους άλλους, αντί να τη στερηθούμε για αυτούς.

Μπορούμε, βέβαια, να αρνηθούμε την απολαυστικότητα αυτής της Αρχής (ως ηδονοθηρικής, υποτίθεται) και να υιοθετήσουμε μιαν άλλη, λιγότερο απολαυστική και περισσότερο κοπιαστική ή πιο χρηστική. Κάποια αρχή, ας πούμε, που αξιολογεί τη ζωή μας βάσει της χρησιμότητάς της σε κάτι ή την αποτιμά ανάλογα με το έργο που παράγει.

Με μια τέτοια εργαλειοποίηση της ζωής αυτή παύει να γίνεται αυτοσκοπός, αλλά μέσον. Μέσο όμως σε τι, προς τι και για ποιόν. Υπάρχει κάτι που στο τέλος θα κάνει ταμείο και θα πάρει μαζεμένα με τόκο, αυτά που εμείς στερηθήκαμε για αυτό, κι, αν ναι, ποιο είναι; Αν είναι οι άλλοι άνθρωποι, μετά από εμάς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι θα πεθάνουν κι αυτοί, όπως και οι επόμενοι από αυτούς, οπότε δεν θα μείνει τίποτε από τους κόπους ολονών μας.

Ταύτιση

Οι ανθρώπινες μορφές θα λάβουν ένα τέλος, κάποια στιγμή, όπως είχαν μια αρχή. Όλες οι μορφές που προέκυψαν από το συμπαντικό γίγνεσθαι εμφανίστηκαν μέσα στον χρόνο και θα φύγουν με τον χρόνο. Μόνο το ίδιο το Γίγνεσθαι διαρκεί όσο ο Χρόνος, διότι ταυτίζεται με αυτόν. Ο χρόνος, ο χώρος και όλες οι διαστάσεις του Κόσμου εμφανίστηκαν με το γίγνεσθαί  του. Δεν ξέρουμε τι υπήρχε πριν αυτό ούτε θα μάθουμε ποτέ αν υπάρχει κάτι μετά.

Η ίδια η ύπαρξή μας είναι ένα φαινόμενο ακατάληπτο από εμάς. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε το λόγο της, ούτε σε τι εξυπηρετεί, για να το υπηρετήσουμε, καθώς είναι αδύνατον να δούμε πέρα από τα πεπερασμένα χρονικά της όρια για να συλλάβουμε το ρόλο που παίζει – αν παίζει – στο έργο του συμπαντικού γίγνεσθαι.

Όλα αυτά που κάνουμε δεν ξέρουμε τι νόημα μπορεί να έχουν αφού δεν θα υπάρχουμε μετά από αυτά για να διαπιστώσουμε τη σημασία τους. Ο χρόνος ύπαρξής μας και τα έργα μας ταυτίζονται.

Δεν έχει νόημα να προσδοκούμε κάτι από τους κόπους μας, αφού δεν θα υπάρχουμε πέραν αυτών για να καρπωθούμε το αποτέλεσμά τους. Το μόνο που θα είχε νόημα, μέσα σε αυτή την αδυναμία ορισμού κάποιου απώτερου νοήματος, θα ήταν να εργαζόμαστε για να ζούμε, ταυτίζοντας έργο και ζωή.

Η υποθήκευση της ζωής μας δεν έχει κανένα νόημα, σε όποια χρονική διάσταση και να το εξετάσουμε. Το μόνο που απομένει είναι η απόλαυσή της.

Αναφορά στο πέρα από εμάς

Η επιστροφή στο τώρα και στην απόλαυσή του, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το πέρασμα του χρόνου εις το διηνεκές, το πριν και το μετά του, η αρχή και το τέλος του (αν υπάρχουν) και άλλα τέτοια μεγάλα ερωτήματα παύουν να μας απασχολούν.

Η ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με την αρχή και το τέλος του Κόσμου, να βρει το Νόημα των νοημάτων, τον Λόγο όλων των λόγων είναι φυσική του ροπή, που προκύπτει εγγενώς από τη νόησή του, που αναζητεί την αιτία και το αποτέλεσμα των πραγμάτων.

Η ανθρώπινη νόηση δεν θα παύσει ποτέ να τείνει στην εξερεύνηση του Όλου, προσπαθώντας να βρει το αρχικό αίτιο και το ύστατο αιτιατό, στο οποίο οφείλει και η ίδια την ύπαρξή της.

Ο άνθρωπος θα αναζητεί πάντα τη σύνδεση με αυτό που τον ξεπερνά και τον καθορίζει. Μόνο που αυτό που τον ξεπερνά, ξεπερνάει και τη νόησή του. Δεν μπορεί να πει κάτι για «αυτό», να βρει λέξεις που να το κυριολεκτούν, να διαμορφώσει μια στέρεη, θετική σκέψη και να αποδώσει κάποιο απτό νόημα στο ασύλληπτο «αυτού». Αυτό πάντα θα ξεγλιστράει, γιατί δεν χωράει στο νου του.

Μπορεί, βέβαια, να φτιάξει φαντασίες (όπως έκανε με τις μυθολογίες και τις θρησκείες) ή να φιλοσοφήσει, με έννοιες καθαρά αφαιρετικές, κάνοντας υποθέσεις περί αυτού. Εφόσον  μένει στο καθαρά υποθετικό πεδίο, με αφηρημένες αναφορές σε Αυτό, χωρίς να Του αποδίδει κάποια θετικά γνωρίσματα, τότε μένει κοντά Του, ανοικτός πάντα στην απεραντοσύνη Του.

Ο καθαρά υποθετικός λόγος περί Αυτού ανοίγει τη νόηση στο ασύλληπτο Όλον, τη διανοίγει στο άφατο του και την οδηγεί στην κατανυκτική σιωπή που του αναλογεί.

Όμως, δεν μπορούμε να ζούμε μες στη σιωπή ούτε να τη βγάζουμε με διαρκή πνευματική κατάνυξη. Χρειαζόμαστε και το θετικό, συγκεκριμένο λόγο σαν οδηγό μας σε αυτήν εδώ τη γη.  Η αναφορά μας στο πέρα από εμάς, μπορεί να μας βγάζει από τις μικρονοϊκές μας εμμονές και τις περιορισμένες μας αντιλήψεις, υποβάλλοντάς μας τη σιωπή, αλλά υπάρχουμε κι εμείς, σαν σάρκα, στην καθημερινότητά μας. Τι έχουμε να πούμε για εμάς;

Εάν θέλουμε κάποιο απτό νόημα για τις ζωές μας, που φυλλορροούν στο πέρασμα του χρόνου, το μόνο θετικό που μπορούμε να πούμε είναι να περνάμε καλά.

Όλα τα άλλα άγνωστα και σιωπή. Εφόσον πράττουμε ως προς αυτό, ταυτίζοντας έργο και ζωή, ολοκληρώνουμε τη θετική  (φυσική) διάσταση της ύπαρξής μας και μένει η υποθετική (μεταφυσική). Αυτές οι δύο είναι συμπληρωματικές, με τον θετικό λόγο για εμάς να συμπληρώνεται με τον υποθετικό λόγο περί Αυτού.

Η ολοκλήρωσή μας χρειάζεται και τη μεταφυσική συμπλήρωσή μας μέσω του καθαρά υποθετικού/θεωρητικού/αφαιρετικού λόγου που μας διανοίγει στο άφατο και στη σιωπή. Όμως, ως προς τα δικά μας πράγματα, αυτό που μπορούμε να πούμε πρακτικά και θετικά είναι «να περνάμε καλά».

Η συμπληρωματικότητα

Όπως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη μεταφυσική μας πλευρά για να περνάμε εμείς καλά αδιαφορώντας για το Όλον (διότι αυτό θα μας έκανε να νιώθουμε μισοί), έτσι δεν μπορούμε να αγνοούμε και τους άλλους (και τα άλλα), εδώ στη γη, για να περνάμε καλά αδιαφορώντας για αυτούς (και αυτά).

Κατ’ αρχήν είναι δύσκολο έως αδύνατον να περνάει κανείς καλά μόνος, ξεκομμένος από τους άλλους (και τα άλλα). Πρώτον διότι τους έχει ανάγκη και εξαρτιέται από αυτούς (και αυτά). Δεύτερον γιατί, και να μην τους έχει ανάγκη, δεν μπορεί να χαρεί για πολύ μόνος.

Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιούμε τον πρώτο πληθυντικό στον ορισμό της Αρχής «Να περνά-με καλά», και όχι να «περνά-ω». Η συμπληρωματικότητα έρχεται και εδώ να ζητήσει τη διάθεση του πλεονάσματός μας στους άλλους για να συνδεθούμε γόνιμα με το γίγνεσθαι, έτσι που να περνάμε καλά.

Η διάθεση του πλεονάσματος

Κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο, καταφέρνοντας να είναι αυτό το ξεχωριστό «κάτι» και όχι το  τίποτε, αποτελεί ένα καθαρό υπαρξιακό πλεόνασμα απέναντι στο μηδέν της ανυπαρξίας.

Καθώς το σύμπαν αποτελεί το σύνολο του πλεονάσματος τού Είναι έναντι του Μη-Είναι (ή του μηδενός), εμείς δεν είμαστε παρά μορφές αυτού του πλεονάσματος. Δεν είναι δικό μας και δεν μας ανήκει, για να το παρακρατήσουμε. Αφού δεν είναι δικό μας, αλλά ανήκει στο γενικό πλεόνασμα το κόσμου, καλούμαστε να το διαθέσουμε σε αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες του γίγνεσθαί του, που μας γέννησαν. Εφόσον το άτομο διαθέσει το πλεόνασμά του για να ενωθεί γόνιμα με ένα άλλο και γεννηθεί από την ένωσή τους κάτι τρίτο, συμμετέχει ακέραια στο γίγνεσθαι και ολοκληρώνεται εν τω Είναι.

(Η ένωση και η γέννηση δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε βιολογικές ενώσεις και γέννες παιδιών. Μπορούν να αφορούν κι άλλα πεδία διάθεσης του πλεονάσματος, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, επιστημονικά, κλπ., όπου το άτομο ενώνεται με άλλους ανθρώπους και άλλα αντικείμενα, για να γεννηθούν νέες μορφές, καταστάσεις, ιδέες, κλπ.)

Η διάθεση του πλεονάσματος σε γόνιμες συναντήσεις κινητοποιεί ευφορικά το άτομο στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του. Η μη-διάθεση του πλεονάσματος, απ’ την άλλη, προκαλεί την α-διαθεσία της ψυχής (της ενωτικής και ζωτικής πνοής του Είναι), αφού το άτομο, περιττό και ξεκομμένο, δυσφορεί με την αποξένωσή του από το γίγνεσθαι.

Η χαρά βρίσκεται στη σύνδεση και όχι στην αποσύνδεση. Προφανώς μετράει με τι συνδεόμαστε. Εφόσον αυτό απαντά σε ειλικρινή και βαθιά ζητούμενά μας, τότε η σύνδεση παράγει αισθήματα ευφορίας και μας ωθεί να την καλλιεργήσουμε. Εάν όχι, μας είναι αδιάφορη (ή εχθρική, εφόσον τη νιώθουμε σαν απειλή).

Ο οδηγός της ψυχής

Για να συνδεθούμε προϋποθέτει να διαχωριστούμε, να βρούμε το εγώ μας και τα ειλικρινή, βαθιά θέλω του, για να κινηθούμε και να συναντηθούμε βάσει αυτών. Η διάκριση δεν είναι πάντα εύκολη. Συχνά κάνουμε λάθη, είτε επηρεασμένοι από προκαταλήψεις και εντολές εξωτερικές είτε από δική μας έλλειψη γνώσης και συνείδησης.
Καθώς δεν υπάρχει κάποια απόλυτη αλήθεια στην οποία να βασιστούμε (αφού μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το απόλυτο), για να διακρίνουμε το σωστό, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αφουγκραστούμε τη ψυχή μας.

Η σύνθεση της βούλησης και της λογικής από τη ψυχή είναι αυτή που μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο στην τροχιά της ολοκλήρωσής του, αποτρέποντάς τον από ό,τι τον εκτροχιάζει.

Η βούληση είναι η ζωτική δύναμη του ατόμου, η ενέργεια που παράγεται από το βιοχημικό «εργαστήριο» του οργανισμού του και η οποία το κινεί προς γόνιμες συναντήσεις με το πλεόνασμα της ενέργειάς του: αυτό που περισσεύει από την αυτοσυντήρησή του.

Η λογική είναι η υπολογιστική δυνατότητα του του εύφρονος ανθρώπου (ή homo sapiens), το λογισμικό του νου/εγκεφάλου του, που του επιτρέπει να βρίσκει σχέσεις και αναλογίες, να επεξεργάζεται δεδομένα και να βγάζει συμπεράσματα.

Το σώμα/βούληση και το πνεύμα/λογική/νόηση ενώνονται με τη ψυχή φτιάχνοντας τη ζωντανή μονάδα που είναι κάθε άτομο. Η ψυχή δεν είναι κάποιο ξεχωριστό συστατικό στοιχείο του ατόμου,  είναι η ίδια η ενότητα των στοιχείων του, η συστοιχείωσή του.

Η ψυχή είναι η πεμπτουσία της ζωοδόχους μας ενότητας, της ενότητας που κρατάει τα επιμέρους μας συστατικά εν ζωή. Όταν η ενότητα καταλύεται οριστικά από το θάνατο, τότε η ψυχή μας φεύγει και το σώμα μας διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη. 

Ως πεμπτουσία ενότητας, η ψυχή μπορεί να γίνει ο οδηγός της συμπληρωματικότητας που μας αφορά αληθινά, δείχνοντας μας το δρόμο για αυτήν με το συναισθηματικό δίπολο της δυσφορίας και ευφορίας. Η δυσφορία μάς ωθεί να απομακρυνθούμε από κάτι. Η ευφορία να ενωθούμε με αυτό.

Βάζοντας ψυχολογικά κριτήρια στις επιλογές μας, θέτουμε κατά προτεραιότητα το πώς αισθανόμαστε μέσα μας εμείς οι ίδιοι και όχι τι επιτυγχάνουμε προς τα έξω ή πώς αναγνωριζόμαστε από τους άλλους. Αυτό μας φέρνει σε επαφή με τον εαυτό μας, μας κάνει να είμαστε ειλικρινείς και μας οδηγεί στην αυθεντικότητα.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποια έξωθεν ή άνωθεν εντολή από κάποια ανώτερη αρχή ή εξουσία ή ιερατείο ή θεότητα, που δικαιούται να μας εντέλει το “δέον γενέσθαι”, ο μόνος ασφαλής οδηγός μας μπορεί να είναι η ψυχή, με το πηγαίο αισθηματικό της δίπολο της ευφορίας και της δυσφορίας.

Πάνω σε αυτό, έγραψα σε μια προγενέστερη φάση για την αρχή του να-νιώθεις-καλά.


Η πρόδρομος αρχή του να-νιώθεις-καλά, the feeling-good principle

Εφόσον αυτό που θέλουμε όλοι σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά -το αντίθετο θα ήταν παράλογο- αυτό μπορεί να το κάνει βάση μιας νέας ηθικής, καθώς η καθολική του ισχύς το καθιστά αδιαμφισβήτητη αξιολογική αρχή.

Η αρχή τού να-νιώθεις-καλά  ("the feeling-good principle", όπως θα λέγαμε στα αγγλικά) είναι πάρα πολύ απλή και ευκολοδιάκριτη. Αρκεί να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, με τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε τα αισθήματά μας και να μην  ψυχαναγκαζόμαστε. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ξεκινώντας από κάτι τόσο απλό, σαν αρχή, προκύπτει στη συνέχεια το αίτημα της ειλικρίνειας. Ξεδιπλώνοντας περαιτέρω τις παραμέτρους αυτού του αιτήματος, μπορούμε να φτιάξουμε ένα ηθικό σύστημα, όπου αυτό που μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς είναι κακό και αυτό που μας διευκολύνει καλό.

Ακούγεται περίεργο να ζητάς επαναθεμελίωση της ηθικής πάνω σε μια τέτοια αρχή, καθώς αυτή μοιάζει πολύ «εγωιστική». Αν μας επιτρέπεται να κάνουμε ό,τι μας αρέσει (προκειμένου να νιώσουμε καλά), τότε τι μας εμποδίζει να αρπάξουμε ή να βιάσουμε, για να πάρουμε κάτι που θέλουμε; Χωρίς εμπόδια και φραγμούς καταλύεται η έννοια του συστήματος και μια τέτοια ηθική βάση οδηγεί στο χάος. Είναι αλήθεια, όμως, αυτό; Μπορούμε να νιώσουμε ειλικρινά καλά, πατώντας επί πτωμάτων; Μας αρέσει πραγματικά κάτι τέτοιο;

Αν ναι, ας το κάνουμε. Βέβαια, δεν θα είναι τόσο εύκολο, γιατί σε κάποιους άλλους δεν θα αρέσει και δεν θα μας το επιτρέψουν. Οι άλλοι, βασιζόμενοι στη δική τους αρχή να-νιώθουν-καλά, δεν θα μας αφήσουν να τους υποτάξουμε. Θα δώσουν όλο τον εαυτό τους να υπερασπιστούν αυτή την αρχή, γιατί τους αφορά άμεσα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αδικία μπορεί να περιοριστεί, όταν τα άτομα, δρώντας επί προσωπικού, βάσει αυτής της αρχής, αντιδρούν έντονα στο κακό: αυτό που θα τους κάνει να νιώσουν άσχημα. Έτσι ορίζεται εκ των πραγμάτων μια διαχωριστική γραμμή όπου το να-νιώθεις-καλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος άλλου και αυτή η γραμμή άμυνας χαράσσεται από τα ίδια τα άτομα, χωρίς να την εκχωρούν σε άλλους.

Μήπως, όμως, η εγωιστική και κατά μόνας απόλαυση δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε; Μήπως, κατά βάθος, δεν νιώθουμε καλά όταν είμαστε ξεκομμένοι από τους άλλους, ζώντας σε διαρκή σύγκρουση μαζί τους; Ας είμαστε ειλικρινείς και ας προσπαθήσουμε να δούμε τι θέλουμε πίσω από όλα αυτά κυνηγάμε, παρασυρόμενοι συχνά σε πολεμικές πρακτικές. Μπορεί έτσι να διακρίνουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι ο πόλεμος αλλά η φιλία, γιατί αυτή μας κάνει να νιώθουμε πραγματικά καλά.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά δείχνει ασύμβατη με συγκρουσιακές πρακτικές, γιατί αυτές παράγουν άγχος και εμπεριέχουν κίνδυνο. Μπορεί να εξαναγκαζόμαστε σε αυτές, αλλά είναι δύσκολο να τις θέλουμε πραγματικά. Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση να αντλεί κάποιος ευχαρίστηση από το κακό και τη βία (να είναι χαιρέκακος ή πολεμοχαρής), δεν μπορούμε να κανοναρχούμε βάσει της διαστροφής του.
 Η ηθική σημαίνει ορισμό της κανονικότητας, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη εξαιρέσεων. Το θέμα είναι αν τις επιβραβεύει ή τις καταδικάζει. Η ηθική δεν ορίζει την πραγματικότητα, αλλά κανονίζει όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ορίζει το δέον και όχι το ον.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά, υπό κανονικές συνθήκες, αποκλείει την επιθετικότητα, καθώς αυτή παράγει χάσματα και προκαλεί δυσφορία. Οι συνθήκες, όμως, μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες και να πιέζουν τα άτομα σε μια εγωιστική πρακτική για να σωθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιθετικής συμπεριφοράς. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών ώστε να διευκολύνουν τα άτομα να λειτουργούν απρόσκοπτα ως προς τη βασική τους αρχή να-νιώθουν-καλά.

Όπως βλέπουμε, η βασική αυτή αρχή μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι εύκολη στην πράξη. Χρειάζεται προσπάθεια, καθώς η πραγματικότητα πολλές φορές δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος με την περιπλοκότητά της και τις δυσκολίες που προβάλλει. Είτε οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τη σπάνη φυσικών πόρων και υλικών αγαθών, είτε με ενδοανθρώπινες διαμάχες και ανταγωνισμούς, καλούμαστε -μέσω της αρχής- να τις λύσουμε με τρόπο που να περνάμε καλά.


Wednesday, June 6, 2018

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά / The feeling-good principle

Εφόσον αυτό που θέλουμε όλοι σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά -το αντίθετο θα ήταν παράλογο- αυτό μπορεί να το κάνει βάση μιας νέας ηθικής, καθώς η καθολική του ισχύς το καθιστά αδιαμφισβήτητη αξιολογική αρχή.

Η αρχή τού να-νιώθεις-καλά  ("the feeling-good principle", όπως θα λέγαμε στα αγγλικά) είναι πάρα πολύ απλή και ευκολοδιάκριτη. Αρκεί να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, με τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε τα αισθήματά μας και να μην  ψυχαναγκαζόμαστε. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ξεκινώντας από κάτι τόσο απλό, σαν αρχή, προκύπτει στη συνέχεια το αίτημα της ειλικρίνειας. Ξεδιπλώνοντας περαιτέρω τις παραμέτρους αυτού του αιτήματος, μπορούμε να φτιάξουμε ένα ηθικό σύστημα, όπου αυτό που μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς είναι κακό και αυτό που μας διευκολύνει καλό.

Ακούγεται περίεργο να ζητάς επαναθεμελίωση της ηθικής πάνω σε μια τέτοια αρχή, καθώς αυτή μοιάζει πολύ «εγωιστική». Αν μας επιτρέπεται να κάνουμε ό,τι μας αρέσει (προκειμένου να νιώσουμε καλά), τότε τι μας εμποδίζει να αρπάξουμε ή να βιάσουμε, για να πάρουμε κάτι που θέλουμε; Χωρίς εμπόδια και φραγμούς καταλύεται η έννοια του συστήματος και μια τέτοια ηθική βάση οδηγεί στο χάος. Είναι αλήθεια, όμως, αυτό; Μπορούμε να νιώσουμε ειλικρινά καλά, πατώντας επί πτωμάτων; Μας αρέσει πραγματικά κάτι τέτοιο;

Αν ναι, ας το κάνουμε. Βέβαια, δεν θα είναι τόσο εύκολο, γιατί σε κάποιους άλλους δεν θα αρέσει και δεν θα μας το επιτρέψουν. Οι άλλοι, βασιζόμενοι στη δική τους αρχή να-νιώθουν-καλά, δεν θα μας αφήσουν να τους υποτάξουμε. Θα δώσουν όλο τον εαυτό τους να υπερασπιστούν αυτή την αρχή, γιατί τους αφορά άμεσα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αδικία μπορεί να περιοριστεί, όταν τα άτομα, δρώντας επί προσωπικού, βάσει αυτής της αρχής, αντιδρούν έντονα στο κακό: αυτό που θα τους κάνει να νιώσουν άσχημα. Έτσι ορίζεται εκ των πραγμάτων μια διαχωριστική γραμμή όπου το να-νιώθεις-καλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος άλλου και αυτή η γραμμή άμυνας χαράσσεται από τα ίδια τα άτομα, χωρίς να την εκχωρούν σε άλλους.

Μήπως, όμως, η εγωιστική και κατά μόνας απόλαυση δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε; Μήπως, κατά βάθος, δεν νιώθουμε καλά όταν είμαστε ξεκομμένοι από τους άλλους, ζώντας σε διαρκή σύγκρουση μαζί τους; Ας είμαστε ειλικρινείς και ας προσπαθήσουμε να δούμε τι θέλουμε πίσω από όλα αυτά κυνηγάμε, παρασυρόμενοι συχνά σε πολεμικές πρακτικές. Μπορεί έτσι να διακρίνουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι ο πόλεμος αλλά η φιλία, γιατί αυτή μας κάνει να νιώθουμε πραγματικά καλά.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά δείχνει ασύμβατη με συγκρουσιακές πρακτικές, γιατί αυτές παράγουν άγχος και εμπεριέχουν κίνδυνο. Μπορεί να εξαναγκαζόμαστε σε αυτές, αλλά είναι δύσκολο να τις θέλουμε πραγματικά. Παρόλα αυτά, συμβαίνουν συνεχώς και αυτό δίνει την εντύπωση ότι τα άτομα τις επιδιώκουν. Το ερώτημα είναι αν προσβλέπουν σε αυτές για να νιώσουν καλά, επειδή τους εκπληρώνουν, προκαλώντας τους ψυχική ευφορία.
 --------------------------
Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση να αντλεί κάποιος ευχαρίστηση από το κακό και τη βία (να είναι χαιρέκακος ή πολεμοχαρής), δεν μπορούμε να κανοναρχούμε βάσει της διαστροφής του. Η ηθική σημαίνει ορισμό της κανονικότητας, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη εξαιρέσεων. Το θέμα είναι αν τις επιβραβεύει ή τις καταδικάζει. Η ηθική δεν ορίζει την πραγματικότητα, αλλά κανονίζει όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ορίζει το δέον και όχι το ον.
----------------------------

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά, υπό κανονικές συνθήκες, αποκλείει την επιθετικότητα, καθώς αυτή παράγει χάσματα και προκαλεί δυσφορία. Οι συνθήκες, όμως, μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες και να πιέζουν τα άτομα σε μια εγωιστική πρακτική για να σωθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιθετικής συμπεριφοράς. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών ώστε να διευκολύνουν τα άτομα να λειτουργούν απρόσκοπτα ως προς τη βασική τους αρχή να-νιώθουν-καλά.

Όπως βλέπουμε, η βασική αυτή αρχή μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι εύκολη στην πράξη. Χρειάζεται προσπάθεια, καθώς η πραγματικότητα πολλές φορές δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος με την περιπλοκότητά της και τις δυσκολίες που προβάλλει. Είτε οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τη σπάνη φυσικών πόρων και υλικών αγαθών, είτε με ενδοανθρώπινες διαμάχες και ανταγωνισμούς, καλούμαστε -μέσω της αρχής- να τις λύσουμε με τρόπο που να κάνουμε τη ζωή μας όσο πιο εύκολη γίνεται και όσο πιο απλή μπορούμε.

Έτσι, η απλότητα αυτής της αρχής οδηγεί στην ανάγκη απλο-ποίησης (όχι απλούστευσης) της πραγματικότητάς μας και εξ αυτής προκύπτουν μια σειρά αλλαγές και ρυθμίσεις που θα κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη και την απόλαυση της ύπαρξής μας μεγαλύτερη.

Μπορεί κάποιες θρησκείες να τάζουν μετα-θάνατον απόλαυση (ή να απειλούν με μετα-θάνατον τιμωρία) για να επιβάλουν την ηθική τους, όμως οι υποσχέσεις τους και οι απειλές τους είναι αστήρικτες, καθώς αναφέρονται στο τότε που δεν θα είμαστε εδώ. Αυτό, όμως, είναι παντελώς αδιάφορο. Εμείς συζητάμε για το πώς ζούμε στο τώρα και στο εδώ μας.  Πέραν αυτού, καθώς δεν υπάρχει τίποτε εκτός της ύπαρξης, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε για κάτι άλλο πέρα από το να υπάρχουμε πλήρως, ζώντας όσο καλύτερα μπορούμε και απολαμβάνοντας της ζωή μας ως το τέλος.

Sunday, October 29, 2017

ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝ-ΠΛΗΡΩΣΗΣ






ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝ-ΠΛΗΡΩΣΗΣ


Δύο συμπληρωματικά κείμενα:

1. ΟΣΟ ΠΙΟ ΑΠΛΑ ΓΙΝΕΤΑΙ

2. ΔΙΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΑΦΑΤΟ


Από τον ΣΤΡΑΤΟ ΤΖΙΤΖΗ





ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ξεκινώντας από τον κινηματογράφο και τα σενάρια που ήθελα να γράψω, μου τέθηκε από νωρίς το ερώτημα του κινήτρου των κινηματογραφικών χαρακτήρων. Τι είναι αυτό που τους κινεί και σε τι αποσκοπούν;  Αυτό με οδήγησε σε γενικότερες σκέψεις, που αφορούσαν τους ανθρώπους συνολικά. Διαπίστωσα ότι όλοι κινούνται προς την ολοκλήρωσή τους (την πληρότητα), με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Ανεξάρτητα από το τι καταφέρνουν τα άτομα τελικά στη ζωή τους, αυτό που θέλουν είναι να νιώθουν πλήρη. Η εκ- πλήρωσή τους είναι το βασικό τους κίνητρο.

Το αίτημα της πληρότητας έγινε αντικείμενο των θεωρητικών μου σκέψεων και με οδήγησε σε μια σειρά από διαπιστώσεις και κάποιες διατυπώσεις, σκόρπιες στα διάφορα γραπτά μου. Όταν αποφάσισα να τις συστηματοποιήσω, άρχισε να διαφαίνεται μια γενική θεωρία που τις ένωνε σε μια ενιαία αντίληψη του κόσμου. Αποπειράθηκα να την παρουσιάσω σε δύο «εργασίες» που έγραψα με διαφορά ετών («Εισαγωγή σε βασικές έννοιες για την ερμηνεία της πραγματικότητας» 1993 και «Υποθέσεις γενικής θεωρίας» 2005). Επειδή αυτές δεν προέκυψαν από ακαδημαϊκές σπουδές αλλά γεννήθηκαν αυθόρμητα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν απλοϊκές και πιθανόν να ήταν.

Μήπως, όμως, η απλότητα θα μπορούσε να είναι κάτι θεμιτό για μια συνολική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων; Αυτό αποπειράθηκα γράφοντας το «Όσο πιο απλά γίνεται» (2011), που παρουσιάζεται πρώτο εδώ. Στη συνέχεια ακολουθεί το «Απώτατο συμπέρασμα – Διάνοιξη στο άφατο» (2017), το συμπληρωματικό κείμενο που θεώρησα απαραίτητο για μια γενική θεωρία, καθώς τη διανοίγει στη σιωπή, αφού, στο τέλος, ότι και να πούμε μπορεί να μην έχει νόημα, καθώς αγνοούμε το ύστατο νόημα της ύπαρξης. Απλά υπάρχουμε, κινούμενοι προς την εκπλήρωσή μας, αγνοώντας σε τι μπορεί αυτή να αποσκοπεί. Αυτό δεν κάνει τη ζωή μας λιγότερο ενδιαφέρουσα. Δίνουμε ιδιαίτερο νόημα και μεγάλη σημασία σε ό,τι μπορεί να μας υπόσχεται κάποιου είδους εκπλήρωση, αν και αγνοούμε το οριστικό νόημά της. Πρόκειται για δύο καταστάσεις της ύπαρξης - την τρέχουσα και την οριστική - που συνυπάρχουν.

Υπάρχουμε ταυτόχρονα τόσο στο τρέχοντα χρόνο του δικού μας γίγνεσθαι, όσο και στο διηνεκή χρόνο του συμπαντικού γίγνεσθαι, από το οποίο, άλλωστε, έχουμε προέλθει. Η εννόηση της μιας κατάστασης θα πρέπει να συμπληρωθεί από την άλλη, για να δώσει μια πληρέστερη εικόνα της γενικότερης συνθήκης μας.

Αυτό αναδεικνύει τη συμπληρωματικότητα σε κομβική έννοια καθώς καμία κατάσταση της ύπαρξης (και η συναφή της θεωρία) δεν μπορεί να αποδώσει, από μόνη της, την πληρότητα που αναζητούμε σαν υπάρξεις.  

Το ζητούμενο της πληρότητας συνεπάγεται τη συμπληρωματικότητα κάθε ενέργειάς μας (πρακτικής και θεωρητικής), την ένωση με αυτό που μας λείπει κάθε φορά, για να προχωράμε ολοκληρωμένοι. Τίποτα από μόνο του δεν είναι επαρκές και καμία θεωρία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς να συμπληρώνεται από κάποια άλλη.

Όταν έβαλα μαζί τα δύο κείμενα που παρατίθενται, κατάλαβα ότι μόνο ως συμπληρωματικά λένε κάτι πλήρες στο επίπεδο εννόησης που κινούνται. Από μόνα τους είναι ελλιπή, όπως κάθε τι από μόνο του. Άρα και αυτό το ενιαίο σύγγραμμα, που τα παραθέτει σε ένα σώμα, είναι ελλιπές. Θα πρέπει να συμπληρωθεί με κάτι άλλο (με την ανάγνωσή του  ή με την περαιτέρω συγγραφή του, με την αποδοχή του ή την υποδοχή του, με την επεξεργασία του ή με την εφαρμογή του).
Το ίδιο ελλιπή μοιάζουν όλα τα έργα μας, αναδεικνύοντας τη συν-πλήρωσή τους το μέγα Έργο στο οποίο  καλούνται να συμμετάσχουν.

Μια θεωρία της συν-πλήρωσης θα συντελούσε στην πληρέστερη συμμετοχή μας στο έργο του γίγνεσθαι και στη μεγιστοποίηση της πληρότητας που νιώθουμε εξ αυτού.  Ελπίζω το ελλιπές σύγγραμμα που ακολουθεί να μπορέσει να συμβάλει σε αυτή, εφόσον συμπληρωθεί κατάλληλα.  









ΟΣΟ ΠΙΟ ΑΠΛΑ ΓΙΝΕΤΑΙ


Μια σειρά σκέψεων για ζητήματα του ανθρώπου, γραμμένη όσο πιο απλά γίνεται. 



ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ

Είμαστε γεννήματα αυτού του κόσμου. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν μορφή ζωής ενός πλανήτη κάποιου ήλιου ενός από τους γαλαξίες του. Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλο σύμπαν από αυτό που ζούμε, ούτε τι υπήρχε πριν από αυτό - αν υπήρχε κάτι - ούτε τι θα έρθει μετά. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε εδώ (όσο βρισκόμαστε), κάτοικοι της Γης, που είναι κι αυτή γέννημα του κόσμου.

Από τη θέση μας μέσα στο σύμπαν, σαν ένα μέρος αυτού, οργανικά δεμένο μαζί του, είναι αδύνατον να το αντιληφθούμε στην ολότητά του, να αποσπαστούμε από αυτό με κάποιο τρόπο και να το δούμε από έξω, για να καταλάβουμε τι είναι στο σύνολο. Μπορούμε να καταλάβουμε από μέσα πολλά, αλλά η ολότητά του (όπως, επίσης, η αρχή και το τέλος του) πάντα θα μας διαφεύγει, διότι μας εμπεριέχει.

Η απόπειρες των διαφόρων θρησκειών να πουν την ιστορία του κόσμου σαν ένα παραμύθι - με αρχή, μέση και τέλος - είναι προϊόν της φαντασίας της πρώιμης ("παιδικής") ηλικίας του ανθρώπου, όπου με μυθολογικές κατασκευές προσπάθησε να βάλει μια πρόχειρη τάξη στο χάος του ανεξήγητου κόσμου που τον περιέβαλλε. Όσο όμως μεγάλωνε και μάθαινε τον κόσμο γύρω του, τόσο αυτές οι κατασκευές αποδεικνυόταν αυθαίρετες, έτσι που σήμερα καμία θρησκεία να μην πείθει πραγματικά το μέσο άνθρωπο σαν ερμηνευτικό σύστημα του κόσμου.

Αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να θεαθούμε το όλον του κόσμου, βρισκόμαστε σε αντικειμενική αδυναμία να ορίσουμε απαράβατες αρχές και αιώνιες αλήθειες. Αρχές που βασισμένες στη γνώση του Όλου και σφραγισμένες με τη βούλα του απόλυτου να μπορούν να θεμελιώσουν αλάθητες επιστήμες - τόσο φυσικές, όσο και κοινωνικές - που θα έδιναν τη βάση να νομοθετήσουμε με αλάθητο τρόπο και τα ανθρώπινα πράγματα.

Από την άλλη, η παραίτηση από το αίτημα του απόλυτου και της επικύρωσης της γνώμης μας από την αλήθεια, εισάγει το σχετικισμό στις ανθρώπινες κρίσεις και προβάλλει τον υποκειμενισμό των απόψεών τους, γεγονός που επαναφέρει την αυθαιρεσία στα ανθρώπινα πράγματα από την πίσω πόρτα, (αφού εκδιώχθηκε, από τη μπροστινή, με την αποπομπή των θρησκειών).

Η αυθαιρεσία του υποκειμενισμού οδηγεί, από τη μια, στην επιβολή της γνώμης του πιο ισχυρού πάνω στον πιο αδύνατο - καθώς δεν αναγνωρίζεται κάποιο αντικειμενικό κριτήριο έξω από αυτούς τους δύο, ικανό να εκδικάσει τις όποιες διαφορές τους - και, απ’ την άλλη, αποσυνδέει τον άνθρωπο από το όλον στο οποίο ανήκει, με το να του αναγνωρίζει το δικαίωμα να αυθαδιάζει έναντι των πάντων.

Εν ονόματι του υποκειμενισμού, ο άνθρωπος είναι ικανός να παραγνωρίσει τους απαράβατους νόμους του κόσμου στον οποίο ανήκει και να παραβιάσει τους κανόνες της φύσης που τον κρατάει στη ζωή -κάτι  το οποίο μπορεί να τον φέρει αρχικά σε θέση ισχύος, αλλά όχι για πολύ. Η παραβατικότητα δεν επιτρέπεται σε ένα σύμπαν που έχει κανόνες, τους οποίους μπορεί να μην ξέρουμε πολύ καλά, αλλά οφείλουμε να τους αναγνωρίζουμε, εφόσον είμαστε μέρος της ολότητας του κόσμου και εξαρτόμαστε από αυτήν.

Η αντικειμενική αδυναμία μας να ορίσουμε το απόλυτο - λόγω της θέσης μας εντός του κόσμου, κι όχι εκτός αυτού - δεν σημαίνει ότι το απόλυτο δεν υπάρχει. Υπάρχει όπως υπάρχει και το Όλον που μας εμπεριέχει ως Αυτό που είναι τα πάντα, ενώ, εμείς είμαστε «κάτι» μέσα σε Αυτό.
------------------------------------------
Θα μπορούσαμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε ένα διαδεδομένο όρο για Αυτό, τον όρο «Θεός», για να γίνουμε κατανοητοί, όμως, εφόσον θέλουμε να αναφερθούμε στο Όλον με το σύνολο των ιδιοτήτων του και όχι με κάποιες από αυτές, χρειαζόμαστε μια λέξη όσο γίνεται πιο γενική και ουδέτερη, όπως είναι η λέξη "Αυτό".

Η λέξη «Θεός» δεν είναι αρκούντως κατάλληλη, καθώς είναι χαρακτηρισμένη από  τις ειδικές επισημάνσεις των διαφόρων θρησκειών και είναι, επιπλέον, αρσενικού γένους - τουλάχιστον στα ελληνικά - άρα, όχι ουδέτερη.

Για τον ίδιο λόγο, η λέξη Αυτό είναι προτιμότερη από πολλές άλλες γενικές λέξεις, ακόμη και από τη λέξη «Όλον», η οποία παραπέμπει στην ιδιότητα της ολότητας, αλλά αυτή δεν είναι η μόνη ιδιότητα Αυτού (το οποίο περιλαμβάνει όλες τις ιδιότητες μαζί και βρίσκεται πέραν όλων των λέξεων που ονομάζουν ο,τιδήποτε). Κανονικά δεν υπάρχει λέξη να το ονομάσει. Μπορούμε μόνο να αναφερθούμε υπαινικτικά σε "αυτό", με τη λέξη Αυτό, ελλείψει καταλληλότερης.
-----------------------------------------------

Μπορεί να είναι αδύνατον εκ των πραγμάτων να προσδιορίσουμε τι είναι Αυτό, αλλά ξέρουμε ότι είμαστε μέρος του Όλου του και όχι Αυτό μέρος δικό μας. Η ζωή και η ευημερία μας εξαρτάται από Αυτό και όχι Αυτό από εμάς. Άρα, δεν μπορούμε να βάλουμε το εγώ μας πάνω από Αυτό, ούτε τη γνώμη μας κόντρα στους κανόνες του γίγνεσθαί του, χωρίς να τιμωρηθούμε για την ύβρη μας και να υποστούμε τις συνέπειες της σύγκρουσής μας με τον ίδιο τον ζωοδότη μας κόσμο.

Το σύστημα των κανόνων που διέπουν το συμπαντικό γίγνεσθαι και ρυθμίζουν τα της ζωής μας, απαρτίζει το απόλυτο της γνώσης, στο οποίο πρέπει να τείνει η γνώμη μας για να είναι σωστή, ή, καλύτερα, για να γίνεται ολοένα πιο σωστή, αφού το απόλυτα σωστό και εντελώς αληθές είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως είπαμε, ότι πρέπει να παραιτούμαστε από το αίτημά του.

Άλλο, όμως, το αίτημα και άλλο η κατοχή.

Ανάμεσα στο τίποτε και στα πάντα υπάρχει το ολοένα πιο πολύ. Ανάμεσα στην κατηγορηματική πρόταση «ξέρω τι είναι τι» και στην αποφατική «δεν ξέρω τίποτε», υπάρχει το «μαθαίνω». Αυτό  δίνει κατεύθυνση στην ανθρώπινη εννόηση του κόσμου: την κατεύθυνση της μεγιστοποίησής της, μέσω της βαθμιαίας προσέγγισης της αλήθειας.

Το αίτημα της αλήθειας -και του απόλυτου- μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε Αυτό, μας βγάζει από το εγώ μας και μας συνδέει με τον κόσμο. Από την άλλη, τόσο η ψευδαίσθηση της ολικής κατοχής της αλήθειας (που υπόσχονται οι θρησκείες), όσο και η  παραίτηση από το αίτημα της αλήθειας (που επιφέρει ο σχετικισμός), μας αποσυνδέουν από τον κόσμο, οδηγώντας μας στα επικίνδυνα μονοπάτια, είτε του φονταμενταλισμού (θρησκείες) είτε του ανεξέλεγκτου ατομισμού (σχετικισμός).


Η ΒΑΘΜΙΑΙΑ ΕΝΝΟΗΣΗ

Ανάμεσα στη θρησκευτική υποταγή και στην ατομικιστική αυθάδεια, βρίσκεται η μέση οδός της βαθμιαίας εννόησης των κανόνων του γίγνεσθαι και της συμμόρφωσής μας με αυτούς, την οποία πρέπει* να ακολουθούμε για να ευημερούμε κατά το μέγιστο δυνατόν.

----------------------------------
*Το «πρέπει», εδώ, δηλώνει την αναγκαστική μας σχέση με τον κόσμο, αφού είμαστε συνδεδεμένοι αναγκαστικά μαζί του και η ευημερία μας εξαρτάται από τη σωστή μας σχέση μαζί του.
----------------------------------

Καθώς η σωστή σχέση μας με τον κόσμο δεν είναι δεδομένη αλλά ζητούμενη, καλούμαστε να μελετήσουμε τον τρόπο της συστοιχείωσής του, τόσο έξω από εμάς (φυσικές επιστήμες), όσο και ανάμεσά μας (επιστήμες του ανθρώπου), για να βρούμε εκείνα τα εργαλεία και να κάνουμε εκείνα τα έργα, που θα προάγουν την ευημερία μας, σύμφωνα, πάντα, με τους κανόνες του γίγνεσθαι.

Οι φυσικές επιστήμες έλυσαν το πρόβλημα της αλήθειας των θεωριών τους με τη μέθοδο της επαλήθευσής τους στις περιοχές που αυτές διερευνούσαν. Έτσι, προχώρησαν σταδιακά στην εξερεύνηση του κόσμου, ενώ, η βαθμιαία προσέγγισή τους στην αλήθεια συντέλεσε στη μεγιστοποίηση της επιστημονικής γνώσης.

Την ίδια στιγμή, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα δυσκολεύτηκαν, διότι είχαν να αντιμετωπίσουν τις αντιστάσεις κοινωνικών συστημάτων και ταξικών συμφερόντων πολύ πιο ισχυρών και επώδυνων από τις αντιστάσεις της υλικής πραγματικότητας.

Ακόμη και σήμερα, που οι εξερεύνηση της ύλης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, οι θεωρίες για τα ανθρώπινα παραμένουν στάσιμες, ανήμπορες να μεθοδεύσουν την προσέγγισή μας στην αλήθεια, με συνέπεια να βρίθουν από αυθαιρεσίες (είτε θρησκευτικού τύπου, είτε σχετικιστικού). Βασικός λόγος αυτής της δυσκολίας είναι ότι στις ανθρώπινες αποφάνσεις κριτής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.

Στα θέματα που αφορούν εμάς τους ίδιους, δεν υπάρχει η μαρτυρία της έξωθεν πραγματικότητας, με την οποία συγκρίνει τις αποφάνσεις της η φυσική επιστήμη, κρίνοντας αν αυτές αληθεύουν ή όχι. Ούτε, βέβαια, υπάρχουν έξω από εμάς γραμμένες κάποιες θείες εντολές - τις οποίες θα μας μεταφέρουν οι εκλεκτοί του Θεού - για να ρυθμίσουμε σύμφωνα με αυτές τη συμπεριφορά μας.


ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ

Αυτό που μας αφορά δεν υπάρχει γραμμένο κάπου έξω από εμάς, αλλά βρίσκεται μέσα μας. Τούτο δεν σημαίνει ότι είμαστε έρμαια κάποιου υποκειμενισμού, ξεκομμένοι από το σύστημα των κανόνων του σύμπαντος κόσμου. Απλά, όντας μέρος Αυτού ενσωματώνουμε από το όλον του τις ειδικές εντολές που μας ρυθμίζουν, μέσα από τις γενετικές μας οδηγίες. Άρα, η αλήθεια μας βρίσκεται μέσα μας και δεν έχουμε άλλο τρόπο να την προσεγγίσουμε από το να την αφουγκραστούμε και να την εκφράσουμε όσο γίνεται πιο ειλικρινά.

Ο ειλικρινής μας εσωτερικός διάλογος με τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα αισθήματά μας, ήτοι, με το τρισυπόστατο* της ύπαρξής μας, είναι το πρώτο βήμα προσέγγισης της αλήθειας μας.
-------------------------------------
*Το τρισυπόστατο της ύπαρξής μας όπως συναρτάται από τη βούληση (πηγή των επιθυμιών), το νου (των σκέψεων) και τη ψυχή (των αισθημάτων).
-------------------------------------

Το δεύτερο είναι η εξωτερίκευση των συμπερασμάτων αυτού του διαλόγου και η συ-ζήτησή τους με τους άλλους, για να δια-πιστώσουμε την ισχύ τους και να τα δοκιμάσουμε στην πράξη. 

Όταν ξεκινάμε ανάποδα, από τις οδηγίες που μας έρχονται από έξω - από τις εντολές που μας δίνουν άλλοι, από τα δικά τους θέλω, τις δικές τους γνώμες, κλπ. - αποκοβόμαστε από τη μόνη δυνατότητά μας να αρθρώσουμε την αλήθεια που μας αφορά (αφού την «πάσα αλήθεια» είναι αδύνατον να την κατέχουμε, όσο κι αν δεν πρέπει να σταματήσουμε να την αναζητούμε).

Η εσώτερη προέλευση των αποφάνσεων και εκφράσεών μας, όταν αυτές πηγάζουν από τον εσωτερικό μας διάλογο, είναι κριτήριο της αλήθειας τους, αφού δίνει τα εχέγγυα ότι ξεκινούν από εμάς τους ίδιους, είναι ειλικρινείς και έχουν το χαρακτήρα της αυθεντικότητας. Γι’ αυτό, μπορούμε να τις εμπιστευόμαστε και να τις εξωτερικεύουμε, όποιες κι αν είναι αυτές, αρκεί να είναι προϊόντα του ελεύθερου διαλόγου με τον εαυτό μας.

Η «αυτολογοκρισία» μας από εξωτερικούς ελέγχους, που τους έχουμε ενσωματώσει κι έχουν διαμορφώσει μέσα μας μια σειρά από φραγμούς, εμποδίζοντας να συνομιλήσουμε ελεύθερα με τον εαυτό μας, πλήττει το μόνο μέσο που έχουμε για να προσεγγίσουμε την αλήθεια μας: την ειλικρίνεια.


Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑΣ

Δεδομένου ότι οι εξωτερικοί έλεγχοι είναι δεδομένοι και ένα μέρος τους περνάει μέσα μας από μικρά παιδιά, η ειλικρίνεια δεν είναι εύκολη υπόθεση. Γι' αυτό λέμε «να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς», εννοώντας ότι απαιτείται διαρκής προσπάθεια για αυτό, που είναι πρωταρχικό αίτημα της ζωής μας, αν θέλουμε να τη ζήσουμε ως οι εαυτοί μας.

Το να είσαι ειλικρινής στην κοινωνία εμπεριέχει κάποιο κόστος, αφού η ειλικρίνεια μπορεί να σε διαφοροποιήσει από το κοινωνικά αποδεκτό και να σε οδηγήσει σε πιθανή σύγκρουση με διάφορα κατά συνθήκη ψεύδη. Όμως, μόνο αναλαμβάνοντας το κόστος της ειλικρίνειας, μπορείς να είσαι αληθινός και ό,τι έχεις ζήσει να είναι ουσιαστικά βιωμένο. 

Ο βιωματικός πλούτος, αυτός που γεμίζει την ύπαρξή σου με το "είναι" της,  αποτελεί το μέγιστο κέρδος της ειλικρίνειας σου, όσο κι αν αυτή μπορεί να σου κοστίσει. Στην περίπτωση που φοβάσαι να αναλάβεις το κόστος της αλήθειας σου και γίνεσαι εξωτερικός και ψεύτικος - προσποιούμενος "αλήθειες" που δεν είναι δικές σου και ενδίδοντας στην εξωτερικότητα* κοινωνικών επιταγών που δεν σε εκφράζουν- μπορεί να έχεις υλικές απολαβές, αφού γίνεσαι εύκολα αποδεκτός και ανταμείβεσαι από την όποια καθεστηκυία τάξη, αλλά το τίμημα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.

---------------------------------
*"Εξωτερικότητα" σημαίνει να επιτρέπεις έξωθεν εντολές να παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην έκφρασή σου, έτσι που να αναπαράγεις πρότυπα που δεν είναι δικά σου. Η εξωτερικότητα διαφέρει ριζικά από την "εξωτερίκευση", όπου εκφράζεις το μέσα σου προς τα έξω.
----------------------------------

Η απομάκρυνσή μας από αυτό που φέρουμε μέσα μας - αυτό που μας φέρει στον κόσμο, σύμφωνα με τις γενετικές οδηγίες μας - προκαλεί ένα χάσμα ανάμεσα σε εμάς και το "είναι" μας, δημιουργώντας ένα τέτοιο κενό ζωής* που οι υλικές απολαβές δεν μπορούν να γεμίσουν.

--------------------------------------------
*"Κενό ζωής" με την έννοια του αβίωτου χρόνου - τις μέρες, τα χρόνια και τις εποχές που αναλώθηκαν στο ψέμα και στο τίποτε.
---------------------------------------------


Ο χρόνος της ζωής μας που δεν βιώθηκε αυθεντικά, αλλά αλλοτριώθηκε στην εξωτερικότητα, ξεπουλημένος σε άλλους, δεν επιστρέφει. Τα χρόνια που δεν ζήσαμε, δεν ξαναγυρίζουν.

Η ανάγκη της ειλικρίνειας δεν είναι μια έξωθεν ηθική επιταγή, αλλά αίτημα της ίδιας της ζωής μας και πόθο δικό μας. Είναι σύμφυτη με εμάς, αφού δεν μπορεί να μη θέλουμε να είμαστε αληθινοί, δηλαδή να υπάρχουμε εντελώς, με την έννοια της πλήρους παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, όπου αυτό που έχουμε μέσα μας εκφράζεται και συνομιλείται, αντί να μένει αβίωτο και σκοτεινό, «μαυρίζοντας» τη ψυχή μας.


ΟΙ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Η ψυχή, είναι η πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, συνθέτοντας τα συστατικά μας μέρη μας σε μια ζωντανή μονάδα. Όταν πεθαίνουμε, η ψυχή «φεύγει», η ενότητα λύεται και η μονάδα μας αποσυντίθεται.

Ως πεμπτουσία της ζωτικής μας ενότητας, η ψυχή υποφέρει από διχαστικές πρακτικές που ανοίγουν βιωματικά χάσματα στη ζωή μας, όπως συμβαίνει με την έλλειψη της ειλικρίνειας και την αποφυγή της αλήθειας μας. Τότε, τα αισθήματα που μας εκπέμπει η ψυχή είναι αισθήματα δυσφορίας. Αντίθετα, επιβραβεύει με αισθήματα ευφορίας τις ενοποιητικές πρακτικές, που μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια μας και μας ταυτο-ποιούν, ολοκληρώνοντάς μας και εκ-πληρώνοντάς μας.

Με το δίπολο των αισθημάτων, της ευφορίας και της δυσφορίας, η ψυχή μάς υποδεικνύει τον τρόπο να κινηθούμε στη ζωή.

Με τη, μεν, δυσφορία μάς δείχνει να φύγουμε από εκεί που βρισκόμαστε, να αλλάξουμε στάση, να διαχωριστούμε από ό,τι μας κάνει κακό: ό,τι προκαλεί κενό στη ζωή.

Με τη, δε, ευφορία μάς δείχνει ότι βρισκόμαστε κοντά σε ό,τι μας κάνει καλό: ό,τι μας εκπληρώνει.


ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

Οι χαρακτηρισμοί "καλό" και "κακό" δεν αποτελούν κατηγορήματα τού Είναι, αλλά ηθικά προτάγματα του ανθρώπου. Το Είναι δεν είναι καλό ή κακό. Είναι αυτό που είναι. Η σχέση του ανθρώπου με το Είναι μπορεί να χαρακτηριστεί καλή ή κακή, ανάλογα με το αν εκπληρώνει τη σύνδεσή του με Αυτό ή αν προκαλεί χάσματα. 

Ο άνθρωπος έχει την
 ελευθερία να προκαλέσει το χάσμα (πράττοντας το κακό), αλλά το κενό που προκαλεί, γρήγορα γεμίζει με ερείπια, καθώς το Είναι δεν επιτρέπει το κενό (το μη-Είναι), αλλά το αναπληρώνει άμεσα με το θρύψαλα της καταστροφής, που το κακό προκάλεσε.

Ως ηθικά προτάγματα, το καλό και το κακό, έχουν πάρει διάφορα περιεχόμενα κατά καιρούς, ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τη σχέση του με το Είναι. Στη θρησκευτική αντίληψη το καλό και το κακό λάμβαναν περιεχόμενο έξωθεν (από τους θεούς και τους διαμεσολαβητές τους), το οποίο ήταν συχνά αυθαίρετο και πολλές φορές επιβεβλημένο δια της βίας. Αντιδρώντας σε αυτήν την επιβολή, οι σημερινοί άνθρωποι αποφεύγουν τη χρήση αυτών των βασικών ηθικών προταγμάτων, αφήνοντάς τα έρμαια μιας σχετικιστικής ερμηνείας, χωρίς σαφή διαχωρισμό. Ο υποκειμενισμός της ερμηνείας τους, τα έχει κάνει θέματα γούστου και προσωπικής βλέψης, έτσι που να έχουν χάσει τα όριά τους και να μπερδεύονται μεταξύ τους.

Η υποκειμενική εκτίμηση του καλού και του κακού, όμως, τα εξασθενίζει σαν ηθικά προτάγματα. Εάν δεν ορίζουμε ποιο είναι το καλό (το δέον) και δεν προσφεύγουμε σε αυτό, χάνουμε τον άξονα των πράξεών μας. Εάν δεν αντιλαμβανόμαστε το κακό, το επιτρέπουμε να συμβαίνει.

Η αξία των ηθικών προταγμάτων ανάμεσα στους ανθρώπους βρίσκεται στην ενθάρρυνση (επιβράβευση) των πράξεων που αποτιμούν ως καλές και στην αποθάρρυνση (τιμωρία) όσων θεωρούν κακές. Έτσι, περιορίζουν το κακό και μεγεθύνουν το καλό.

Κατά κάποιο τρόπο, η ηθική πλαισιώνει την ελευθερία του ατόμου, βάζοντας του όρια (για να μην κάνει το κακό) και δίνοντάς του κατεύθυνση (για να κάνει το καλό). Πρόκειται για ένα ενδο-ανθρώπινο σύστημα πλαισίωσης των ατόμων, καθώς έχουν τη δυνατότητα του καλού και του κακού, διαθέτοντας την ελευθερία της επιλογής.

Τα ζώα δεν κάνουν καλό ή κακό. Δρουν μέσα στο σύστημα της φύσης, ελεγχόμενα απόλυτα από αυτό. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα διαφοροποίησης από τη φύση και δημιουργίας μιας μετα-φύσης, φτιάχνοντας κοινωνίες, όπου ζει και ευημερεί, εκμεταλλευόμενος τη φύση, μέσω της γνώσης.  Αυτή η δυνατότητα, βέβαια, εμπεριέχει τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας. Προκειμένου να προστατευθεί από αυτόν τον κίνδυνο, ο άνθρωπος προσπαθεί να συστηματοποιήσει τη συμπεριφορά του, μέσω των ηθικών προταγμάτων.

Τα κοινωνικά συστήματα χτίζονται, βασικά, πάνω στον ορισμό του καλού και του κακού που υιοθετεί η εκάστοτε κοινωνία. Ανάλογα με το πώς τα αντιλαμβάνονται μορφοποιούν και την αντίστοιχη διακυβέρνησή τους. Όταν τα εκλάμβαναν ως θεϊκές εντολές, δέχονταν πεφωτισμένες ηγεσίες (βασιλείς, αυτοκράτορες και πατριάρχες). Όταν, με το διαφωτισμό, αμφισβήτησαν τη βασιλική ηθική, εκδημοκράτισαν το πολίτευμα.

Η αμφισβήτηση της ίδιας της ηθικής, όμως, κάνει την κοινωνία ευάλωτη στην αυθαιρεσία των ατόμων και ειδικά αυτών που μπορούν να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα, ελέγχοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες με την ισχύ τους. Είτε αυτά είναι συνασπισμένα σε ισχυρά λόμπυ είτε απαρτίζουν φοβισμένες πλειοψηφίες στοιχισμένες πίσω από λαϊκιστές ηγέτες, ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας και αδικίας εξ αυτών είναι παρόν.

Η αδικία προκύπτει από την αλλοιωμένη εκτίμηση του καλού και του κακού, όπου το ένα μπορεί να εκληφθεί ως το άλλο, το κακό να επιβραβεύεται και το καλό να τιμωρείται. Υπάρχουν, βέβαια, τα δικαστήρια, όπου κάποιος μπορεί να προσφύγει για να δικαιωθεί, αλλά, αυτά εκδικάζουν βάσει νόμων, που ψηφίζονται από κοινοβούλια που μπορεί να ελέγχονται από ομάδες συμφερόντων, που αλλοιώνουν τον ορισμό του καλού και κακού υπέρ αυτών. Οπότε, επανερχόμαστε στο ζήτημα του επανακαθορισμού της ηθικής κατά τρόπο αντικειμενικό, που να μην μπορεί να τεθεί εύκολα υπό αμφισβήτηση , χωρίς, απ’ την άλλη, να χρειάζεται θεμελίωση σε θεϊκές εντολές.

Πάνω σε τι μπορεί να στηριχθεί, όμως, ένας αντικειμενικός επαναπροσδιορισμός της ηθικής; Ποια μπορεί να είναι η στέρεα βάση που θα μας δώσει μια βάσιμη επανεκτίμηση του τι είναι καλό και τι κακό;  Αν υπάρχει, αυτή η βάση, θα πρέπει να αναζητηθεί σε κάποια αναντίρρητη αρχή, που να έχει χαρακτήρα της καθολικότητας και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί. Θα προσπαθήσουμε να την εντοπίσουμε, ξεκινώντας από μια ταυτολογία: καλό είναι αυτό που μας κάνει καλό. Εξ αυτής προκύπτει το προφανές ότι κακό είναι αυτό που δεν μας κάνει καλό.

Πώς κρίνουμε τι μας κάνει καλό ή κακό; Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το δίπολο της ευφορίας και δυσφορίας, με το οποίο η ψυχή μας κρίνει τις καταστάσεις. Καλό είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά (ευφορία). Κακό είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε κακά (δυσφορία).

Καθώς είναι αδύνατον να νιώθουμε καλά με αυτό που μας κάνει να νιώθουμε κακά, έχουμε ένα σαφή διαχωρισμό των καταστάσεων σε καλές και κακές. (Οι ενδιάμεσες καταστάσεις, όπου νιώθουμε αδιάφορα, δεν έχουν ηθικό ενδιαφέρον και δεν εμπίπτουν στο ερώτημά μας.)


Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΑ-ΝΙΩΘΕΙΣ-ΚΑΛΑ

Εφόσον αυτό που θέλουμε όλοι σε αυτή τη ζωή είναι να νιώθουμε καλά -το αντίθετο θα ήταν παράλογο- αυτό μπορεί να το κάνει βάση μιας νέας ηθικής, καθώς η καθολική του ισχύς το καθιστά αδιαμφισβήτητη αξιολογική αρχή.

Η αρχή τού να-νιώθεις-καλά  ("the feeling-good principle", όπως θα λέγαμε στα αγγλικά) είναι πάρα πολύ απλή και ευκολοδιάκριτη. Αρκεί να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, με τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε τα αισθήματά μας και να μην  ψυχαναγκαζόμαστε. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ξεκινώντας από κάτι τόσο απλό, σαν αρχή, προκύπτει στη συνέχεια το αίτημα της ειλικρίνειας. Ξεδιπλώνοντας περαιτέρω τις παραμέτρους αυτού του αιτήματος, μπορούμε να φτιάξουμε ένα ηθικό σύστημα, όπου αυτό που μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς είναι κακό και αυτό που μας διευκολύνει καλό.

Ακούγεται περίεργο να ζητάς επαναθεμελίωση της ηθικής πάνω σε μια τέτοια αρχή, καθώς αυτή μοιάζει πολύ «εγωιστική». Αν μας επιτρέπεται να κάνουμε ό,τι μας αρέσει (προκειμένου να νιώσουμε καλά), τότε τι μας εμποδίζει να αρπάξουμε ή να βιάσουμε, για να πάρουμε κάτι που θέλουμε; Χωρίς εμπόδια και φραγμούς καταλύεται η έννοια του συστήματος και μια τέτοια ηθική βάση οδηγεί στο χάος. Είναι αλήθεια, όμως, αυτό; Μπορούμε να νιώσουμε ειλικρινά καλά, πατώντας επί πτωμάτων; Μας αρέσει πραγματικά κάτι τέτοιο;

Αν ναι, ας το κάνουμε. Βέβαια, δεν θα είναι τόσο εύκολο, γιατί σε κάποιους άλλους δεν θα αρέσει και δεν θα μας το επιτρέψουν. Οι άλλοι, βασιζόμενοι στη δική τους αρχή να-νιώθουν-καλά, δεν θα μας αφήσουν να τους υποτάξουμε. Θα δώσουν όλο τον εαυτό τους να υπερασπιστούν αυτή την αρχή, γιατί τους αφορά άμεσα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αδικία μπορεί να περιοριστεί, όταν τα άτομα, δρώντας επί προσωπικού, βάσει αυτής της αρχής, αντιδρούν έντονα στο κακό: αυτό που θα τους κάνει να νιώσουν άσχημα. Έτσι ορίζεται εκ των πραγμάτων μια διαχωριστική γραμμή όπου το να-νιώθεις-καλά δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος άλλου και αυτή η γραμμή άμυνας χαράσσεται από τα ίδια τα άτομα, χωρίς να την εκχωρούν σε άλλους.

Μήπως, όμως, η εγωιστική και κατά μόνας απόλαυση δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε; Μήπως, κατά βάθος, δεν νιώθουμε καλά όταν είμαστε ξεκομμένοι από τους άλλους, ζώντας σε διαρκή σύγκρουση μαζί τους; Ας είμαστε ειλικρινείς και ας προσπαθήσουμε να δούμε τι θέλουμε πίσω από όλα αυτά κυνηγάμε, παρασυρόμενοι συχνά σε πολεμικές πρακτικές. Μπορεί έτσι να διακρίνουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι ο πόλεμος αλλά η φιλία, γιατί αυτή μας κάνει να νιώθουμε πραγματικά καλά.

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά δείχνει ασύμβατη με συγκρουσιακές πρακτικές, γιατί αυτές παράγουν άγχος και εμπεριέχουν κίνδυνο. Μπορεί να εξαναγκαζόμαστε σε αυτές, αλλά είναι δύσκολο να τις θέλουμε πραγματικά. Παρόλα αυτά, συμβαίνουν συνεχώς και αυτό δίνει την εντύπωση ότι τα άτομα τις επιδιώκουν. Το ερώτημα είναι αν προσβλέπουν σε αυτές για να νιώσουν καλά, επειδή τους εκπληρώνουν, προκαλώντας τους ψυχική ευφορία.
 --------------------------
Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση να αντλεί κάποιος ευχαρίστηση από το κακό και τη βία (να είναι χαιρέκακος ή πολεμοχαρής), δεν μπορούμε να κανοναρχούμε βάσει της διαστροφής του. Η ηθική σημαίνει ορισμό της κανονικότητας, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη εξαιρέσεων. Το θέμα είναι αν τις επιβραβεύει ή τις καταδικάζει. Η ηθική δεν ορίζει την πραγματικότητα, αλλά κανονίζει όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ορίζει το δέον και όχι το ον.
----------------------------

Η αρχή του να-νιώθεις-καλά, υπό κανονικές συνθήκες, αποκλείει την επιθετικότητα, καθώς αυτή παράγει χάσματα και προκαλεί δυσφορία. Οι συνθήκες, όμως, μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες και να πιέζουν τα άτομα σε μια εγωιστική πρακτική για να σωθούν, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιθετικής συμπεριφοράς. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών ώστε να διευκολύνουν τα άτομα να λειτουργούν απρόσκοπτα ως προς τη βασική τους αρχή να-νιώθουν-καλά.

Όπως βλέπουμε, η βασική αυτή αρχή μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι εύκολη στην πράξη. Χρειάζεται προσπάθεια, καθώς η πραγματικότητα πολλές φορές δυσκολεύει την πραγματοποίηση ενός τόσο απλού προτάγματος με την περιπλοκότητά της και τις δυσκολίες που προβάλλει. Είτε οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τη σπάνη φυσικών πόρων και υλικών αγαθών, είτε με ενδο-ανθρώπινες διαμάχες και ανταγωνισμούς, καλούμαστε -μέσω της αρχής- να τις λύσουμε με τρόπο που να κάνουμε τη ζωή μας όσο πιο εύκολη γίνεται και όσο πιο απλή μπορούμε.

Έτσι, η απλότητα αυτής της αρχής οδηγεί στην ανάγκη απλο-ποίησης (όχι απλούστευσης) της πραγματικότητάς μας και εξ αυτής προκύπτουν μια σειρά αλλαγές και ρυθμίσεις που θα κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη και την απόλαυση της ύπαρξής μας μεγαλύτερη.

Μπορεί κάποιες θρησκείες να τάζουν μετα-θάνατον απόλαυση (ή να απειλούν με μετα-θάνατον τιμωρία) για να επιβάλουν την ηθική τους, όμως οι υποσχέσεις τους και οι απειλές τους είναι αστήρικτες, καθώς αναφέρονται στο τότε που δεν θα είμαστε εδώ. Αυτό, όμως, είναι παντελώς αδιάφορο. Εμείς συζητάμε για το πώς ζούμε στο τώρα και στο εδώ μας.  Πέραν αυτού, καθώς δεν υπάρχει τίποτε εκτός της ύπαρξης, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε για κάτι άλλο πέρα από το να υπάρχουμε πλήρως, ζώντας όσο καλύτερα μπορούμε και απολαμβάνοντας της ζωή μας ως το τέλος.

Είναι ενδιαφέρον που τόσες κοινωνικές θεωρίες αγνόησαν αυτήν την απλή και ξεκάθαρη αρχή σαν βάση των προτάσεών τους, προκρίνοντας οτιδήποτε άλλο, εκτός από το πιο βασικό: το να-νιώθεις-καλά. Φαίνεται πως παρασύρθηκαν από τις θρησκείες και δεν απέφυγαν την εξωτερικότητά τους, καταλήγοντας, έτσι, σε περίτεχνες κατασκευές θεωρητικών συστημάτων χωρίς εσωτερική θεμελίωση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, υποτίμησαν και τη σημασία του ατόμου, αγνοώντας την κρισιμότητα που έχει ως βασικό στοιχείο οποιασδήποτε κοινωνικής συστοιχείωσης, καθώς αυτό το στοιχειώδες "εν" αποτελεί την αρχική μονάδα, χωρίς την οποία κανένα σύνολο δεν συναθροίζεται. Πίσω από την αγνόηση της κεντρικής σημασίας του ατόμου,  κρύβεται η άγνοια για αυτό και τα βαθύτερα κίνητρά του.


Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ

Το άτομο είμαστε εμείς. Εγώ, που αυτή τη στιγμή μιλάω για εμάς, είμαι ένα άτομο. Ξεκινάω από εμένα, εγώ είμαι η βάση των σκέψεών μου, αφού χωρίς εμένα που σκέφτομαι, δεν θα υπήρχαν αυτές οι σκέψεις. Το σύνολο δεν μπορεί να σκεφτεί, ούτε να δράσει, ούτε να νιώσει. Το «εμείς» είναι ανυπόστατο χωρίς εμένα και εσένα που το απαρτίζουμε.

Από την άλλη, το εγώ είναι συνδεδεμένο ζωτικά με το «εμείς», τόσο γιατί το «εμείς» των δύο γονέων του το έφερε στη ζωή (καθώς ενώθηκαν σε ένα «εμείς» για να το γεννήσουν), όσο και γιατί δεν θα μπορούσε να ζήσει για πολύ αποκομμένο από το περιβάλλον του (το φυσικό και το κοινωνικό) αφού και με αυτό ένα «εμείς» απαρτίζει. Πολύ περισσότερο, δε, είναι δύσκολο για ένα άτομο να-νιώσει-καλά ξεκομμένο και μόνο.

Είναι άλλο πράγμα η μοναδικότητα του ατόμου -το εγώ ως μονάδα- και άλλο η μοναχικότητά του -το εγώ μόνο. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τον ατομικισμό, που σωστά εντοπίζει το άτομο σαν βάση, αλλά κάνει το λάθος να το αποσυνδέει από το σύνολο.

Ο ατομικισμός μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην αρχή του να-νιώθεις-καλά, καθώς, αν αυτή ερμηνευτεί ατομικιστικά, μπορεί να επιτρέψει στο άτομο να κινηθεί εγωιστικά, εναντίον των άλλων. Η καχυποψία ότι το άτομο θα κινηθεί επιθετικά, αν αφεθεί ελεύθερο να δράσει όπως νιώθει αυτό καλά, υποβόσκει σε όλα τα κοινωνικά συστήματα, που υιοθέτησαν εξωτερικές αρχές, όπως οι θρησκείες, για να περιορίσουν τη δράση των ατόμων.

Προτού, όμως, προκαταβάλουμε το άτομο, θεωρώντας το εκ προοιμίου αντικοινωνικό, θα έπρεπε να του δώσουμε τη δυνατότητα να δράσει υπέρ εαυτού και μετά να κρίνουμε. Κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ως τώρα.

Τα άτομα, μέχρι τώρα στην ιστορία, έχουν αναγκαστεί να δρουν εν ονόματι μιας σειράς εξωτερικών αρχών (θρησκευτικών, εθνικών, οικογενειακών, ιδεολογικών, κλπ.) ή να αντιδρούν σε εξωτερικούς περιορισμούς (με επαναστάσεις, ανταρσίες, κλπ.), αλλά όχι να δρουν θετικά, εν ονόματι του εαυτού τους, ως πρόσωπα.


Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ

Ο σύγχρονος ατομικισμός δεν είναι παρά μια αντίδραση στον χρόνιο εξαναγκασμό στην εξωτερικότητα που τον οδήγησαν οι θρησκείες και οι ιδεολογίες επικαλούμενες μια ανώτερη κοινωνία πιστών σε αυτές, στην οποία το άτομο ποτέ δεν αναγνώρισε πραγματικά τον εαυτό του.

Ο μόνος τρόπος να έχουμε μια κοινωνία που να τη σεβόμαστε, είναι αυτή να αποτελεί προϊόν της ελεύθερης επιλογής των ατόμων. Ακόμη και αν αυτά αποφασίσουν μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που οραματίζονται κάποιοι ιδεολόγοι, θα είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην αλήθεια τους, όποια κι αν είναι.

Απ’ την άλλη, ο χρόνιος εξαναγκασμός των ατόμων στην εξωτερικότητα, μπορεί να έχει προκαλέσει ατομικές διαστροφές, που θέλουν προσοχή, αφού δεν αποκλείεται κάποιος να θεωρήσει ότι η "αρχή του να -νιώθει-καλά" τού επιτρέπει την κακοποίηση των άλλων. Σε αυτήν την περίπτωση, χρειάζεται μια σταδιακή απελευθέρωση του ατόμου, αφού η πλήρης και άμεση αποδέσμευσή του από τους υφιστάμενους κοινωνικούς κανόνες μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Εδώ, επανέρχεται η ανάγκη της βαθμιαίας προσέγγισης, μέσω της μεγιστοποίησης, και όχι της αυτόματης μετάβασης σε ιδανικές καταστάσεις, που πολλές ιδεολογίες, θρησκείες ή αιρέσεις υπόσχονται.

Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην απλοποίηση, που είναι μια διαδικασία, και στην απλούστευση, που σημαίνει κατάργηση της διαδικασίας.


ΤΟ ΕΝΑ ΩΣ ΤΡΙΤΟ

Αν επιστρέψουμε στη βάση του ατόμου και το εξετάσουμε όσο γίνεται πιο απλά, στις βασικές συνιστώσες του, θα διαπιστώσουμε την ενοποιητική του φύση, καθώς η ίδια του η γέννηση είναι αποτέλεσμα συνένωσης (των γονέων του) και όχι διαχωρισμού. Το άτομο από μόνο του, χωριστά και διασπαστικά, δεν υφίσταται. Είναι προϊόν ένωσης και όχι διάσπασης.

Όσο το άτομο μεγαλώνει, μπορεί να διαφοροποιείται από τους γονείς του και το άμεσο περιβάλλον του, αλλά το κάνει για να συναντηθεί με τη σειρά του με ένα άλλο άτομο, ώστε από τη γόνιμη συνάντησή τους να γεννηθεί κάποιο νέο, τρίτο άτομο.

Η ίδια διαδικασία γέννησης του νέου ισχύει σε κάθε παραγωγική διαδικασία και όχι μόνο στη βιολογική. Όπως συμβαίνει με τη βιολογική παραγωγή, το ίδιο και σε κάθε άλλο δημιουργικό τομέα, το άτομο διαφοροποιείται από τον αρχικό ενωτικό του δεσμό σε αυτόν τον τομέα, για να ενωθεί στη συνέχεια με κάτι άλλο και να παράγει μια νέα μορφή, ένα καινούργιο έργο ή μια καινούργια γνώση.
-------------------
Ο μαθητής διαφοροποιείται από το δάσκαλο, ο  τεχνίτης από τη πεπατημένη τεχνική, ο καλλιτέχνης από κατεστημένες τεχνοτροπίες, ο επιστήμονας από παραδοσιακές θεωρίες, κλπ, για να παράξουν το καινούργιο, ενωνόμενοι με διαφορετικό τρόπο με το αντικείμενό τους. 
---------------------

Έτσι, τριαδικά βαίνει το γίγνεσθαι -τουλάχιστον στον δικό μας κόσμο, όπως τον καταλαβαίνουμε γύρω μας. Καθώς το καινούργιο άτομο που γεννιέται, είναι κάτι τρίτο σε σχέση με τους δύο που το γέννησαν (ενωνόμενοι σε ζεύγος), όταν απομακρύνεται από αυτούς, μεγαλώνοντας, για να γίνει ξεχωριστή μονάδα, αισθάνεται περιττό, ως 3, δηλαδή ως περιττός αριθμός.

Η περιττότητα του ατόμου (ως 3) το οδηγεί να ενωθεί με τη σειρά του με ένα άλλο άτομο, για να νιώσει άρτιο μέσα από τη σύνθεσή του με αυτό σε ένα νέο ζεύγος (ως 2). Από το διττό του νέου ζεύγους (το νέο 2) θα γεννηθεί μετά ένα καινούργιο τρίτο (το νέο 3) και ούτω καθ’ εξής το γίγνεσθαι βαίνει αθροίζοντας περιττούς αριθμούς στο άρτιο.


Η ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΟΣ

Κάθε τι τρίτο συνιστά από μόνο του ένα πλεόνασμα, αφού η ύπαρξή του δεν ισούται με το άθροισμα των δύο γεννητόρων του, οι οποίοι δεν παραχωρούν ολοκληρωτικά τη θέση τους σε αυτό, ούτε αυτοκαταργούνται με τη γέννησή του, αλλά η παρουσία του προστίθεται στον κόσμο.

Κάθε τι που υπάρχει, άλλωστε, στον κόσμο, καταφέρνοντας να είναι αυτό το ξεχωριστό «κάτι» και όχι το αδιάφορο τίποτε, αποτελεί ένα καθαρό υπαρξιακό πλεόνασμα απέναντι στο μηδέν της ανυπαρξίας,

Καθώς το σύμπαν αποτελεί το σύνολο του πλεονάσματος τού Είναι έναντι του Μη-Είναι, εμείς δεν είμαστε παρά μορφές αυτού του πλεονάσματος. Δεν είναι δικό μας και δεν μας ανήκει, για να το παρακρατήσουμε. Αφού δεν είναι δικό μας, αλλά ανήκει στο γενικό πλεόνασμα το κόσμου, καλούμαστε να το διαθέσουμε σε αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες του γίγνεσθαί του, που μας γέννησαν.

Εφόσον το άτομο διαθέσει το πλεόνασμά του για να ενωθεί γόνιμα με ένα άλλο και γεννηθεί από την ένωσή τους κάτι τρίτο, συμμετέχει ακέραια στο γίγνεσθαι και ολοκληρώνεται εν Αυτώ.
---------------------------
Η ένωση και η γέννηση δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε βιολογικές ενώσεις και γέννες παιδιών. Μπορούν να αφορούν κι άλλα πεδία διάθεσης του πλεονάσματος, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, επιστημονικά, κλπ, όπου το άτομο ενώνεται με άλλους ανθρώπους και άλλα αντικείμενα, για να γεννηθούν νέες μορφές, καταστάσεις, ιδέες, κλπ.
----------------------------

Η διάθεση του πλεονάσματος σε γόνιμες συναντήσεις κινητοποιεί ευφορικά το άτομο στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσής του. Η μη-διάθεση του πλεονάσματος, απ’ την άλλη, προκαλεί την α-διαθεσία της ψυχής (της ενωτικής και ζωτικής πνοής του Είναι), αφού το άτομο, περιττό και ξεκομμένο, δυσφορεί με την αποξένωσή του από το γίγνεσθαι.

  
ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ

Όσο κι αν το άτομο έχει την ανάγκη της ξεχωριστής, διακριτής παρουσίας του για να νιώσει ότι υπάρχει ως διακεκριμένη μονάδα, άλλο τόσο έχει την ανάγκη να ενωθεί. 

Η διαφοροποίηση των ατόμων συμβάλλει στην εξέλιξη των μορφών του γίγνεσθαι, καθώς το άτομο δεν επαναλαμβάνει τα πρότυπα των γονέων του (ή των δασκάλων του), αλλά διαμορφώνει τα δικά του. Έχοντας τις δικές του προτιμήσεις κινείται στη συνέχεια για να βρει το ταίρι του (ή κάτι άλλο, ανάλογό του). Εφόσον συνευρεθεί με αυτό το κάτι άλλο (άτομο, κατάσταση ή πεδίο), που είναι εξίσου διαφοροποιημένο, μπορεί να παραχθεί από την ένωσή τους μια εντελώς καινούργια μορφή (ατόμου, κατάστασης ή έργου).

Όσο κι αν το άτομο πρέπει να διαχωριστεί, για να εξελιχθεί (σύμφωνα με το γίγνεσθαί του), άλλο τόσο καλείται να ενωθεί στη συνέχεια (για τους ίδιους εξελικτικούς λόγους), και όχι να παραμείνει διαχωρισμένο. Αλλιώς μένει στείρο και τίποτε νέο δεν προκύπτει.  Απώτερος στόχος του ατόμου δεν είναι ο διαχωρισμός, αλλά η συνένωση.

Ο διαχωρισμός δεν παράγει κάτι. Μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση της μονάδας ως ξεχωριστής οντότητας, αλλά αν δεν ακολουθήσει η συνένωσή της με μια άλλη μονάδα, δεν πρόκειται να παραχθεί τίποτε από αυτήν και, έτσι, θα εκπέσει σε στείρα μοναξιά.

Ο άνθρωπος, που έχει συνείδηση της θνητότητάς του, αντιλαμβάνεται την περατότητα (και περιττότητα) της ύπαρξής του, ως μονάδας πεπερασμένης, και αναζητεί την αθανασία του στην παραγωγή μορφών που προέρχονται από αυτόν και μπορούν να του δώσουν την αίσθηση της συνέχειάς του, ακόμη και μετά θάνατον.


ΜΟΡΦΟ-ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

Οι μορφές που μπορεί να παραχθούν από τη διάθεση του πλεονάσματος του ατόμου σε γόνιμες συναντήσεις, μορφοποιούν έξω από αυτό (εξωτερικεύουν) εκείνο που φέρει μέσα του κι έτσι το άτομο αναγνωρίζει τη συνέχειά του σε κάτι άλλο από το ίδιο. Για να μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε κάτι άλλο από αυτό, πρέπει η μορφή που θα παραχθεί να είναι προϊόν της ειλικρινής σχέσης με το μέσα του, να εκφράζει κάτι από την εσωτερική του συνομιλία.

Οι παρεμβολές άλλων σκοπιμοτήτων ή εξωτερικών εντολών, που διαστρεβλώνουν την καθαρή έκφραση αυτού που έχουμε μέσα μας, προκαλούν την παραγωγή νόθων μορφών, που δεν μας αντιπροσωπεύουν καθαρά και αλλοιώνουν τη σχέση μας με τον κόσμο.

Εδώ επανέρχεται το ζήτημα της απλοποίησης, με την έννοια της αμεσότητας της έκφρασής μας, έτσι ώστε να έχουμε παραγωγή καθαρών μορφών, που να μας αντιπροσωπεύουν ακέραια και να μας συνέχουν ταυτο-ποιητικά με τον κόσμο.

Η καθαρότητα των παραγομένων μορφών είναι σημαντική στη μορφο-ποιητική αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, όπου αυτός μετασχηματίζει αυτά που δέχεται από το περιβάλλον του σε εκείνα που είναι εντεταλμένος, μέσα από τις γενετικές του οδηγίες, να διαμορφώσει.

Εφόσον η αλληλουχία του ανθρώπου με το περιβάλλον του διεκπεραιώνεται απρόσκοπτα (χωρίς την παρεμβολή εξωτερικών εντολών και αλλότριων σκοπιμοτήτων), τότε ο άνθρωπος διεκπεραιώνει ακέραια το ρόλο του στο γίγνεσθαι και επιστρέφει στη φύση ό,τι πήρε από αυτή. Βέβαια ο άνθρωπος δεν επιστρέφει ακριβώς το ίδιο που πήρε από τη φύση, αλλά μετασχηματισμένο. 

Ο μετασχηματισμός είναι βασική ιδιότητα του ανθρώπινου γίγνεσθαι και εφόσον πραγματοποιείται σύμφωνα τους μορφο-ποιητικούς κανόνες του, τότε εκπληρώνει τους όρους της ύπαρξής του μες στη φύση.


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

Με την επιστροφή του ανθρώπινου πλεονάσματος στη φύση, μετασχηματισμένου -μέσω της μορφοποιητικής διάθεσής του-, ο άνθρωπος δεν αισθάνεται περιττός, ούτε χωρισμένος από τη φύση. Νιώθει καλά, καθώς εντάσσεται πλήρως στην κυκλο-φορία του γενικότερου πλεονάσματος της φύσης, το οποίο κινείται με μια θαυμαστή «κυκλικότητα» στο γήινο οικοσύστημα.

Η πλήρης συμμετοχή μας στη γενικότερη κυκλο-φορία του φυσικού πλεονάσματος, μάς θέτει στην τροχιά του κύκλου και της ολοκλήρωσης: μας εφάπτει με το όλον, (που ο κύκλος σαν σχήμα συμβολίζει).

Το όραμα της επιστροφής στην κυκλικότητα της φύσης και της ολοκλήρωσής μας εντός αυτής δεν είναι, βέβαια, καινούργιο στον άνθρωπο και το έχει αφηγηθεί με διάφορους τρόπους.

Είναι δύσκολο να αποδοθεί αυτό το όραμα πειστικά, στις μέρες μας, με τρόπο που να συμπεριλαμβάνει τη σύγχρονη εμπειρία και να αποδίδει την ανθρώπινη δυναμική. Θα πρέπει, επίσης, να λάβει υπόψη τη ταυτόχρονη τάση του ανθρώπου να εξελιχθεί διαφοροποιούμενος από το περιβάλλον του και συνάμα να παραμείνει ενταγμένος σε αυτό.

Κάποιοι «αφηγητές» προκρίνουν τη μια πλευρά και κάποιοι την άλλη, απλουστεύοντας τη συνθετότητα του ανθρώπου. Αποτυγχάνουν, κατά συνέπεια, να αποδώσουν το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας που καλείται να ακολουθήσει ο άνθρωπος για την εξέλιξή του εν τω γίγνεσθαι.


Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Το μέτρο της δυναμικής ισορροπίας την οποία επιτάσσει το γίγνεσθαι του ανθρώπου, με το να τον ωθεί στη διαφοροποίηση και να τον οδηγεί κατόπιν στην επανένωσή του,  δεν επιτρέπει απλουστεύσεις, ούτε κοινοτικού τύπου ούτε ατομικιστικού.

Στα κοινοτικού τύπου αφηγήματα (σοσιαλιστικά και άλλα «χριστιανικά») προκρίνεται το ενωτικό στοιχείο.

Στα ατομικιστικού τύπου αφηγήματα (καπιταλιστικά και άλλα «δαρβινιστικά»)  προκρίνεται το διαφοροποιητικό.
-------------------------------------------
Το σοσιαλιστικό όραμα του κόσμου είναι εξέλιξη της χριστιανικής ομαδοποίησης, όπου όλοι μαζί ενωμένοι και αγαπημένοι, σε μια κοινότητα ίσων ατόμων, με την ίδια πίστη, χωρίς ατομικές διαφοροποιήσεις, θα έχουμε έναν παραδείσιο κόσμο.
Ο καπιταλισμός, από την άλλη, βασίζεται στη «δαρβινιστική» δικαιολόγηση της ανταγωνιστικότητας, ως εξελικτικής αναγκαιότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος άνισος και ανισόρροπος, καθώς τα άτομα ωθούνται στη διαφοροποίηση και επιμένουν σε αυτήν, για να ξε-χωρίσουν από το σύνολο. Επιδεικνύουν τη διαφορά τους με ό,τι πιο εμφανές, όπως τον υλικό πλούτο, που ανταγωνίζονται να τον αποκτήσουν, εξαντλώντας έτσι τα φυσικά αποθέματα.
--------------------------------------------

Η εξελικτική δυναμική μπορεί να εμπεριέχει έντονες διαφοροποιήσεις, ακόμη και συγκρούσεις, οι οποίες όμως ισορροπούν από την ανάγκη μας να ολοκληρωθούμε, εντασσόμενοι πλήρως στην κυκλο-φορία της φύσης κι επιστρέφοντας σε αυτήν μετασχηματισμένο ό,τι έχουμε εισπράξει από αυτήν.  
Η δυναμική της επιστροφής (και της επανένωσης) συγκρατεί την ανάγκη διαφοροποίησης (και του διαχωρισμού), κρατώντας τις αντιθέσεις σε λογικά πλαίσια: σε πλαίσια που μπορεί να λειτουργήσει η λογική του ανθρώπου και να λύσει τις αντιθέσεις, χωρίς βία.




Η ΒΙΑΣΥΝΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Η βία, από ένα σημείο και μετά, αποδείχτηκε ασύμφορη για τον άνθρωπο, που έχει αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό (ειδικά μετά τους πολέμους του 20ου αιώνα), τη ματαιότητα  και το ασύμφορο του όποιου κέρδους σε σχέση με το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, καταστροφή και πόνο.

Μόνον όσοι δεν έχουν διδαχθεί από την ιστορία επιμένουν στη χρήση της βίας, όπως, επίσης, και όσοι δεν έχουν κανένα χρονικό ορίζοντα στη σκέψη τους και καμία προοπτική στις πράξεις τους.

Η βασική αιτία της βίας είναι η εκτός χρόνου ετσιθελική απαίτηση των βια-στών να αποσπάσουν επιτόπου τη συγκατάθεση του άλλου στη δική τους εγωιστική «ολοκλήρωση», με την αναγκαστική συμμετοχή του σε αυτήν.

Η βια-σύνη τους να ολοκληρωθούν τούς κάνει ολοκληρωτικούς, καθώς η κατάργηση του χρόνου, οδηγεί στην κατάργηση του άλλου, στον οποίο επιτίθενται για να του αποσπάσουν ό,τι τους λείπει, αντί να προσπαθήσουν για αυτό και, πιθανόν, να έχουν τη συγκατάθεσή του.

Εδώ η βία και η βια-σύνη συνωνυμούν και συνεργούν στην κατάλυση του μέτρου του χρόνου και της δυναμικής ισορροπίας του ανθρώπινου γίγνεσθαι, παραβιάζοντας τους ρυθμούς του συμπαντικού γίγνεσθαι.

Ο ρυθμός και το μέτρο που επιβάλλουν οι κανόνες του γίγνεσθαι δεν βρίσκονται στη διακριτική ευχέρεια του ανθρώπου να τους κάνει ό,τι θέλει. Η παραβίασή τους έχει επιπτώσεις, που κάθε λογικός άνθρωπος δεν αργεί να αντιληφθεί. Μπορεί το ανθρώπινο ον να έχει προικισθεί με εξαιρετικές ικανότητες και ελευθερία επιλογών, που του δίνουν δύναμη και δυνατότητα παράβασης των κανόνων, όμως, διαθέτει ταυτόχρονα νου και λογικό, που του υποδεικνύουν το μέτρο των πράξεών του.


Η ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η σύνθεση της βούλησης και της λογικής από τη ψυχή (ως πνεύμα ενότητας, που  συντονίζει τα επιμέρους συστατικά του ανθρώπου στον παλμό της ζωής, δίνοντάς του ρυθμό με τον τόνο της), είναι αυτή που μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο στην τροχιά της ολοκλήρωσής του, αποτρέποντάς τον από ό,τι τον εκτροχιάζει.
------------------
Γι’ αυτό είναι σημαντική η αρχή του να-νιώθεις-καλά, γιατί έτσι δίνεις πρώτο λόγο στη ψυχή.
------------------

Αρκεί η ψυχή να εισακούεται, η βούληση να είναι ελεύθερη και η λογική να λειτουργεί απερίσπαστα, για να βρίσκονται εκείνες οι δημιουργικές συνθέσεις ανάμεσά τους που θα μας κάνουν να νιώθουμε καλά, χωρίς να κάνουμε κακό.


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ

Η βούληση είναι η ζωτική δύναμη του ατόμου, η ενέργεια που παράγεται από το βιοχημικό «εργαστήριο» του οργανισμού του και η οποία το κινεί προς γόνιμες συναντήσεις με το περίσσευμά της ενέργειάς του: αυτό που περισσεύει από την αυτοσυντήρησή του.

Το περίσσευμα της βούλησης παίρνει τη μορφή των επιθυμιών.

Οι επιθυμίες μορφοποιούν το ενεργειακό πλεόνασμα του ατόμου, δείχνοντάς του με τις μορφές που παίρνουν, την κατεύθυνση προς την οποίαν να διαθέσει το πλεόνασμά του για να συναντήσει αυτό που θέλει και να παράγει, μέσω της συνάντησης, αυτό που τον εκφράζει. Οι επιθυμίες δείχνουν στο άτομο ποιο δρόμο να ακολουθήσει για την προσωπική του εκπλήρωση -την ολοκλήρωσή του ως πρόσωπο-, αρκεί να είναι πηγαίες και ακολουθήσει τη σειρά με την οποία διαδέχονται η μία την άλλη.

Η ακολουθία των επιθυμιών υπακούει σε κάποιο σχέδιο, το οποίο δεν είναι δικό μας, αλλά μας έχει δοθεί γενετικά, όπως μας έχει η δοθεί και η νόηση να το συλλάβουμε, αντιλαμβανόμενοι την αλληλουχία των επιθυμιών μας, ώστε να ακολουθήσουμε την παραγωγικότερη σειρά τους, αυτή που θα μας φέρει πιο κοντά στην ολοκλήρωση. Αρκεί, γι’ αυτό, να προκρίνουμε κάθε φορά αυτήν που μας αφορά περισσότερο και θέλουμε πιο πολύ από όλες.

Ακολουθώντας τη μέγιστη των επιθυμιών μας, μεγιστοποιούμαστε σύμφωνα με την εξελικτική ακολουθία που μας έχει εμφυσήσει το γίγνεσθαι, για να ολοκληρωθούμε εν Αυτώ.

Η μεγιστο-ποιητική εξελικτική του ανθρώπου τον οδηγεί διαρκώς στην εξερεύνηση των ορίων του, καθώς αυτός αναζητεί την ολοκλήρωση του προ-ορισμού του. Εφόσον τα όρια του ανθρώπου, ως έλλογου και πνευματικού όντος (πέραν του σωματικού) ξεπερνούν αυτά του άμεσου φυσικού του περιβάλλοντος (και της σωματικής συνάρτησής του), αναζητώντας την πλήρη εννόηση του κόσμου και τη πνευματική του ολοκλήρωση (όχι μόνο τη σαρκική), ανάλογα και οι επιθυμίες του κλιμακώνονται από τις εντελώς στοιχειώδεις, μέχρι τις πλέον αφηρημένες, φτάνοντας να γίνουν μια ευχή, κοινή σε κάθε άνθρωπο: την ευχή της ταύτισής του με το Όλον.

Ο χαρακτηρισμός των επιθυμιών από διάφορους «ηθικολόγους» ως κατώτερων βουλητικών μορφών, που ασχολούνται μόνο με ικανοποιήσεις του εγώ, αρνούμενες να συνεργαστούν σε συλλογικά οράματα, συνάδει με την καχυποψία τους έναντι του ατόμου. Εξορίζοντας την ατομική επιθυμία από τη συλλογική δράση, στερούν από το συλλογικό την ελευθερία, αφού αποκλείουν από το άτομο τη δυνατότητα να επιλέξει τη συλλογικότητα ελεύθερα, επειδή απλά τη θέλει, κινούμενο αυτοβούλως (από εσωτερική διάθεση) και όχι επειδή πρέπει (υπακούοντας σε εξωτερικές εντολές).

Το "πρέπει" χωρίς το "θέλω" δεν μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμες ενώσεις, το "εμείς" χωρίς το "εγώ" δεν παράγει εξελικτικές μορφές που να μας προάγουν εν τω γίγνεσθαι. Μόνο οι συνθέσεις που διαμορφώνονται ελεύθερα, που ευφορούνται από τη ψυχή μας και μας αφορούν προσωπικά (όσους συμμετέχουμε σε αυτές), είναι οργανικές συνθέσεις και μπορούν να γεννήσουν κάτι ζωτικό για εμάς.


ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ

Οι οργανικές συνθέσεις και τα γεννήματά τους είναι αυτά που συνέχουν τα άτομα με το όλον, δίνοντάς τους την αίσθηση της συνέχειας, ακόμη και μετά τον θάνατό τους. Αυτό θέλει περισσότερο το άτομο, επί της ουσίας.

Η ουσιαστική έφεση των ατόμων προς τη σύνθεση διαφεύγει από πολλούς που δρουν σήμερα σε καίριους τομείς της κοινωνίας -όπως, του πολιτισμού και της πολιτικής-, οι οποίοι αρέσκονται στην «αποδόμηση» της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης, χωρίς να δίνουν προοπτική σύνθεσης μιας άλλης. Αυτή η αναλυτική εμμονή τους εμπνέεται από παρελθόντα κινήματα κοινωνικής κριτικής, πρωτοποριακά για την εποχή τους, αλλά ξεπερασμένα πλέον. Παρόλο που είναι ξεπερασμένα, εκ των πραγμάτων, συνεχίζουν να θεωρούνται πρωτοποριακοί όσοι επιμένουν να δείχνουν τα κακά της κοινωνίας, αφήνοντας, προφανώς, τα καλά για τον απλοϊκό θετικισμό της μαζικής κουλτούρας (όπως του Χόλυγουντ). Έτσι, ο «απλός κόσμος» γίνεται έρμαιο του ευτελούς, αφού οι «πρωτοπόροι» αδυνατούν να αντιληφθούν τη στοιχειώδη ανάγκη σύνθεσης που αναζητούν τα άτομα.

Η καθ έξην αρνητικότητα αυτής της «πρωτοπορίας» κυριαρχεί σε όλες τις εκδηλώσεις της, θεωρητικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές, όπου αυτό που προβάλλεται είναι κατ εξοχήν η επώδυνη πλευρά του κόσμου, σε σημείο μαζοχισμού.
------------------------------
Αυτό εξηγεί γιατί η λεγόμενη «αριστερά» -ένας πάλαι ποτέ προοδευτικός χώρος- δείχνει, πλέον, εκτός τόπου και χρόνου, παγιδευμένη σε εμμονές του παρελθόντος έτσι που να καταντά συντηρητική. Εγκλωβισμένη στον καταγγελτικό λόγο, η «αριστερά» αδυνατεί να συλλάβει τη σύγχρονη πραγματικότητα, αφήνοντας τη «δεξιά» να διατείνεται ότι κατέχει τη μόνη πραγματιστική πολιτική (την οποία ακολουθούν και οι «αριστεροί», όταν καλούνται να κυβερνήσουν).


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Τα κοινωνικά κινήματα που φιλοδοξούν να παίξουν πραγματικά μετασχηματιστικό ρόλο, θα έπρεπε να ξεκινούν πρώτα από τα ίδια τα άτομα που τα απαρτίζουν και από τη δική τους ανάγκη για προσωπική αλλαγή. Μόνο βασισμένη πάνω στην ατομική επιθυμία είναι βάσιμη η επιθυμία αλλαγής του κόσμου. 

Θέλω να αλλάξω τον κόσμο, μέσα από τη δική μου επιθυμία να ζήσω όπως μ αρέσει, ώστε να νιώθω καλά. Η αρχή τού να-νιώθω-καλά με ωθεί να καταπιαστώ με ζητήματα γενικότερα, καθώς εξαρτώμαι από το περιβάλλον και τις γενικότερες συνθήκες.

Η επιθυμία να ζήσω καλά, αργά ή γρήγορα, με ωθεί να ασχοληθώ με το γενικό, από το οποίο εξαρτώμαι ολοένα και πιο πολύ, καθώς η αλληλουχία των ατομικών μου επιθυμιών κλιμακώνεται, τείνοντας να γίνει η μια ευχή, που αφορά όλους.

Από τη στιγμή που μια επιθυμία εκφραστεί και εξωτερικευτεί η πραγματοποίησή της εξαρτάται από την ανταπόκριση που θα έχει. Όσο οι επιθυμίες μας προχωρούν, τόσο βάζουν ανώτερους στόχους, μέχρι που φτάνουν να αναμετρηθούν με κοινωνικές δομές, οι αντιστάσεις των οποίων εμποδίζουν πεισματικά την περαιτέρω κλιμάκωσή τους.

------------------------------------------------
Οι αντιστάσεις του γύρω μας κόσμου, είτε του φυσικού περιβάλλοντός μας, είτε του ανθρώπινου, είναι δεδομένες. Ξεκινούν από την εγγενή αντίσταση της ύλης στον μετασχηματισμό της. Εφόσον, η προσέγγιση του γύρω μας κόσμου είναι ειλικρινής και σύμφωνη με τις φυσικές τάσεις μας -όπως εκφράζονται μέσα από τις επιθυμίες μας- τότε, οι αντιστάσεις του κάμπτονται με το χρόνο και τη συστηματική προσπάθεια της μορφοποιητικής δυναμικής μας. Αρκεί, βέβαια, αυτό που ζητείται  από το περιβάλλον μας να εμπίπτει στις δυνατότητές του, να είναι ανάλογό του και όχι δυσανάλογο.
-------------------------------------------------

Επαφίεται στη δική μας πρωτοβουλία και ατομική προσπάθεια η κάμψη των εξωτερικών αντιστάσεων και η διαμόρφωση του γύρω μας κόσμου σε γόνιμο περιβάλλον, πρόσφορο στη μορφο-ποιητική μας δυναμική. Αυτό δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά, χωρίς τον σταδιακό μετασχηματισμό των κοινωνιών μας σε κοινότητες που να ενθαρρύνουν την ειλικρινή έκφραση των ατομικών επιθυμιών μας (αντί να την αποθαρρύνουν, καλλιεργώντας το φόβο και τη δειλία στα άτομα).

Η πρωτοβουλία της δράσης ανήκει στον καθένα προσωπικά και δεν εκχωρείται, ούτε μεταβιβάζεται. Αν εγώ δεν κάνω τίποτε, περιμένοντας από τους άλλους να κάνουν, τότε τίποτε δεν θα συμβεί που να με αντιπροσωπεύει.

Μόνο η δράση «επί προσωπικού» είναι βάσιμη. Πάνω σε αυτή μπορούν να χτιστούν οι αντιπροσωπευτικές συλλογικότητες που χρειάζονται για το μετασχηματισμό των κοινωνιών μας.

-------------------------------------------
Οι κοινωνικές δομές απαρτίζονται από πολλούς και μόνο από πολλούς μπορούν να αλλάξουν. Το άτομο είναι ανίσχυρο από μόνο του να επιφέρει αλλαγές σε ευρύτερες συνθήκες, από τις οποίες εξαρτάται το γενικό καλό, όπως και το δικό του. Έτσι, το ατομικό συναντά μαθηματικά το συλλογικό, καθώς το άτομο κινείται μεγιστο-ποιητικά.
-------------------------------------------

Η φυσιολογική κίνηση του ατόμου από μέσα προς τα έξω, από το εγώ στο εμείς, από το ατομικό στο συλλογικό αναστέλλεται από τον φόβο, όταν το κοινωνικό περιβάλλον δείχνει εχθρικό σε ατομικές πρωτοβουλίες που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη του.

Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί ο περιβάλλον φόβος και να υπερνικηθεί η κοινωνική αδράνεια είναι η αυτοκινούμενη γενναιότητα του ατόμου, που πηγάζει από το πλεόνασμά του.

Το ενεργειακό πλεόνασμα που διαθέτει κάθε άτομο, μπορεί να ενεργοποιήσει το κοινωνικό γίγνεσθαι, αρκεί το άτομο να μη φοβηθεί και να το διαθέσει γενναία, τολμώντας την ειλικρινή έκφρασή του, παρά τον όποιο κίνδυνο. Αυτή ακριβώς η ε-αυτο-κίνηση είναι ο σπινθήρας που ενεργοποιεί την κοινωνική εξέλιξη. Από εκεί και πέρα, οι συμμαχίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στα άτομα και οι συλλογικότητες που αναπτύσσονται, κρίνουν το αποτέλεσμα.


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, που μας κάνει όλους αλληλένδετους, υπάρχει η ανάγκη για μια νέα συλλογικότητα, που να μας περιλαμβάνει όλους, πέρα από εθνικά και γεωγραφικά σύνορα. Αυτή η νέα συλλογικότητα, για να είναι βάσιμη και ουσιαστική, δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στη βασική κοινωνική μονάδα, το άτομο, και να συνταχθεί πάνω σε κάποιες απλές, ουσιώδεις και γενικές αρχές, που να περιλαμβάνουν τους πάντες και να τους αφορούν όλους προσωπικά.

Τη στιγμή που τα πράγματα φαίνεται να γίνονται όλο και πιο περίπλοκα, αναδεικνύεται η εξαιρετική σημασία του απλού και της απλο-ποίησης που χρειάζεται η διαμόρφωση των νέων συνθέσεων που απαιτούν οι καταστάσεις.

Εφόσον βάλουμε το άτομο στο κέντρο της προβληματικής μας, επανατοποθετώντας το στα βασικά του και ουσιώδη ζητούμενα, προκύπτουν οι στόχοι και οι άξονες της πολιτικής πρότασης που απαιτείται.

Αυτή η πρόταση μπορεί, πολύ απλά, να στηριχθεί σε δύο βασικές δέσμες μέτρων, που η μια να αφορά τα μέτρα ενθάρρυνσης της ειλικρινούς έκφρασης του ατόμου -θεμελιώδους σημασίας για την εξέλιξη- και η άλλη τα μέτρα περιορισμού του φόβου και των μηχανισμών που τον καλλιεργούν.

Εξειδικεύοντας τη γενικότητα αυτής της πολιτικής πρότασης, μπορούμε να διαπραγματευθούμε επιμέρους θέματα σε μια νέα βάση.  

--------------------------------------------
Το θέμα της ισότητας, για παράδειγμα (κεντρικό θέμα της «αριστεράς») παίζει ρόλο στην ενθάρρυνση του ατόμου (ίσες ευκαιρίες), ενώ, αντίθετα, η ανισότητα μπορεί να το αποθαρρύνει. Στα μέτρα περιορισμού του φόβου, λοιπόν, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται και μέτρα περιορισμού την ανισότητας.

Από την άλλη, το θέμα της ελευθερίας (κεντρικό θέμα της φιλελεύθερης «δεξιάς»), ιδωμένο ως ειλικρινή έκφραση θα πρέπει να πριμοδοτείται, ενώ, ως ανεξέλεγκτη επιθετικότητα θα πρέπει να περιορίζεται.

Η συντηρητική «δεξιά», επίσης, που βασίζεται στο φόβο, για να υπερασπιστεί τα παραδοσιακά οχυρά της, θα αναγκαστεί να παραδώσει τα κλειδιά τους, όταν ο φόβος μειωθεί.

Επιπλέον, η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας, με την ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή του -ενθαρρυμένου- ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι, μπορεί να εντάξει στη δυναμική της τα περιθωριακά στοιχεία που κινούνται στις παρυφές της άκρας δεξιάς ή αριστεράς, (χωρίς να αγνοεί, όμως, τον κίνδυνό τους).

Όσον αφορά το οικολογικό κίνημα, μπορεί να εμπλουτιστεί, έτσι, με ένα κεντρικό πολιτικό στοιχείο, αυτό του ατόμου/πολίτη, που του έλειπε, εμποδίζοντάς το να παίξει κεντρικό πολιτικό ρόλο και περιορίζοντάς το σε θέματα σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον.
-------------------------------------

Η γενικότητα, λοιπόν, μιας τέτοιας της πρότασης, όσο απλή και αν είναι, μπορεί να διαπραγματευτεί μια σειρά ζητημάτων του σύγχρονου ανθρώπου και να τα λύσει σε μια νέα, αποτελεσματικότερη βάση, ακριβώς επειδή είναι απλή.

----------------------------------------
Υ.Γ. ΟΙ παγκόσμιες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον αιώνα - κλιματική αλλαγή, υπερπληθυσμός, μεταναστεύσεις, τρομοκρατία, κλπ - έχουν τέτοιο μέγεθος που πιθανόν να ακούγονται «ψιλά γράμματα» αυτά που γράφονται εδώ. Δεν αποκλείεται να έχουμε ένα πισωγύρισμα της ιστορίας σε καταστάσεις που το άτομο θα αναγκαστεί να ομαδοποιηθεί, για να επιβιώσει. Αυτό δεν καθιστά άκυρο το αίτημα της ατομικής εκπλήρωσης, όπως παρουσιάζεται εδώ, όσο πιο απλά γίνεται. Μπορεί να φαίνεται άκαιρο σε τέτοιες συνθήκες, αλλά δεν είναι άκυρο. Είναι πάντα ενεργό κι έτοιμο να ενεργοποιηθεί όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, σαν σπόρος που θα φυτρώσει την άνοιξη. Αρκεί η «άνοιξη» να έρθει και να μη βυθιστεί η ανθρωπότητα κάτω από τα απόνερα της ανισόρροπης ανάπτυξής της.






ΑΠΩΤΑΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΔΙΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΑΦΑΤΟ













Στο Όσο πιο απλά γίνεται εξέθεσα συνοπτικά τις σκέψεις μου για το γίγνεσθαι του ανθρώπου, θέλοντας να αποδώσω έναν οδηγό πλοήγησής του μέσα στη ρευστότητα του κόσμου και στην σύγχρονη πολυπλοκότητα. Εκεί πρότεινα ως άξονα κάποιες απλές και βασικές αρχές, όπως την αρχή του να νιώθουμε καλά [the feeling-good principle].  

Αργότερα, συνέλαβα τη σημασία της σιωπής ως ύστατη κατάληξη όσων λέμε. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή, προσπαθώντας για το καλύτερο, αλλά τελικά δεν έχουμε ιδέα τι είναι όλο αυτό που λέμε ζωή και πού μας πάει. Είναι σαν να παίζουμε σε ένα έργο που αγνοούμε την υπόθεσή του και την οποία δεν πρόκειται ποτέ να μάθουμε.

Αυτό με ώθησε σε μια άλλη κατηγορία εννόησης του κόσμου, που δεν αφορούσε το καθ’ ημάς γίγνεσθαι - για το οποίο μπορούμε να πούμε κάτι -, αλλά διαλογιζόταν περί του «είναι» όλου του κόσμου - για το οποίο μόνο ανεπιβεβαίωτες υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. 

Η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τρόπους εννόησης – τον υποθετικό περί του Είναι και τον θετικό περί του Γίγνεσθαι – εξετάζεται στο παρακάτω κείμενο, το οποίο καταλήγει στη σιωπή, προτείνοντας τη διάνοιξή μας σε αυτή.










ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ
ΔΥΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ  ΕΝΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Το Είναι και το Γίγνεσθαι, ορισμοί

Λέγοντας Γίγνεσθαι εννοούμε την αλληλουχία των μορφών που γεννούνται και πεθαίνουν στο σύμπαν, διαδεχόμενες η μία την άλλη, καθώς αυτό αλλάζει.

Δεν ξέρουμε προς ποια κατεύθυνση εξελίσσεται το σύμπαν, ούτε αν υπήρχε ένα σημείο μηδέν από το οποίο ξεκίνησε για να καταλήξει κάπου ή αν επαναλαμβάνεται κλπ. Το σίγουρο είναι ότι το σύμπαν στο οποίο ζούμε αλλάζει, γεννώντας μια σειρά από μορφές. Η όλη κοσμική διαδικασία καλείται Γίγνεσθαι, με κεφαλαίο αρχικό, για να διαφοροποιείται από το επιμέρους γίγνεσθαι των πραγμάτων κατά τόπους.

Εφόσον το γίγνεσθαι σημαίνει μεταβολή, τι είναι αυτό που μεταβάλλεται; Πρέπει να υπάρχει κάτι αμετάβλητο για να συμβαίνει η οποιαδήποτε μεταβολή. Δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, αν δεν υπάρχει ως κάτι τι. Πρέπει να είναι, για να γίνει. Το «είναι» αυτού του αμετάβλητου κάτι, από το οποίο γεννούνται όλα τα επιμέρους κάτι-τι μέσω του γίγνεσθαι, το ονομάζουμε Είναι, με κεφαλαίο αρχικό.

Οι λέξεις του Όλου

Γράφουμε το Είναι με κεφαλαίο, για να το διαφοροποιήσουμε από τα επιμέρους είναι των πραγμάτων, καθώς αυτό είναι το είναι όλων αυτών. Ως είναι του κάθε είναι, διπλασιάζει το αρχικό του γράμμα σε κεφαλαίο. Κεφαλαιοποιεί, δηλαδή, όλα αυτά που είναι κάτι-τι στο Είναι όλων αυτών.

Ανάλογη κεφαλαιοποίηση συμβαίνει με όλες τις λέξεις που ανάγουν επιμέρους ιδιότητες στο όλον τους. Έτσι, λέμε «Ον» αντί «ον», όπου το Ον με κεφαλαίο σημαίνει το ον όλων των όντων,  την Οντότητα κάθε οντότητας, την Ουσία κάθε επιμέρους ουσίας, κλπ.

Όσο οι λέξεις γενικεύονται τόσο πιο αφηρημένες γίνονται, για να συμπεριλάβουν γενικά χαρακτηριστικά των ιδιοτήτων στις οποίες αναφέρονται. Καθώς γενικεύονται, αφαιρούν σταδιακά τις διαφορές των επιμέρους ιδιοτήτων, για να ονομάσουν την ομοιότητά τους. Στο τέλος, αρχίζουν να χάνουν και τις μεταξύ τους διαφορές, έτσι που φτάνουν να ταυτίζονται.

Οι λέξεις Είναι και Όν αναφέρονται στην ίδια καθολική ολότητα, όπως και οι λέξεις Κόσμος, Άπαν, Όλον, κλπ. Απλά, το Είναι κεφαλαιοποιεί/ολοκληρώνει όλα τα επιμέρους είναι, το Ον όλα τα όντα, ο Κόσμος όλους τους κόσμους, το Άπαν όλα τα άπαντα, το Όλον όλα τα όλα, κλπ. Μιλάνε, στην ουσία, για το ίδιο πράγμα, καθώς αναφέρονται στην απώτατη καθολικότητα όλων.


Το πρόβλημα της ονομασίας

Γιατί χρησιμοποιούμε διαφορετικές «κεφαλαιώδεις» λέξεις αφού σημαίνουν το ίδιο; Γιατί δεν χρησιμοποιούμε μια μόνο λέξη για την απώτατη καθολικότητα;

Το πρόβλημα της επακριβούς ονομασίας του Όλου (ή του Είναι ή του Όντος, κλπ.)  οφείλεται στην εγγενή αδυναμία του ανθρώπου να ορίσει αυτό που τον ορίζει. Η νόηση και η γλώσσα μας δεν μπορεί να εποπτεύσει το Είναι για να πει τι είναι ακριβώς, διότι βρίσκεται εντός του και αποτελεί παράγωγό του. Δεν μπορούμε να δούμε και να ονομάσουμε αυτό που μας κάνει να βλέπουμε και να μιλάμε.

Επειδή αδυνατούμε να ορίσουμε τη καθολικότητα, χρησιμοποιούμε διάφορες λέξεις μεταφορικά.  Οι λέξεις αυτές μεταφέρουν/άγουν τη νόησή μας στην καθολικότητα με την αναγωγή που κάνουν στις ιδιότητες που αναφέρονται, αναγάγωντάς τες στο όλον τους. Καμία από αυτές δεν είναι ακριβής, για να την υιοθετήσουμε ως οριστική. Εξαρτάται από το τι θέλουμε να πούμε και τι  θέλουμε να κεφαλαιοποιήσουμε, κάθε φορά. Έτσι, αν θέλουμε να κεφαλαιοποιήσουμε τα όντα λέμε το Ον ή τα είναι το Είναι.

Η απόπειρα για μια και μόνη λέξη που να ονομάζει το Όλον, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, όπως και η προσπάθεια του ανθρώπου να οικειοποιηθεί μια και καλά την απώτατη καθολικότητα, όπως έκανε με τις μονοθεϊστικές θρησκείες.

Θεός ή «Αυτό»;

Οι μονοθεϊστικές θρησκείες συγκέντρωσαν τις ονομασίες της καθολικότητας στη λέξη Θεός (ή Αλάχ, ή Γιαχβέ, κλπ.), αλλά μας είναι δύσκολο να την υιοθετήσουμε χωρίς να πάρουμε μαζί πακέτο και τη συναφή θεολογία τους. Έτσι, η λέξη Θεός δεν είναι ουδέτερη όπως θα απαιτούσε μια λέξη της καθολικότητας.
{Επιπλέον, η λέξη Θεός στα Ελληνικά είναι αρσενικού γένους – παραπέμποντας σε πατριαρχικές κοινωνίες – άρα, δεν είναι ουδέτερη ούτε ως προς το γένος της, ούτε ως προς την ιστορία.}

Αν έπρεπε να υιοθετήσουμε μια μοναδική λέξη για λόγους συνεννόησης, αυτή θα όφειλε να είναι εντελώς αφηρημένη (χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο) και παντελώς ουδέτερη (χωρίς ιστορικούς και θρησκευτικούς προσδιορισμούς). Τέτοια λέξη αφενός δεν υπάρχει, αλλά και να τη βρίσκαμε, θα έχανε τα παραπάνω χαρακτηριστικά με το που θα τη χρησιμοποιούσαμε.

Αποδεχόμενοι την αδυναμία της γλώσσας να κυριολεκτήσει σ αυτό το θέμα και λειτουργώντας μέσα στη σύμβασή της, θα μπορούσαμε να επινοήσουμε μια λέξη που να μη σημαίνει τίποτε, συμφωνώντας ότι με αυτή αναφερόμαστε σε  «αυτό» για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε κουβέντα.

Προς το παρόν, εισηγούμαι την ίδια τη λέξη «Αυτό», ως μια λέξη που είναι ουδέτερη και δεν λέει τίποτα από μόνη της, πέρα από το να υποδεικνύει κάτι αόριστα, χωρίς να λέει τι.
Από εδώ και πέρα, θα αναφέρομαι σε “Αυτό” ως μια συμβατική έκφραση που συμπεριλαμβάνει όλες τις κεφαλαιώδεις λέξεις - και το Είναι και το Γίγνεσθαι - στο Εν όλων αυτών.

Το Είναι ως ρήμα του Απόλυτου

Το «είναι» ως λέξη ανήκει στα ρήματα, αν και δεν υποδηλώνει κάποια ενέργεια ή κίνηση, αλλά στάση (υπόσταση). Τα ρήματα, γενικά, δηλώνουν κάποιο ενέργημα. Μιλάνε για το πώς γίνονται τα πράγματα. Το «είναι», όμως, δεν μιλάει για κάτι που γίνεται, αλλά για αυτό που έχει γίνει και υπάρχει ως κάτι-τι. Ονομάζει τις διαμορφώσεις του γίγνεσθαι, τις σταθεροποιήσεις του σε συγκεκριμένες μορφές.

Το γίγνεσθαι εκφράζεται στη γλώσσα με τις ρηματικές προτάσεις, όπου η ενέργεια ρέει{ρήμα – ροή} ανάμεσα στα μέρη του λόγου - και του κόσμου. Όταν η ενέργεια συνδέει τα μέρη «συνουσιαστικά», προκύπτουν τα ουσιαστικά. Αυτά ονομάζονται με τις κατηγορηματικές προτάσεις, όπου το ρήμα «είναι» αποδίδει  στα ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά της μορφής τους.

Το «είναι» αποτελεί το απώτατο όλων των ρημάτων, εκεί που καταλήγουν όλα στο τέλος των ενεργειών τους και ουσιαστικοποιούνται. Αποτελεί, τρόπον τινά, το απόλυτό τους. Αυτός είναι ο λόγος που προκρίνουμε τη λέξη «είναι» στη συζήτησή μας για το γίγνεσθαι, καθώς το Είναι κεφαλαιοποιεί το Γίγνεσθαι, ολοκληρώνοντας τα ρήματα που το εκφράζουν στον απόλυτο βαθμό.


Σχέση με τα πράγματα, το χώρο και το χρόνο

Ενώ το Είναι συμπεριλαμβάνει όλα τα επιμέρους πράγματα που είναι κάτι τι, δεν συμβαίνει το ίδιο με αυτά. Αυτά είναι μέρος, όχι όλον. Οι επιμέρους οντότητες είναι πεπερασμένες. Το Είναι δεν είναι πεπερασμένο, δεν μετριέται ποσοτικά και δεν καταμερίζεται χρονικά. Καθώς περιλαμβάνει τα πάντα, είναι αμέτρητο και άχρονο, με την έννοια ότι είναι ο ίδιος ο Χρόνος και ο ίδιος ο Χώρος. Δεν περικλείεται σε διαστάσεις, αλλά ταυτίζεται με αυτές.

Από την άλλη, το Είναι δεν υπάρχει έξω και πάνω από τα πράγματα. Ούτε προηγείται του γίγνεσθαί τους, αλλά υπάρχει μέσω αυτού. Αν έμενε ακίνητο, αόρατο και σιωπηλό θα ήταν σαν να μην υπάρχει. Ο τρόπος που εκδηλώνεται και υπάρχει είναι μέσω των μορφών του γίγνεσθαι.

Οι μορφές εμφανίζονται στο χώρο και εξελίσσονται στο χρόνο, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα το χώρο και το χρόνο, αφού αυτό που καταλαμβάνουν απαρτίζει το χώρο και η τροποποίησή τους νοηματοδοτεί το χρόνο. Ο χρόνος υπάρχει επειδή τα πράγματα αλλάζουν και ο χώρος επειδή υπάρχουν.

Τοιουτοτρόπως, τα επιμέρους πράγματα και το Όλον τους είναι αλληλένδετα, αν και διαφορετικά. Τα πράγματα έχουν περιορισμένη παρουσία στο χώρο και διάρκεια στο χρόνο, ενώ το Όλον τους είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Το Όλον των πραγμάτων - ή «Αυτό», όπως θα λέμε συμβατικά - αποτελείται τόσο από το Είναι (από το οποίο υφίστανται) όσο και από το Γίγνεσθαι (από το οποίο γίνονται).


Σχέση μεταξύ τους και με Αυτό

Το Είναι και το Γίγνεσθαι είναι όψεις του Όλου, όπως όλες οι κεφαλαιώδεις λέξεις και έννοιες Αυτού. Η κάθε μία από αυτές φωτίζει και μια πλευρά, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους.

Το Γίγνεσθαι δεν είναι διαφορετικό από το Είναι. Δεν συνιστά μια άλλη πραγματικότητα. Το γίγνεσθαι είναι τρόπος, δεν είναι οντότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το Είναι ξεδιπλώνεται στο χώρο και στο χρόνο μέσω των μορφών που παίρνει.

Από την άλλη, το Είναι αποτελεί τη βάση για το Γίγνεσθαι, όντας το απαραίτητο κάτι για να γίνει οτιδήποτε, αλλά το ίδιο από μόνο του θα ήταν τίποτε χωρίς το γίγνεσθαι.

Έχουμε, ουσιαστικά, μια ταύτιση του Είναι και του Γίγνεσθαι, σαν δύο όψεις του «ίδιου νομίσματος». Για το «νόμισμα» καθαυτό δεν μπορούμε να πούμε τίποτε, διότι είναι ασύλληπτο από τη νόησή μας, καθώς είναι Αυτό που μας ξεπερνά και μας καθορίζει.

Μιλάμε για τη μια και την άλλη πλευρά Αυτού, ανάλογα με τι θέλουμε να συζητήσουμε, αλλά στην ουσία λέμε το ίδιο πράγμα όταν το εξετάζουμε στον απόλυτο βαθμό, καθώς όλα ταυτίζονται εν Αυτώ.

Γνώση του Γίγνεσθαι. Άγνοια του Είναι.

Ο τρόπος με τον οποίο οι μορφές εμφανίζονται και εξαφανίζονται εν τω Γίγνεσθαι Αυτού, φαίνεται να ακολουθεί κάποιους κανόνες, οι οποίοι προκαλούν την εμφάνισή τους (γέννηση), ρυθμίζουν την εξέλιξή τους, φροντίζουν την αλληλουχία τους και αποφασίζουν το πέρας τους (θάνατος).

Το γιατί υπάρχουν κανόνες και για ποιο λόγο το Είναι ακολουθεί αυτόν τον τρόπο του γίγνεσθαι κι όχι έναν άλλο, μας είναι άγνωστο. Μπορούμε να μάθουμε αρκετά καλά τους κανόνες μελετώντας τον κόσμο γύρω μας και εμάς τους ίδιους, αλλά είναι αδύνατον να υπεισέλθουμε στο λόγο που αυτοί υπάρχουν και σε τι εξυπηρετούν. Θα ήταν σαν να θέλουμε να μαντέψουμε τις προθέσεις του Είναι, κάτι το οποίο είναι λογικά αδύνατον.

Πρώτον, γιατί είναι αδύνατον να έχει προθέσεις το Είναι και να αποσκοπεί σε κάτι άλλο πέρα από το να είναι, διότι τότε θα ήταν κάτι άλλο από το να «είναι» και να του αρκεί. Το Είναι σημαίνει την απόλυτη ταυτότητα, είναι το Απόλυτο Ταυτό, το Εν. Δεν αποσκοπεί να γίνει κάτι άλλο για να ολοκληρωθεί. Εξ ορισμού, είναι αδύνατον να έχει οποιαδήποτε προ-θεση, καθώς είναι η απόλυτη Θέση ή η θέση του Απόλυτου.

Δεύτερον, διότι και να είχε κάποια πρόθεση, είναι αδύνατο για εμάς να τη μάθουμε. Θα έπρεπε να προηγηθούμε του Είναι ή να διαρκέσουμε περισσότερο από αυτό, για να διαπιστώσουμε πού αποσκοπεί, αν αποσκοπεί κάπου. Κάτι τέτοιο φυσικά αποκλείεται, διότι θα έπρεπε να είμαστε  κάτι πριν γίνουμε κάτι ή να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ενώ δεν θα υπάρχουμε.

Παρόλα αυτά, θέλουμε να μάθουμε το λόγο που όλα γίνονται έτσι όπως γίνονται.

Ο λόγος του λόγου: ο Λόγος

Η ανθρώπινη νόηση αναζητά, εκ φύσεως, την αιτία των πραγμάτων. Έτσι, έχουμε καταφέρει να αποκωδικοποιήσουμε πολλά «μυστήρια» της φύσης και του σύμπαντος, οπότε είναι φυσικό να θέλουμε να βρούμε και τον απώτατο λόγο (ή ύστατο σκοπό) όλων αυτών.

Ο λόγος που γίνονται όλα - άρα και ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος {με το λάμδα διπλασιασμένο σε κεφαλαίο}-, είναι απροσπέλαστος από εμάς, διότι σε αυτόν οφείλεται η νόησή  μας. Δεν μπορούμε να πάμε πριν ή μετά από αυτόν, για να βρούμε το λόγο που σκεφτόμαστε. Ούτε, όμως, γίνεται να παύσουμε να σκεφτόμαστε και να αναζητούμε την απώτατη Αιτία και ύστατο Λόγο του Γίγνεσθαι. 

Όταν μάλιστα διακρίνουμε μια σοφία στο σχεδιασμό του γίγνεσθαι, παρατηρώντας τον κόσμο, τότε η νόησή μας προκαλείται να συλλάβει αυτό το σχέδιο. Όμως για να το συλλάβει, θα πρέπει να εντοπίσει τις προθέσεις του Είναι, πράγμα αδύνατο. Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε στη σκέψη μας να αναζητά το απόλυτο (και αδιανόητο), μιας και είναι φτιαγμένη να τείνει προς Αυτό, σαν να θέλει να επιτρέψει στην πηγή της.


Η νόηση του αδιανόητου

Η αδυναμία της νόησης να συλλάβει το Λόγο τη στρέφει σε υποθέσεις περί αυτού, παρόλο που δεν θα μπορέσει ποτέ να τις αποδείξει λογικά. Καμία υπόθεσή μας περί Αυτού δεν μπορεί να αποδειχθεί και  να γίνει θέση, συλλαμβάνοντας τις προθέσεις του Είναι. Ούτε όμως γίνεται να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε, αφού η σκέψη μας είναι φτιαγμένη να αναζητεί το λόγο των πραγμάτων, αναμετρούμενη με το αδιανόητο.

Εφόσον η νόηση μας ωθεί στο αδιανόητο, θα πρέπει να έχει και κάποια μέσα για να το κάνει. Το καταφέρνει επινοώντας αφηρημένες λέξεις που αναφέρονται σε εντελώς γενικές έννοιες, όπως  Είναι, Όλον, Άπαν, Ον, Εν, κλπ. Αυτές συγκροτούν έναν ενδιάμεσο λόγο που δεν είναι ακριβώς συγκεκριμένος, ούτε όμως είναι ανύπαρκτος. Είναι μεν εντελώς αφηρημένος και υποθετικός, αλλά είναι υπαρκτός, καθώς έχει υπαρκτές λέξεις που λένε κάτι περί Αυτού, αν και όχι συγκεκριμένα.


Υποθετικός λόγος περί του Είναι. Θετικός λόγος περί του Γίγνεσθαι

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον υποθετικό λόγο των αφηρημένων εννοιών (που δεν επαληθεύονται από τα πράγματα) και στον θετικό λόγο των επιστημών (που επαληθεύονται από τα πράγματα) είναι ότι ο μεν υποθετικός αναφέρεται στο Είναι και ο δε θετικός στο Γίγνεσθαι.

Ο υποθετικός λόγος αναφέρεται στο πέραν των συγκεκριμένων πραγμάτων, σε αυτό που τα συμπεριλαμβάνει όλα και τα γενικεύει στο κεφαλαιώδες Είναι τους.

Ο θετικός λόγος μιλάει για τα πράγματα και τις σχέσεις τους. Μελετάει κανόνες του γίγνεσθαι, τους οποίους μπορεί να διαγνώσει μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει την απόλυτη ισχύ τους στο Άπαν.

Ο θετικός λόγος είναι προσδιορισμένος χρονικά (και χωρικά) καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χρόνο (και το χώρο) για να εποπτεύσει το Όλον, οπότε, οι αποφάνσεις του είναι σχετικές και δεν μπορούν να επικαλεστούν την απόλυτη Αλήθεια (με το άλφα κεφαλαίο).

Επιπλέον, ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο, καθώς βελτιώνει την όποια σχετική αλήθεια του, μελετώντας όλο και περισσότερο το Γίγνεσθαι. Η εξέλιξή του βασίζεται στη  συσσώρευση και επεξεργασία γνώσης, κάτι γίνεται με τις επιστήμες.

Ο υποθετικός λόγος είναι ανεξάρτητος από χωρο-χρονικούς προσδιορισμούς (καθώς αναφέρεται στο Άπαν) και δεν προαπαιτεί επιστημονικές σπουδές πάνω στο γίγνεσθαι αφού αναφέρεται στο πανταχού παρόν Είναι. Από αυτή την άποψη, είναι κτήμα του καθένα που θα σηκώσει το βλέμμα του στον ουρανό και θα αναρωτηθεί για την αιωνιότητα.

Από τη διαφορετική σχέση τους με τον χρόνο προκύπτει ότι ο θετικός λόγος είναι προσωρινά αληθής, αλλά όχι οριστικά, ενώ, ο υποθετικός μιλάει για μια αιώνια Αλήθεια, που δεν μπορεί να ορίσειΗ σχέση μεταξύ τους θα μπορούσε να είναι συμπληρωματική, με τον θετικό λόγο να διερευνά ό,τι μπορούμε να μάθουμε από το Γίγνεσθαι και τον υποθετικό να μας υποδεικνύει το ασύλληπτο Είναι.


ΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: ο επιστημονικός και ο περί του ανθρώπου

Ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας ως προς το απόλυτο των αποφάνσεών του, καθώς δεν μπορεί να αποδείξει την ισχύ τους στον διηνεκή βαθμό τού Είναι. Η αναπόφευκτη σχετικότητα όσων αποφαίνεται, θα μπορούσε να υπονομεύσει κάθε προσπάθεια συστηματικής γνώσης του γίγνεσθαι. Βλέπουμε όμως την επιστημονική γνώση να συσσωρεύεται και να εξελίσσεται σε πολλά πεδία, πατώντας πάνω σε κάποια δεδομένα.

Ο επιστημονικός λόγος που διερευνά την υλική διάσταση των πραγμάτων και τις μηχανικές σχέσεις τους, διασταυρώνει συνεχώς τις υποθέσεις του με την πραγματικότητα που εξετάζει (με πειράματα και μελέτες) για να αποδείξει την ισχύ τους. Εφόσον αποδεικνύει μια υπόθεσή του, αυτή γίνεται θέση, πάνω στην οποία θα πατήσει στη συνέχεια η γνώση πάνω στο διερευνώμενο πεδίο, για να εξελιχθεί περαιτέρω.

Το γεγονός ότι όλα όσα λέει μπορεί να μην ισχύουν απόλυτα στο διηνεκές, δεν αναιρεί την «προσωρινή» ισχύ τους μέσα στα πλαίσια του γίγνεσθαι αυτού του κόσμου που ζούμε. Η ισχύς της γνώσης του βελτιώνεται, φωτίζοντας περιοχές του κόσμου μας - είτε του μικρόκοσμου, είτε του μακρόκοσμου -, που ήταν μέχρι τώρα σκοτεινές. Έτσι έχει καταφέρει να διεισδύσει σε πολλά «μυστήρια» του γίγνεσθαι, έστω κι αν δεν μπορεί να λύσει το μυστήριο του Είναι. Ούτε όμως τον απασχολεί, αφού είναι εκτός του αντικειμένου του.

Ο επιστημονικός λόγος εξετάζει μετρήσιμα μεγέθη και μόνο, αφήνοντας εκτός οτιδήποτε είναι αμέτρητο.  Οτιδήποτε δεν μπορεί να μετρηθεί δεν αναγνωρίζεται ως διαπιστωμένος επιστημονικός λόγος. Αυτή είναι η βασική καταστατική του συνθήκη που τον δεσμεύει και τον αναγκάζει να γίνει συγκεκριμένος. Τοιουτοτρόπως γίνεται και πρακτικός, δίνοντάς μας πρακτικές γνώσεις, που μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να καλυτερεύσουμε τις υλικές συνθήκες διαβίωσής μας.

Η ζωή μας, όμως, δεν έχει μόνο την υλική (ποσοτική) διάσταση, που εξετάζει ο επιστημονικός λόγος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται μόνο για τις ποσοτικές και μετρήσιμες εκδοχές της ζωής τους. Τους απασχολούν θέματα σε σχέση με τον εαυτό τους και με τους άλλους που αφορούν την ποιοτική πλευρά. Οι λεγόμενες «επιστήμες του ανθρώπου» προσπαθούν να διερευνήσουν αυτή την πλευρά με επιστημονικό τρόπο, αν και δεν είναι μετρήσιμη. Αυτό δεν αναιρεί την αναγκαιότητά τους, καθώς έχουμε ανάγκη μιας κάποιας θετικής γνώσης στα περίπλοκα ζητήματα των σχέσεών μας,  για να ξέρουμε πού πάμε.

Παρόλο που στον απώτατο χρόνο δεν έχουμε ιδέα πού οδηγούμαστε από τον Λόγο όλων αυτών που κάνουμε, μέσα στα καθ’ ημάς πλαίσια του ανθρώπινου γίγνεσθαι μπορούμε να διαγνώσουμε κάποιες βασικές συντεταγμένες που μπορούμε να ακολουθήσουμε για μια καλύτερη ζωή.
Αυτές εξετάζονται «Όσο Πιο Απλά Γίνεται»  στο πρώτο κείμενο. Σε αυτό το δεύτερο, συμπληρωματικό κείμενο επισημαίνουμε ότι η ισχύς τους είναι σχετική όπως και κάθε απόφανση του θετικού λόγου. Εδώ εξετάζουμε τη σχέση με το Απόλυτο και πόσο σημαντική είναι για τον άνθρωπο, παρόλη την απροσδιοριστία της. Γι’ αυτό, τονίζουμε την αναγκαιότητα του υποθετικού λόγου περί του Είναι, πέραν του θετικού, που εξετάζει τα φαινόμενα του Γίγνεσθαι. 





ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ και ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Αφού δείξαμε πώς προκύπτει ο υποθετικός λόγος σαν τρόπος εννόησης του Είναι, θα εξετάσουμε πώς εκφράζεται στη δική μας πραγματικότητα και σε τι μας διανοίγει.


Η αναπόφευκτη επαφή με το άφατο

Στην πραγματικότητα, δεν κάνουμε μεταφυσικές σκέψεις πέρα από κάποιες εξαιρετικές στιγμές που μας βγάζουν από την καθημερινότητα. Ένας θάνατος ή ένας έναστρος ουρανός μπορεί να μας κάνουν να αναρωτηθούμε για το άπειρο (του ουρανού) ή το μηδέν (του θανάτου), αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ σε αυτά. Η ζωή θα μας ξανατραβήξει στις μέριμνες της, μέχρι μια επόμενη εξαιρετική στιγμή να μας ξαναβγάλει για λίγο από αυτές.

Υπάρχουν βέβαια και οι πιστοί διαφόρων θρησκειών που νομίζουν ότι η καθημερινότητά τους κανονίζεται από τις βουλές των θεών τους και προσεύχονται συχνά σε αυτούς, αλλά οι επικλήσεις τους δεν ανήκουν στη σύγχρονη σκέψη, έστω κι αν είναι ακολουθούνται από πολλούς.

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι προϊόν του θετικού λόγου, με τη βοήθεια του οποίου έχει πάρει τη μοίρα στα χέρια του σε μεγάλο βαθμό. Ο βαθμός αυτοπροσδιορισμού του, όμως, είναι περιορισμένος. Ούτε να αυτό-γεννηθεί μπορεί (αυτό-παραγόμενος εκ του μηδενός), ούτε να αποφύγει το χρόνο και να γίνει αιώνιος, ούτε να αυτό-τραφεί και να αυθυπάρξει. Η ζωή του εξαρτάται από κάτι γενικότερο. Αποτελεί μέρος ενός Όλου, από το γίγνεσθαι του οποίου έχει προέλθει και εξελίσσεται.

Ως έλλογο ον, αντιλαμβάνεται την οριστική εξάρτησή του από το Όλον, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά για αυτή. Κάνει ότι μπορεί στα πλαίσια των δυνατοτήτων που του παρέχει ο θετικός λόγος. Γι’ αυτό και δεν ασχολείται τόσο συχνά με υποθέσεις περί του Είναι, καθώς δεν παίζουν άμεσα κάποιον πρακτικό ρόλο στη ζωή του. Η σχέση του με τον υποθετικό λόγο των αφηρημένων εννοιών περιορίζεται σε εκείνες τις στιγμές που τον βγάζουν από την καθημερινότητά του και τον κάνουν να αναλογιστεί για «μεγαλύτερα πράγματα».

Το «μεγάλωμα» της σκέψης του μπορεί να γίνει και κλιμακωτά. Αρκεί να σκεφτεί την κλιμάκωση των συστηματικών αλληλεξαρτήσεών του: να ξεκινήσει από τις άμεσες υποχρεώσεις της μέρας του, να επεκταθεί σε ζητήματα γενικότερης ατομικής ή οικογενειακής ευημερίας, να σκεφτεί την εξάρτισή τους από ευρύτερα κοινωνικά μεγέθη (τοπικά, εθνικά, διεθνή, κλπ.), να συλλογιστεί στη συνέχεια θέματα του πλανήτη και από εκεί να περάσει σε συμπαντικές σκέψεις που να τον κάνουν να αναλογιστεί για το Είναι (ή όπως το πει, με το μυαλό του).  Εκεί κάπου σταματάει η σκέψη, αγγίζοντας το αδιανόητο.

Το τι λέει ο καθένας μέσα του, όταν η σκέψη του φτάσει στα όριά της, εξαρτάται από τον ίδιο και το προσωπικό του λεξιλόγιο. Μπορεί και να μην πει τίποτε. Απλά, να νιώσει το «χάσιμο» μπροστά στο άπειρο και το ανείπωτο. Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει αφηρημένες έννοιες όπως Είναι, Λόγος, Όλον, Ον, Απόλυτο, κλπ. για να διανοηθεί το αδιανόητο. Το αδιανόητο είναι εκεί για το καθένα που θα φτάσει να το αναλογιστεί είτε μέσα από εξαιρετικές στιγμές είτε από την κλιμάκωση της σκέψης του.

Πιθανόν το αδιανόητο να είναι το πρώτο πράγμα που αγγίζει και η σκέψη των πιστών όταν φτάνουν εκεί, αλλά σπεύδουν να καλύψουν το αναπόφευκτο διανοητικό κενό με τις θρησκευτικές επικλήσεις τους (από τον τρόμο του κενού;).

Η επαφή με το άφατο {αυτό που δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις λέξεις} είναι αναπόφευκτη για τον καθένα που θα αναρωτηθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για την ύπαρξή του (και την ύπαρξη γενικά) πέρα από τα τρέχοντα ζητήματα που τον απασχολούν. Ακόμη και αν δώσει κάποιες πρώτες εξηγήσεις για το γίγνεσθαι των πραγμάτων, θα φτάσει στο ανεξήγητο όταν γενικεύσει και αγγίξει το ερώτημα του Είναι.
Η αναφορά του ανθρώπου σε Αυτό δεν θα μπορέσει να απαντηθεί ποτέ. Θα μείνει για πάντα ένα ερώτημα που θα δείχνει και τα όρια του θετικού λόγου.


Η ερωτηματική αναφορά σε Αυτό

Με την ερωτηματική αναφορά σε Αυτό που μας ξεπερνά και μας καθορίζει, ο θετικός λόγος φτάνει στα όριά του και η συνείδηση διανοίγεται σε κάτι που δεν χωράει στα λόγια:

-        Μπορεί τα λόγια να διπλασιαστούν με κεφαλαία αρχικά για να αναφερθούν σε Αυτό με λέξεις όπως Είναι, Απόλυτο, Λόγος και άλλες «κεφαλαιώδεις»  έννοιες,  αφηρημένες και γενικές.  [Φιλοσοφική έκφραση]

-        Μπορεί να μεταλλαχθούν, να γίνουν ψέλλισμα και ψαλμός, ποίημα και τραγούδι, ζωγραφιά και χορός, θέατρο και εικόνα, για να χωρέσουν κάτι από την απεραντοσύνη Αυτού. [Καλλιτεχνική έκφραση]

-        Μπορεί να μετατραπούν σε καταστάσεις λατρευτικές, τελετές και γιορτές που θα υμνούν τη μεγαλοσύνη Του. [Θρησκευτική έκφραση]
                                                                              
Ό,τι και να γίνουν τα λόγια, ό,τι και να γεννήσει η σκέψη μας δεν θα μπορέσει να συλλάβει θετικά, να εντοπίσει και να ορίσει “Αυτό”: θα αποτελεί το ύστατο ερώτημα κάθε μας προσπάθειας και κάθε προσπάθειά μας θα καταλήγει σε ένα αναπάντητο ερώτημα.

Ο υποθετικός λόγος περί Αυτού ως καθαρά υποθετικός δεν έχει απαντήσεις αλλά μόνο ερωτήματα. Οι λέξεις του, οι διατυπώσεις του και οι έννοιές του δεν ορίζουν κάτι θετικά: είναι καθαρές υποθέσεις. Αποτελούν ερωτήματα και όχι απαντήσεις.

Όλες μας οι προσπάθειες καταλήγουν τελικά σε ένα μεγάλο και κεφαλαιώδες Ερώτημα το οποίο αποκλείεται να απαντηθεί. Αναπάντητο σημαίνει κάτι άφατο, κάτι αδύνατο να διατυπωθεί και να γίνει κάτι με αυτό. Επειδή όμως δεν μπορεί να μη γίνεται κάτι στο γίγνεσθαι, το οποίο δεν επιτρέπει το κενό, εμείς μένουμε με το Ερώτημα.
Η σιωπή και το κενό στο οποίο μας διανοίγει αυτό το ύστατο Ερώτημα, δεν μπορούν να διαρκέσουν ούτε στιγμή. Στην πραγματικότητα δεν υφίστανται. Αυτά που υφίσταται είναι το ερώτημα και η διάνοιξη στην οποία μας οδηγεί. Αυτά είναι κάτι. Το τίποτα δεν υπάρχει.

Η λέξη «ερώτημα» στα ελληνικά συγγενεύει με τις λέξεις «έρωτας», «ροή», «ρήμα». Λέξεις που σημαίνουν άνοιγμα του ενός στον άλλο και σύνδεση των μερών μεταξύ τους. Όταν η σύνδεση αναφέρεται στο Όλον, τότε το Ερώτημα (και ο Έρως) παίρνουν κεφαλαίο.

Η διάνοιξη στο άφατο, το απώτατο συμπέρασμα

Η διάνοιξη στο άφατο, με την ερωτηματική μας αναφορά σε Αυτό, είναι η κατάληξη όσων κάνουμε, αν τα εξετάσουμε στην τελική τους απεύθυνση, στον ύστατο σκοπό τους. Αυτό όσο και να το ξεχνάμε, παρασυρμένοι από σκοπιμότητες του μικρόκοσμου, έρχεται στο τέλος ο θάνατος να μας το υπενθυμίσει.

Επειδή είναι ανόητο να περιμένουμε το θάνατο να μας ανοίξει τα μάτια, όταν θα είναι για πάντα κλειστά, έρχεται η νόηση να μας συνετίσει, θέτοντας έγκαιρα το ερώτημα του απώτερου λόγου όσων κάνουμε. Εκεί ξεπερνάμε τους καθορισμούς του θετικού λόγου και ανοιγόμαστε στον υποθετικό, που θα μας οδηγήσει στο άφατο, με τα αναπάντητα ερωτήματά του.

Το άφατο αποτελεί το απώτατο συμπέρασμα του λόγου μας στην προσπάθειά του να εννοήσει το σκοπό της ύπαρξης και να συλλάβει τον Απόλυτο Λόγο του Είναι,  περνώντας από τον θετικό λόγο στον υποθετικό λόγο περί Αυτού.


Οι  συμφιλιωτικές συνέπειες της διάνοιξης

Οι συνέπειες της επαφής του ανθρώπου με το άφατο είναι σημαντικές για τον πολιτισμό του, καθώς η σιωπή που επιφέρει η αδυναμία του να πει οτιδήποτε, μετριάζει τους ισχυρισμούς του και επιβάλλει μέτρο στις απόψεις του.

Ο άνθρωπος με την ισχύ που του δίνει ο θετικός λόγος, τείνει να ξεχνάει τη σχετικότητα αυτής της ισχύος και γίνεται επιθετικός. Αγγίζοντας τη άφατο, με τον υποθετικό λόγο, αναγκάζεται να μετριάσει τις βλέψεις του και να γίνει συζητήσιμος.

Η ερωτηματικότητα μπορεί να κάνει τις προτάσεις του θετικού λόγου λιγότερο κατηγορηματικές και περισσότερο ρηματικές, όπως άλλωστε οφείλουν, καθώς αυτές ονομάζουν φαινόμενα του γίγνεσθαι εν τη ροή του (δηλαδή, ρήματα), παρά ορίζουν οντολογικά τα πράγματα (όπως κάνουν οι κατηγορηματικές προτάσεις με το «είναι»: προτάσεις που λένε «τι είναι τι»).

Η αφαίρεση της κατηγορηματικότητας από τις αποφάνσεις μας με την εισαγωγή της ρηματικότητας στο θετικό λόγο και της ερωτηματικότητας στον υποθετικό μπορεί να μετατρέψει τον συνολικό τρόπο επικοινωνίας μας από διεκδικητικό και επεκτατικό, σε διαλλακτικό και  διευκρινιστικό.

Η απόλυτη σιωπή που μας επιβάλλει η ασύλληπτη απεραντοσύνη Αυτού, θα μπορούσε να μας προκαλέσει τρόμο μπροστά στο διαφαινόμενο κενό. Αντί για τρόμο, η σκέψη μας διανοίγεται στο άπειρο καθώς ο υποθετικός λόγος αναλαμβάνει να γεφυρώσει το χάσμα του κενού, να γίνει ερώτημα και αναφορά προς το Είναι και όχι στο μηδέν. Ο μηδενισμός θα όξυνε την επιθετικότητά μας με τον κυνισμό που θα επέφερε. Αντ’ αυτού, ανοίγουν γέφυρες.

Αυτή είναι και η μέγιστη αξία του υποθετικού λόγου, ότι μας εξοικειώνει με το άπειρο, διανοίγοντας μας προς αυτό, διευρύνοντας τη συνείδησή μας προς το άγνωστο, συνδέοντας μας με τους άλλους, τους άγνωστους, με τους οποίους «μοιραζόμαστε τον ίδιο ουρανό».


Συμβολή στην ισορροπία

Ο φόβος μας μετριάζεται απέναντι στον άλλο και κάθε τι άλλο, από τη στιγμή που είμαστε σε επαφή με το Όλο που μας ξεπερνάει, όπως ξεπερνάει και κάθε τι άλλο, με συνέπεια να το κάνει λιγότερο φοβερό, αφού είναι κι αυτό κάτι «μικρό» και αβέβαιο μπροστά σε Αυτό. 

Ακόμα και τους δικούς μας «δαίμονες», τα πάθη και τα βάσανα, μπορούμε να μετριάσουμε καθώς η διάνοιξή μας στο άφατο  χαμηλώνει την έντασή τους με τη σιωπή που εισάγει. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε ξαφνικά τη ζωτική μας ένταση και εξαϋλωνόμαστε σε μορφές μοναστηριακές, που κινούνται σαν σκιές.  Χρειάζεται μέτρο.

Το μέτρο, όταν προέρχεται από τη διάνοιξή μας στο άφατο - και όχι από την επιβολή  της σιωπής από τους άλλους ή από την αποσιώπησή μας -, συμβάλει στην ισορροπία που χρειαζόμαστε.

Το ζητούμενο της ισορροπίας δεν επιτυγχάνεται εύκολα, καθώς καλούμαστε να βρίσκουμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στο εγώ μας και στο εμείς, στο θέλω και στο πρέπει, στην ελευθερία και στη δέσμευση, στη διαφοροποίηση και στην ενότητα κλπ.

Το γίγνεσθαι μας ωθεί να εξελιχθούμε διαφοροποιούμενοι, ενώ το Είναι μας κρατά όλους ενωμένους στο Εν Αυτώ. Η ισορροπία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα δύο, να έχει τόσο τη δυναμική του γίγνεσθαι όσο και την σταθερότητα του Είναι (όχι τη στασιμότητα, όπως κάποιοι παρεξηγούν).

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια δυναμική ισορροπία, συνδυάζοντας τόσο τον θετικό λόγο (από τη γνώση του Γίγνεσθαι) όσο και τον υποθετικό (από την ερωτηματική αναφορά μας στο Είναι).




Ισορροπία θετικού και υποθετικού λόγου. Γνώση και πίστη.

Είναι πολύ σημαντικό για την ισορροπία μας, η σωστή σχέση μεταξύ του θετικού και του υποθετικού λόγου. Ούτε ο θετικός πρέπει να υπερβάλλει, απαιτώντας να επιβάλλει τη λογική του σε όλα. Ούτε ο υποθετικός πρέπει να πηγαίνει ενάντια στη λογική. Οι υποθέσεις και τα ερωτήματά αυτού αρχίζουν εκεί που τελειώνει η επιστημονική τεκμηρίωση.

Το Όλον στο οποίο αναφέρεται ο υποθετικός λόγος δεν μπορεί να προσπελαστεί από τη γνώση που μας δίνει ο θετικός λόγος. Δεν είναι θέμα γνώσης, αλλά πίστης ότι υπάρχει κάτι πέρα από εμάς και πέρα από όσα  μπορούμε να μάθουμε, το οποίο μας καθορίζει με τον ασύλληπτο Λόγο του Είναι του. Μόνο με άλμα της λογικής προς το αδιανόητο και ασύλληπτο, με την πίστη, μπορεί να προσεγγίσουμε το Ερώτημα Αυτού.

Η πίστη, λοιπόν, δεν ορίζει κάτι θετικά, όπως πιστεύουν οι πιστοί των θρησκειών. Η πίστη είναι ένα ερώτημα, μια καθαρή υπόθεση, που αρχίζει εκεί που τελειώνει η γνώση. Όχι πριν.


Συμβολή στην καθαρότητα

Η εποχή μας καλείται να βρει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον θετικό και στον υποθετικό λόγο, με αμοιβαία αλληλο-αναγνώριση των πεδίων του καθένα. Η ανάγκη του ανθρώπου να συνομιλήσει τα μεταφυσικά του ερωτήματα, δεν μπορεί να αγνοείται από τον θετικό λόγο και πρέπει να της δοθεί η δέουσα προσοχή. Όταν οι θετικιστές εκτοπίζουν κάθε τι που δεν χωράει στην στενή λογική, σπρώχνουν τον άνθρωπο στους αγύρτες της μεταφυσικής.

Διάφοροι new-age γκουρού σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τη μεταφυσική ανάγκη του ανθρώπου με παραλογισμούς που υποδύονται τη μοντέρνα σκέψη, καθώς οι σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να πεισθεί από τις παλιές θρησκείες.

Πολλοί συνεχίζουν να εκκλησιάζονται στις παλιές, ψέλνοντας σε θεούς που μπορεί κατά βάθος να μην πιστεύουν αλλά το κάνουν για να εκφράσουν κάπως την πίστη τους. (Δεν μιλάμε για όσους ζουν σε κόσμους που αγνοούν ή απαγορεύουν τις εξελίξεις του θετικού λόγου. Αυτοί μπορεί να πιστεύουν ακόμη στις μυθολογίες των θρησκειών τους.)

Στην εποχή μας, οι παλιές θρησκείες όπως και οι μοντέρνες αγυρτείες αντλούν ισχύ από την ανυπαρξία μιας καθαρής μεταφυσικής πρότασης, που να μην μπερδεύει την υποθετικότητα της πίστης με τη θετικότητα, αλλά να την αποδίδει ξεκάθαρα, σαν καθαρή ερωτηματική μας αναφορά σε Αυτό, το πέρα από εμάς.

Η πίστη μας πρέπει να βρει ένα νέο, καθαρό τρόπο να εκφραστεί, χωρίς να νοθεύεται από περιεχόμενα που δεν της ανήκουν. Αντίθετα, να μας οδηγεί στην απο-περιεχομενο-ποίηση και στο άδειασμα. Στην καθαρή αφαίρεση. Στο άφατο.


Εμπλουτισμός του παρόντος

Η ερωτηματική αναφορά μας σε Αυτό, καθώς μένει ανοιχτή και αναπάντητη, μας ανοίγει στον χρόνο, ξεπερνώντας χρονοδιαγράμματα και προγραμματικούς στόχους. Συνδέει το παρόν μας με το αιώνιο,  διανοίγοντάς μας στο Όλον, που δεν χρειάζεται προγράμματα για να το κατακτήσουμε, διότι δεν κατακτιέται.  Οπότε, δεν ωφελεί να μεταθέτουμε την απόλαυση του παρόντος και να επενδύουμε στο μέλλον, προσμένοντας να ολοκληρωθούμε κάποια άλλη στιγμή.

Η ζωή μας είναι εδώ και τη ζούμε τώρα, αφού το αύριο δεν είναι κάτι διαφορετικό μπροστά στο αιώνιο και άχρονο Όλον. Η διάνοιξή μας στο άφατο της αιωνιότητας Αυτού, μας επαναφέρει στο εδώ και τώρα, για να το ζήσουμε. Έτσι, η ζωή εμπλουτίζεται με το βίωμα του παρόντος της, αντί να μετατίθεται διαρκώς σε ένα άπιαστο μέλλον.

Η επεκτατικότητά μας στο χώρο και η μεταθετικότητά μας στο χρόνο δεν θα μας αποδώσουν την ολοκλήρωση που προσδοκούμε επειδή θα έχουμε γίνει πιο ισχυροί. Η ισχύς μπορεί να βελτιώσει εν μέρει τις συνθήκες μας, δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο ότι θα μας κάνει πιο ευτυχείς.

Η ευτυχία είναι ένα αίσθημα πληρότητας από την επαφή μας με ότι νιώθουμε να μας ολοκληρώνει. Κινούμαστε προς τα εκεί, περνώντας διάφορα στάδια εκπλήρωσης, μέχρι που καταλαβαίνουμε το ανέφικτο της οριστικής απόκτησής της. Θα υπάρχει πάντα κάτι να μας χωρίζει από την πλήρη ολοκλήρωση, όπως και από κάθε τι που θα επιδιώξουμε στον απόλυτο βαθμό. Αυτό ακριβώς το χάσμα έρχεται να καλύψει η διάνοιξη στο άφατο του υποκειμενικού λόγου με την ερωτηματική του αναφορά στο Όλον.

Με τη διάνοιξη αποφορτιζόμαστε από την υστερική επιδίωξη της ευτυχίας και αντιμετωπίζουμε πιο ήρεμα τις λύπες και τις χαρές, τις ήττες και τις νίκες μας. Δεν σημαίνει ότι σταματάμε να προσπαθούμε, ούτε ότι δεν εργαζόμαστε για τη βελτίωση των συνθηκών μας.

Φυσικά και πρέπει να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες του θετικού λόγου, για να προαχθούμε εξελικτικά και να βελτιώσουμε τις συνθήκες μας εν τω γίγνεσθαι, αλλά να κρατάμε επαφή με το άχρονο Είναι μέσα από τον καθαρό υποθετικό λόγο που μας διανοίγει στο άφατο. Αυτό βοηθάει να στραφούμε στο τώρα, να μετριάσουμε τις επιδιώξεις μας, να δούμε γύρω και να απολαύσουμε το εδώ μας, όσο βρισκόμαστε ακόμα εδώ. Έτσι εμπλουτίζεται το βίωμα της ζωής μας. Αυτός, άλλωστε, είναι ο ουσιαστικός πλούτος, ο βιωματικός.

Ως προς τις κοινωνίες, οι συνέπειες της διάνοιξης στο άφατο, το μέτρο που επαναφέρει, μπορεί να είναι εξίσου εξισορροπητικές. Η ανισότητα πλούσιων και φτωχών, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η βία σε κάθε της μορφή, ο καταστροφικός ανταγωνισμός, η αδικία, η κακία και η ασχήμια μπορούν να μετριαστούν. Όμως για να συμβούν αυτά, θα πρέπει το ζήτημα της διάνοιξης να υιοθετηθεί και κοινωνικά για να επηρεάσει τις γενικές συνθήκες.


Τρόποι πραγματοποίησης της διάνοιξης, ατομικά και κοινωνικά

Πώς περνάμε από την ατομική διάνοιξη στην κοινωνική; Αυτή δεν μπορεί να γίνει έξωθεν, ούτε να επιβληθεί. Η διάνοιξη είναι κατ’ αρχήν προσωπική υπόθεση. Το ζήτημά της θα μπορέσει να γενικευτεί μόνο αν τεθεί από τα ίδια τα άτομα.

Ατομική διάνοιξη

Η προσωπική διάνοιξη του καθένα προϋποθέτει στιγμές όπου να μπορεί να βγει από τη βοή της καθημερινότητας για να αφουγκραστεί το Όλον.  Πώς, πού και πότε μπορεί να το κάνει εξαρτάται από το άτομο και τις συνθήκες του.

Κάποιες καταστάσεις μπορεί συμβάλλουν στη διάνοιξη, όπως η επαφή με τη φύση, τις τέχνες, τον έρωτα την αγάπη. Μια καλή παρέα ή ένα ξένοιαστο γλέντι. Διανοητικές διευρύνσεις μέσα από τη συζήτηση ή το διαλογισμό ή το γράψιμο. Οτιδήποτε μπορεί να μας βγάλει από τις σκοπιμότητες και να μας συνδέσει υπερβατικά.

Έχοντας αυτό υπόψη, μπορούμε να διακρίνουμε ποιες καταστάσεις το υποστηρίζουν ή το υπονομεύουν. Έτσι μπορούμε να πάρουμε εκείνα τα μέτρα που προάγουν τις μεν και περιορίζουν τις δε. Αυτό συνεπάγεται μια νέα πολιτική, με κριτήριο τη διάνοιξη, εφόσον αυτή βέβαια τεθεί από τα άτομα ως κεντρικό ζήτημα.

Κοινωνική διάνοιξη

Οι καταστάσεις που μας υπονομεύουν -και θα πρέπει να περιοριστούν- είναι όλες αυτές που μας απειλούν, εμποδίζοντας το άνοιγμά μας. Αυτές μπορεί να είναι:

-        απειλές της επιβίωσής μας (από πείνα, πολέμους, τρομοκρατία, εγκληματικότητα)
-        της υγείας μας (από καταστροφές περιβάλλοντος, φτώχεια, επιδημίες, ναρκωτικά, χημικά)
-        της ελευθερίας μας (από δικτατορίες, μισαλλοδοξίες, φυλετικούς διαχωρισμούς)
-        της ψυχικής μας ισορροπίας (από ανταγωνισμό, εχθρικότητα, αδικία, ψυχολογική βία)

Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό των απειλητικών καταστάσεων, θα πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα υποστήριξης αυτών που διευκολύνουν τη διάνοιξη, όπως για παράδειγμα:

- Η επαφή με τη φύση μπορεί να υποστηριχθεί με την αποκέντρωση,  με τη διαμονή σε αυτήν, με τη φροντίδα του οικοσυστήματός της.
- Η επαφή με τους ανθρώπους με τις κοινωνικές εκδηλώσεις και τις γιορτές.
- Η πνευματική επαφή με τις τέχνες, με τη φιλοσοφία (τον υποθετικό λόγο), με χώρους συνάντησης ως προς Αυτό (ή, αλλιώς, εκκλησίες).

Πολλά από αυτά ήδη συμβαίνουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο, αλλά όσο πιο συνειδητά γίνονται για να συμβάλλουν στην υπέρβαση, τόσο πιο λειτουργικά μπορεί να είναι.

Γιορτές υπάρχουν, αλλά αυτές είναι είτε εθνικές είτε θρησκευτικές (ανάλογα με την θρησκεία). Αντ’ αυτών θα μπορούσαν να είναι γιορτές της γης, που θα γιορτάζουν, για παράδειγμα, τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια και να συνοδεύονται από ανάλογες κοινωνικές εκδηλώσεις.

[Η εαρινή ισημερία θα μπορούσε να είναι η γιορτή της νιότης και του έρωτα, με γλέντια και καρναβάλια. Το θερινό ηλιοστάσιο η γιορτή των παιδιών, με παιχνίδια, εκδρομές, φάρσες και αστεία. Η φθινοπωρινή ισημερία, η γιορτή των ηλικιωμένων ή των αρρώστων ή των νεκρών, με επισκέψεις στα γηροκομεία, στα νοσοκομεία, στα νεκροταφεία, κλπ. Το χειμερινό ηλιοστάσιο η γιορτή των φίλων, με δώρα και αλληλοβοήθεια και επισκέψεις σε ξεχασμένους φίλους.]

Τέχνες υπάρχουν, αλλά αναλώνονται στην ατομική καταξίωση των καλλιτεχνών, εντείνοντας συχνά το αίσθημα του ανταγωνισμού αντί να συμβάλλουν στην αποφόρτιση  και στη διάνοιξη. Επιπλέον, η υιοθέτηση του μακάβριου στοιχείου, του αρνητισμού και της βίας που μετέρχονται πολλοί καλλιτέχνες για να ξεχωρίσουν προκαλώντας, εντάσσει τη σύγχρονη τέχνη στη γενικότερη απειλή, αντί να μας βγάζει από αυτή. Θα βοηθούσε, πιθανόν, η επαναξιολόγηση των τεχνών με κριτήριο τη διάνοιξη, αλλά χωρίς να μπαίνει φραγμός στην ελεύθερη έκφραση.

Χώροι πνευματικοί υπάρχουν, αλλά είτε δεν συμβάλλουν άμεσα στη διάνοιξη (καθώς δεν είναι φτιαγμένοι γι’ αυτή) είτε την εγκλωβίζουν σε παλιά σχήματα (όπως οι εκκλησίες των θρησκειών και των αιρέσεων τους). Χρειάζεται μια νέα αρχιτεκτονική σύλληψη για τη διαμόρφωση χώρων «εκκλησιασμού¨» στο Άφατο, που να συνδράμουν στην καθαρή αφαίρεση και στη μυσταγωγία της διάνοιξης.

[Η αρχιτεκτονική αυτών των χώρων εκκλησιασμού θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα τέσσερα βασικά στοιχεία, νερό, γη, φωτιά και αέρα.  Το νερό να είναι για την κάθαρση, κατά την είσοδο στο χώρο. Η γη να υπάρχει σαν χώμα και  πηλός στη βάση στην κατασκευή του κτηρίου και ως γλυπτό με μια πέτρα ή βράχο στο κέντρο σαν σύμβολο του άχρονου Είναι. Η φωτιά, σαν ενέργεια του γίγνεσθαι, να είναι  η πηγή φωτός και θερμότητας του χώρου. Η αίσθηση του αέρα να δίνεται μέσα σε ένα περιβάλλον σιωπής, με τον ήχο του νερού της εισόδου ή της φωτιάς ή με τα τραγούδια και τις μουσικές. Θα πρέπει όλα να είναι φτιαγμένα με φυσικά υλικά. Ο χώρος θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τη συνεργασία καλλιτεχνών, που θα μπορούσαν να φροντίσουν και τη γενικότερη «χορογραφία» των εκκλησιαζόμενων και των εκκλησιαστών. (Πιθανόν να βοηθούσε, όσοι εισέρχονται στο χώρο να βγάζουν τα ρούχα τους και να περνούν από κάτι σαν λουτρό, πριν μπουν στο χώρο καθαροί, είτε γυμνοί, είτε με κάποιο χιτώνα.) Αυτά είναι απλά κάποιες προτάσεις. Δεν χρειάζεται να ακολουθηθούν.  Η σύνθεση θα έπρεπε να είναι ανοιχτή και να επαφίεται στα μέλη της κάθε κοινότητας να αποφασίσουν τη μορφή που θα δώσουν στο χώρο τους και στα τεκταινόμενα εκεί. Το μόνο κριτήριο είναι η διάνοιξη. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι τέτοιοι χώροι μπορεί να χρειάζονται, εφόσον συνδράμουν στο να συναντιούνται οι άνθρωποι ως προς Αυτό, να μοιράζονται το άφατό του και να το κοινωνούν. Ένας τέτοιος χώρος μπορεί να έδινε λύση και στο θέμα των τελετών γέννησης (βάπτισης) και θανάτου (κηδείας), που πολλοί αντιμετωπίζουμε καθώς ούτε οι υπάρχουσες εκκλησίες ούτε τα δημοτικά γραφεία τελετών μας εκφράζουν. Μάλιστα, η πρώτοι χώροι θα μπορούσαν να γίνουν με αφορμή αυτές τις τελετές. ]

Αυτά που προτείνουμε πιο πάνω, για τις τέχνες, τις γιορτές, τους χώρους εκκλησιασμού, είναι καθαρά ενδεικτικά για το τι θα μπορούσε να τροποποιηθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις, ώστε το θέμα της διάνοιξης να τίθεται δημόσια και όχι μόνο ιδιωτικά. Θα μπορούσαν να βρεθούν άλλοι τρόποι, εφόσον οι άνθρωποι, βέβαια, κρίνουν ότι τις χρειάζονται. 




ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θα μπορούσε οι άνθρωποι να κρίνουν ότι αρκεί η προσωπική τους διάνοιξη, που θα τη προσεγγίζουν με το δικό τους τρόπο, ιδιωτικά, χωρίς να ασχοληθούν περαιτέρω με τη γενική θεωρία της και την ευρύτερη πραγματοποίησή της. Θα μπορούσε επίσης να μην ενδιαφερθούν για κανενός είδους διάνοιξη, προσωπική ή κοινωνικοπολιτική, ούτε όπως προτείνεται εδώ, ούτε αλλιώς.
Θα υπάρχουν βέβαια πάντα κάποιοι που θα αναζητούν το δρόμο προς το άφατο, αφού είναι μέρος της φύσης μας η ερωτηματική μας αναφορά μας σε Αυτό (όπως και να το πούμε).  Αυτοί μπορεί να είναι λίγοι και να μην μπορούν να επηρεάσουν τις γενικότερες εξελίξεις. Ακόμα όμως και να μπορούσαν, η πορεία του ανθρώπου πιθανόν να είναι ήδη προδιαγεγραμμένη.

Η επεκτατικότητα και ο ανταγωνισμός που έχουν κυριαρχήσει στην παγκόσμια ανάπτυξη ωθούν το οικοσύστημα στα όριά του έτσι που δεν αποκλείεται να καταρρεύσει, παρασύροντας και ένα μέρος της ανθρωπότητας στην καταστροφή. Μια έγκαιρη στροφή - στην οποία θα συνέβαλε η διάνοιξη -, θα μπορούσε πιθανόν να μειώσει τον κίνδυνο ή να περιορίσει το μέγεθος της καταστροφής. Όσοι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της στροφής, οφείλουν να την προσπαθήσουν, αν και δεν είναι σίγουρο το αποτέλεσμα.

Το μέλλον είναι πάντα αβέβαιο. Η επαναφορά μας στο παρόν, μέσω της διάνοιξής μας στο άφατο, συνεπάγεται, από τη μία, την ελαχιστοποίηση της επεκτατικής μας ανάπτυξης (που αν συνεχιστεί θα φέρει την καταστροφή), και, από την άλλη, τη μεγιστοποίηση της βιωματικής απόλαυσης της ίδιας της ζωής μας, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στο μέλλον.


Αυτό που θέλουμε όλοι είναι να νιώθουμε καλά. Με οδηγό αυτή την απλή αρχή [the feeling-good principle] μπορούμε να αποφασίσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε διασπασμένοι και αγχωμένοι, μέσα στον επεκτατικό ανταγωνισμό ή να συνδεθούμε μέσα από τη κοινή μας ερωτηματική αναφορά σε Αυτό, το πέρα από εμάς,  με απώτατο συμπέρασμα τη διάνοιξή μας στο άφατο – τη σιωπή .